Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

Μετατόπιση

  
Εκεί που περπατούσε φαντάστηκε τον εαυτό της να κολυμπά με πολύχρωμο φόρεμα σε ακαθαρσίες και να πνίγεται, με πολλή δυσκολία να φτάνει σε μια χαράδρα κι ύστερα από εκεί να πέφτει σε μια πεντακάθαρη θάλασσα. Ύστερα η θάλασσα γινόταν παράθυρο, το άνοιγε κι έμπαινε φως. Για λίγο έκλεισε τα μάτια, η μουσική στα ακουστικά την απομάκρυνε από το παρόν μα όταν άνοιξε ξανά τα μάτια της βρέθηκε σε μια πόλη που ήταν σαν ξαναγεννημένη.
   Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε πολλές φορές ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατό μας, είχε διαβάσει κάπου ή μπορεί και να το είχε σκεφτεί η ίδια. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν. Ή άλλοι αρνούνται τους μικρούς θανάτους που είναι απαραίτητοι για να ωριμάζουμε, αρνούνται να κόψουν τους ομφάλιους λώρους τους. Προχωρούν νομίζοντας πως μεγαλώνουν μα είναι δεμένοι γερά σε ένα παρελθόν που αρνούνται να δουν. Εκείνη ήταν ψυχίατρος, η δουλειά της ήταν να εντοπίζει τους ομφάλιους λώρους στον κάθε ασθενή της και να τον βοηθάει να τους κόψει. Μα καμιά φορά χανόταν κι η ίδια σε όλο αυτό, χανόταν στα δικά της προβληματικά σημεία και αναρωτιόταν τι νόημα είχαν όλα. Τότε μια σκοτεινιά την έπνιγε. Γιατί να πρέπει εκείνη να σώσει τον κόσμο; 
  Δούλευε και με παιδιά. Αγαπούσε τα παιδιά επειδή ζουν στο παρόν. Είχε μάθει πολλά από τη δουλειά της. Πάνω από όλα πως τα παιδιά σηκώνουν ασήκωτα βάρη. Μπορεί να τα βλέπουμε να γελάνε ανέμελα μα μέσα τους οι ενήλικες που θα γίνουν έχουν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται. Το θύμα, ο σωτήρας, ο δικαστής, το μαύρο πρόβατο, ο επιτυχημένος, ο καλός, ο ανεπιθύμητος και τόσοι άλλοι ρόλοι που βασανίζουν τους ενήλικες δίνονται στα παιδιά ίσως και από τη μήτρα ακόμη. Θυμόταν πολλές φορές τον παππού της να της λέει πως εκείνος αφηνόταν στη ζωή. Πως όσο προσπαθείς να τραβήξεις τη ζωή στο μέρος σου τόσο εκείνη θα σου απαντά σκληρά, θα σε χτυπά, θα σε τραυματίζει. Σαν ένα άγριο ζώο που θα ζητά να τρέξει στην κατεύθυνση που επιθυμεί. Ο παππούς της είχε την ηρεμία του ανθρώπου που αφηνόταν. Που ξυπνούσε το πρωί κι έκανε μόνο αυτά που όριζε η κάθε μέρα. Που άφηνε τα πράγματα στη θέση τους. Της ήταν τόσο δύσκολο να αφήνει. Είχε όμως πια καταλάβει πως η ανάγκη για έλεγχο είναι σαν ναρκωτικό. Σε κάθε δύσκολη στιγμή προσπαθείς να ελέγξεις, μα είναι μόνο ψευδαίσθηση ότι τα καταφέρνεις και αυτό σε ρουφάει. Στο τέλος χάνεις την επαφή σου με την πραγματικότητα και τριγυρίζεις σαν χαμένος λαχταρώντας λίγο έλεγχο ακόμη.
   "Παιδί μου, γιατί να γίνεις ψυχίατρος, την είχε ρωτήσει ο παππούς της πριν πεθάνει. Ήταν για χρόνια κατάκοιτος μα συνέχιζε να κοιτάζει τους ανθρώπους γλυκά. Οι ψυχές αρρωσταίνουν και γιατρεύονται μόνες τους, όταν είναι έτοιμες. Εσύ μόνο θα πολεμάς φαντάσματα."
"Αχ, βρε παππού, δεν καταλαβαίνεις", του είχε πει εκείνη. Τότε ήταν πολύ νέα και νόμιζε πως τα λόγια φέρνουν αλλαγές. Με τον καιρό είδε πως οι αλλαγές έρχονται μόνο με τους σεισμούς. Όπως στη γη. Ο σεισμός προκαλεί τη μετατοπίση. Αν δεν γίνει σεισμός, μένουν όλα υπό πίεση, δεν υπάρχει καμία εκτόνωση. Κάποτε είχε βρει ένα παλιό βιβλίο γεωλογίας, που έγραφε ακριβώς αυτό. 
  Αυτές οι σκέψεις τής έρχονταν στο μυαλό και δεν τις έδιωχνε. Περπατούσε μόνο και ξαφνικά θυμήθηκε ένα μικρό κοριτσάκι που της έφεραν οι γονείς της πριν αρκετούς μήνες. Ήταν τεσσάρων χρόνων. Η μητέρα είχε περιγράψει μια δύσκολη εγκυμοσύνη γιατί ο πλακούντας δεν αναπτυσσόταν. "Αυτή πήγε να κόψει τον λώρο πριν γεννηθεί", είχε σκεφτεί τότε. Το κοριτσάκι ήταν πολύ λυπημένο. Στο νηπιαγωγείο στα διαλείμματα καθόταν μόνη της. Στο σπίτι έδειχνε να μην έχει ανάγκη κανέναν και μόνο ζωγράφιζε. "Θα γίνω ζωγράφος", ήταν τα πρώτα λόγια που της είπε και μέσα στο θλιμμένο βλέμμα της είδε μια σπίθα. Αφού ονειρεύεται, θα έχει μέσα της γερές ρίζες, είχε σκεφτεί με κάποια ελπίδα. Το κοριτσάκι έδειχνε να θέλει να ανοιχτεί μα σαν να ήξερε μόνο να ζωγραφίζει. Στην τελευταία συνεδρία τής έδειξε μια ζωγραφιά. Μια βάρκα σε μια θάλασσα με μεγάλα κύματα. "Είμαι σε αυτή τη βάρκα, είμαι λυπημένη και φοβάμαι πολύ", της είπε ξαφνικά.  Ύστερα η μικρή επέστρεψε στη ζωγραφιά της σαν να την είχαν τρομάξει οι ίδιες της οι λέξεις.
    Τώρα για κάποιο λόγο σκέφτηκε τον εαυτό της σε αυτήν την ηλικία. Τότε που μεγάλωνε με τον παππού της που αφηνόταν στη ζωή. "Άσ' την να είναι λυπημένη, άσ'την να φοβάται, μην πολεμάς φαντάσματα. Ό,τι κι αν κάνεις ποτέ δεν μπορείς να αλλάξεις αυτό που νιώθει ο άλλος. Η ψυχή της θα γιατρευτεί όταν θα είναι έτοιμη να γιατρευτεί", θα της έλεγε. Μα εκείνη πνιγόταν. Γιατί να πρέπει να σώσει τον κόσμο; Γιατί να πρέπει να βρίσκει παντού τα προβληματικά σημεία; Ήξερε τώρα πια πως τις περισσότερες φορές έκανε λάθος. Μπορούσε μόνο να κρατήσει το χέρι αυτού του μικρού κοριτσιού για όσο καιρό θα ήταν μαζί της. Να την αγαπήσει και να την αποδεχτεί όπως ήταν. Λυπημένη και με ένα όνειρο που ίσως χρωμάτιζε κάποτε το φόρεμά της. Και ίσως έτσι κάποια στιγμή το κορίτσι θα έφτανε στη δική του χαράδρα. Η ίδια η μικρούλα μόνο ήξερε πού ήταν και πόσο ψηλά. Θα βουτούσε με φόρα. Θα έπεφτε σε μια πεντακαθαρή θάλασσα. Κι η θάλασσα θα γινόταν παράθυρο, θα άνοιγε και θα έμπαινε άπλετο φως. Τότε θα ξαναγεννιόταν.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Η Αλεπού που αγαπούσε τα ποιήματα


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν μια αλεπού, η Βιργινία. Ήταν έξυπνη και ομορφούλα, όμως ένιωθε πολλή μοναξιά. Στο δάσος όλα τα ζώα έλεγαν πως ήταν πονηρή κι αυτό την ενοχλούσε τρομερά. Δεν της άρεσε να μιλάει με κανένα ζώο. Τους είχε βαρεθεί όλους. Γιατί; Μα γιατί δεν της άρεσαν οι χαρακτηρισμοί. «Η αργή χελώνα», «ο γρήγορος  λαγός», «το τρομαγμένο ελάφι», «το δυνατό λιοντάρι» και άλλα τέτοια ακούγονταν όλη την ώρα. Κι εκείνη η «πονηρή». Μα δεν ήταν πονηρή! Τους το είχε πει τόσες φορές! Κανείς δεν την καταλάβαινε. Η Βιργινία απομονώθηκε από όλους και έκανε μεγάλους περιπάτους.
«Αυτός ο κόσμος είναι πολύ ανόητος!», μονολογούσε περπατώντας μια μέρα και η φουντωτή ουρά της κουνιόταν πέρα-δώθε.
«Βιργινία, είσαι πολύ παράξενη! Όλοι έχουν συνηθίσει αυτόν τον κόσμο, μόνο εσύ γκρινιάζεις διαρκώς», της φώναξε ο σκατζόχοιρος, ο Τιμολέων, που ήταν εκεί και την άκουσε.
«Άντε παράτα μας κι εσύ, Τιμολέοντα!», φώναξε η Βιργινία και έφυγε τρέχοντας σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της.
Κλαίγοντας βγήκε από το δάσος χωρίς να το καταλάβει. Βρέθηκε στις αρχές ενός μικρού χωριού. Στο πρώτο σπίτι ζούσε ένας βοσκός με το τσοπανόσκυλό του, τον Βάγγο. Είχε κι ένα κοτέτσι, τον νεαρό κόκορα τον έλεγαν Μητσάκο και οι κότες είχαν διάφορα ονόματα, η αγαπημένη του Μητσάκου ήταν η Ζουμπουρλή.
Η Βιργινία ένιωθε τόσο δυστυχισμένη που δεν ήξερε τι έκανε. Μερικές φορές συμβαίνει αυτό, όταν είμαστε δυστυχισμένοι, όταν νιώθουμε πως δεν μας καταλαβαίνει κανένας. Έτσι οργισμένη που ήταν μπήκε μέσα στο κοτέτσι έτοιμη να φάει καμιά κότα μήπως ηρεμήσει.
Η Ζουμπουρλή την άκουσε και άρχισε να φωνάζει.
«Κοκοκοκο! Βοήθεια! Μια πονηρή αλεπού ήρθε στο κοτέτσι!»
«Δεν είμαι πονηρή!», ούρλιαξε η Βιργινία.
Γρήγορα ήρθε και ο Μητσάκος. Ήταν τρομαγμένος. Δεν ήταν πολύ καιρό σε αυτό το κοτέτσι και ποτέ άλλοτε δεν είχε μπει αλεπού. Ένιωσε δέος. Τι όμορφη που ήταν, τι ωραία φουντωτή ουρά και τι ωραίο πορτοκαλί χρώμα…
«Δεσποινίς Αλεπού…», της είπε δειλά.
«Βιργινία με λένε», είπε η αλεπού και τα σάλια της έτρεχαν καθώς έβλεπε τη Ζουμπουρλή.
«Το χρώμα σας, δεσποινίς Βιργινία, μου θυμίζει τον ήλιο όταν δύει. Είναι πραγματικά πολύ όμορφο», είπε ο Μητσάκος.
Η Βιργινία σοκαρίστηκε. Κανείς δεν της είχε πει ποτέ τόσο όμορφα λόγια. Της έλεγαν μόνο πως ήταν πονηρή. Έμεινε ακίνητη και κοίταξε τον κόκορα. Ξαφνικά η οργή και η πείνα της πέρασε. Τώρα είχε όρεξη μόνο για να μιλήσει.
«Και η ουρά σας τι υπέροχη», συνέχισε ο Μητσάκος, που ήταν πραγματικά εντυπωσιασμένος. «Σαν μια ζεστή φούντα.»
«Κανείς δεν μου έχει πει ποτέ τόσο όμορφα λόγια», είπε η Βιργινία και τον κοίταζε σαν χαμένη.
«Μα γιατί, δεσποινίς Βιργινία; Φαίνεστε πολύ καλή και έξυπνη. Τα μάτια σας λάμπουν.»
«Πονηρή με ανεβάζουν, πονηρή με κατεβάζουν. Είμαι έτοιμη να πιστέψω πως είμαι τελικά πονηρή. Και ξέρετε, δεν είμαι καθόλου. Μου αρέσει πολύ η ποίηση, έχω ευαισθησίες. Μα κανείς δεν τις βλέπει ποτέ…»
«Μην πιστεύετε ό,τι λένε οι άλλοι για εσάς. Μερικές φορές δεν έχουν την ικανότητα να δουν τι είστε αληθινά. Άλλες φορές θέλουν να βοηθήσουν μα δεν ξέρουν τον τρόπο. Άλλες φορές είναι απλώς κακιασμένοι. Εσείς ξέρετε πιο καλά από τον καθένα τι είστε. Και μιας και είπατε πως σας αρέσει η ποίηση, να έρχεται ο Βάγγος, το τσοπανόσκυλο. Αυτός γράφει ωραία ποιήματα!»
Ο Βάγγος πλησίασε ήρεμος. Στην αρχή είχε τρομάξει με τις φωνές της Ζουμπουρλής μα γρήγορα κατάλαβε πως ο Μητσάκος διαχειριζόταν την κατάσταση. Όταν έβοσκε τα πρόβατα είχε δει μερικές φορές τη Βιργινία να περπατάει μόνη και να μονολογεί πως δεν είναι πονηρή. Την είχε συμπαθήσει.
Οι κότες είχαν όλες κρυφτεί και ήδη είχαν αρχίσει να διαδίδουν πως μια «πονηρή αλεπού» μπήκε στο κοτέτσι. Η Κωσταντώ, η καρακάξα, σύντομα θα το έλεγε σε όλα τα πουλιά του ουρανού. Μα πλέον τη Βιργινία δεν την ένοιαζε καθόλου. Μαζί με τον Μητσάκο και τον Βάγγο έγραψαν ένα ποιήμα. 

Ο ήλιος πορτοκαλής σαν την ουρά μου
Βαρέθηκαν να ακούνε τα αυτιά μου
Πως είμαι μια πονηρή
Έχω ευαισθησία φοβερή
Περίπατο στο δάσος θα κάνω
Κι αν βρω ένα ωραίο αεροπλάνο
Θα μπω και μακριά θα πετάξω
Και σ’ όλους από ψηλά θα φωνάξω
«Αντί ρετσινιές να κολλάτε
Τις δικές σας ουρές να κοιτάτε!»

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

Αταίριαστες κάλτσες

  
Εκείνο το πρωί φόρεσε δυο αταίριαστες κάλτσες. Δεν άντεχε να ψάχνει μέσα στη ντουλάπα για να βρει δυο ίδιες. Ένιωσε τρομερά άσχημα. Σαν να είχε φτάσει στον πάτο της αθλιότητας. Ύστερα πήγε στην καφετέρια όπου εργαζόταν τους τελευταίους μήνες και παραιτήθηκε. Όλοι απόρησαν. Ήταν ο πιο χαμογελαστός σερβιτόρος. Τον αγαπούσαν πολύ οι πελάτες, που ήταν κατά κύριο λόγο συνταξιούχοι που συναντιούνταν εκεί και μιλούσαν για ποίηση. Εκείνος δεν έδωσε εξηγήσεις. Είπε μόνο πως είχε κάποια επαγγελματικά σχέδια, στα οποία έπρεπε να επενδύσει. Ύστερα έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Τα βήματά του ηχούσαν στα αυτιά του σαν πένθιμες καμπάνες.
   Ξαναγύρισε στο σπίτι του, έφτιαξε καφέ και άρχισε να καπνίζει. Η κοπέλα του τον ρώτησε τι έκανε εκεί τέτοια ώρα. Της είπε ότι παραιτήθηκε. Ακολούθησε καβγάς. Τα ίδια λόγια ξανά και ξανά. Δεν μπορούσε εκείνη να πληρώνει μόνη της τα έξοδα του σπιτιού. Εκείνος είχε τα όνειρά του, ποτέ δεν θα τον καταλάβαινε κανείς. Κι εκείνη ήθελε να κάνει ένα μεταπτυχιακό και δεν μπορούσε επειδή έπρεπε να δουλεύει. Τα δικά του όνειρα δεν ήταν ωφελιμιστικά. Για πόσο ακόμη θα ζούσε σαν Δον Κιχώτης; Είχε δοκιμάσει να δουλέψει αυτή σε καφετέρια; Ήταν υποτιμητικό. Καμία δουλειά δεν είναι υποτιμητική. Συνεχίστηκε για ώρα η στιχομυθία που θύμιζε αγώνα ξιφασκίας μέχρι που εκείνη είπε κάτι που τον άφησε στη σιωπή.
"Δεν ήταν το πρόβλημά σου η καφετέρια. Ούτε τα όνειρά σου. Το πρόβλημά σου ήταν ότι είδες χθες τον αδερφό σου."
   Έσβησε το τσιγάρο του και φόρεσε ξανά τα παπούτσια του. Οι κάλτσες του σαν να είχαν ακούσει τη συζήτηση και να τον χλεύαζαν κι αυτές. Έκλεισε την πόρτα πίσω του για να μην ακούσει τη συνέχεια. Ήξερε πως θα τον πονούσε και άρα αυτό θα σήμαινε πως ήταν αλήθεια.
   Ο αδερφός του ήταν σοβαρός και πάνω από όλα οικογενειάρχης. Είχε μια καλή θέση σε ένα υπουργείο και μια όμορφη σύζυγο που του γέννησε τρία όμορφα και έξυπνα παιδιά.  Μερικές φορές μέσα στο χαμόγελό της έβρισκε θλίψη μα δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Ο αδερφός του ήταν πάντα καλύτερος στα μαθήματα και στα αθλήματα, εκείνος είχε μεγαλύτερη εμπειρία στις γυναίκες και ταλέντο στην ποίηση. Τα δυο αδέρφια διαφωνούσαν από τότε που θυμούνταν τον εαυτό τους. Ο ψυχολόγος του του είπε κάποτε πως η στάση του πατέρα τους ήταν το χωράφι πάνω στο οποίο έσπερναν τον ανταγωνισμό τους. Ο πατέρας τους ήταν άνθρωπος που αγαπούσε τις επιτυχίες και μισούσε τα λάθη. Είχε χωρίσει με τη μητέρα τους και έβλεπε τα δυο αδέρφια δύο σαββατοκύριακα τον μήνα, όταν ήταν παιδιά. Φρόντιζε πάντοτε να τους δείχνει πόσα περίμενε από εκείνους. Βαθμούς, μετάλλια, σπουδές κι ύστερα καλούς μισθούς και εγγόνια. Είναι προφανές πως ο ένας γιος από ένα σημείο και μετά έγινε ο αγαπημένος του. Ο άλλος ήταν εκείνος που πάντα τον απογοήτευε. "Η ποίηση δεν είναι κάτι που μπορεί να μετρηθεί σε επιτυχία", του είχε πει μια φορά οργισμένος. "Αν δεν μπορεί να μετρηθεί κάτι, δεν έχει αξία", ήταν η απάντηση του πατέρα. "Ποιος ξέρει τι δικές του ανασφάλειες κουβαλούσε ο πατέρας σας από τον δικό του πατέρα", είχε πει άλλη φορά ο ίδιος ψυχολόγος μα τι μπορούν να κάνουν τα λόγια ενός ψυχολόγου σε ένα χωράφι που σπέρνεται όσο ζεις και αναπνέεις;
    Τα δύο αδέρφια  ήταν μονοζυγωτικοί δίδυμοι, όμως πολύ εύκολα τους ξεχώριζες από το ντύσιμο και τα μαλλιά. Και το ύφος. Το ύφος του ενός ήταν σοβαρό μα υποταγμένο, το ύφος του άλλου ζωντανό και αυθάδικο. Κάποια στιγμή έκοψαν τις επαφές. Ίσως εκείνος να το είχε παρακάνει. Στη βάφτιση του τρίτου του ανιψιού πήγε σχεδόν μεθυσμένος. Στο τραπέζι αγόρευε για ώρες για το πόσο ανόητο είναι κανείς να παντρεύεται. "Θα έπρεπε να είχε καταλάβει ο αδερφός μου πως ο γάμος είναι μια ανοησία. Ανοησία ήταν η οικογένειά μας, όταν ήμασταν μικροί. Εκείνος προσπαθεί να ζήσει την αυταπάτη που δεν έζησε. Μα όλοι οι γάμοι καταλήγουν σε δυστυχία. Θα το δει σύντομα και τότε θα την πληρώσει αυτός ο χαριτωμένος μπόμπιρας που μπήκε στην κολυμπήθρα σήμερα και τα άλλα δύο προηγούμενα." Ο αδερφός του τον άκουγε ιδρωμένος και αμίλητος. Στο ίδιο τραπέζι καθόταν ο υπουργός. Συνηθισμένος ο υπουργός να προσποιείται παντού και πάντα γελούσε τάχα με τα αστεία. Η γυναίκα του αδερφού του την επόμενη του τηλεφώνησε και του είπε πως ήταν απαράδεκτος. Τα δυο αδέρφια δεν ξαναμίλησαν για τρία χρόνια. Η μητέρα τους προσπαθούσε να τους συμφιλιώσει για καιρό, ύστερα βυθίστηκε στη θλίψη. 
    Το προηγούμενο βράδυ ο αδερφός του τον είχε καλέσει στο σπίτι του.  Η μεγάλη του ανιψιά είχε γενέθλια. Θα έκλεινε τα δεκατρία. Είχε απαιτήσει να τον καλέσουν. Είχε περάσει κάποια καλοκαίρια κοντά της, όταν ήταν μικρή και το κορίτσι είχε δεθεί μαζί του. Την είχε μάθει να γράφει ποιήματα. Τώρα εκείνη ήθελε να του τα δείξει. Οι γονείς της αμήχανοι κάλεσαν το μαύρο πρόβατο προετοιμασμένοι για όλα. Εκείνος πήγε κόσμια ντυμένος, με δώρα και χαμογελαστός. Πίσω από το χαμόγελο έβραζε ένα ηφαίστειο. Είχε μετανιώσει για τη συμπεριφορά του στη βάφτιση και δεν προκάλεσε πρόβλημα. Τον ρώτησαν τι έκανε αυτόν τον καιρό και είπε πως δούλευε σε μια καφετέρια. Ο αδερφός του σαν να πήγε να χαμογελάσει χαιρέκακα μα αυτό μπορεί να ήταν απλώς ιδέα του. Ύστερα είπε πως είχε κάποια σχέδια. Ήθελε να εκδώσει μια πολιτιστική εφημερίδα, που θα έδινε φωνή στους ηλικιωμένους. Είχε μιλήσει τόσο με τους πελάτες της καφετέριας που είχε καταλάβει πόσο αποκλεισμένοι νιώθουν οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας. Είχε καταλάβει πόσα κουβαλούν μέσα τους και πόσα έχουν να δώσουν. Ήθελε με την εφημερίδα να τους δώσει τη δυνατότητα να γράφουν ποιήματα, διηγήματα ή άλλα κείμενά τους με τις αναμνήσεις τους και τα όσα έχουν μάθει από τη ζωή. Δεν είχε σκεφτεί πώς θα το έκανε. Δεν είχε σκεφτεί αν γινόταν. Και γι' αυτό δεν έπρεπε να το είχε πει. Γιατί ο αδερφός του αμέσως πήρε την πραγματικότητα και την έτριψε με βία στο πρόσωπό του. Με ένα σωρό επιχειρήματα τού έδειξε πως το σχέδιό του δεν ήταν μια βιώσιμη επιχείρηση. Οπότε εκείνος θα παρέμενε σερβιτόρος  κι ο αδερφός του ο επιτυχημένος οικογενειάρχης. "Δεν είναι εύκολο να ανατρέπεις τους ρόλους που πήρες στην πατρική σου οικογένεια", είχε πει άλλη φορά αυτός ο εκνευριστικός ψυχολόγος που απορούσε μερικές φορές σε τι τον βοηθούσε. "Αν το πάρεις απόφαση να το κάνεις, να είσαι προετοιμασμένος για κανένα σεισμό."
     Όλο το βράδυ λοιπόν είχε πάνω του την αίσθηση της αποτυχίας, όπως ο ναυαγός έχει κολλημένα πάνω του τα βρεγμένα του ρούχα. Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο με αυτούς τους καθωσπρέπει οικογενειάρχες και πήγε να παίξει με τα παιδιά. Μα τότε ένιωσε πως είχε υπάρξει για λίγο παιδί. Από τότε που έγραψε τους πρώτους του στίχους στα εννιά του χρόνια είχε νιώσει πως είχε μεγαλώσει πολύ ξαφνικά και για πάντα. Μα η ποίηση δεν είναι μετρήσιμη όπως όλα όσα εκτιμώνται σε αυτή τη ζωή. Η ποίηση ήταν τώρα πια για εκείνον σαν μια παλιά ερωμένη που έχει αρχίσει να σε κουράζει. Τον άλλο μήνα θα έκλεινε τα τριάντα έξι.
     Είχε δίκιο λοιπόν η κοπέλα του. Ο ανταγωνισμός με τον αδερφό του καθόριζε ακόμη τη ζωή του σαν ένας άνεμος που δεν ξέρεις τελικά από πού φυσά. Ένιωθε καλά, όταν δούλευε στην καφετέρια και του άρεσε που συνείσφερε στα έξοδα του σπιτιού. Είχε γνωρίσει ενδιαφέροντα άτομα, που φαινομενικά θα προσπερνούσε αν τους συναντούσε σε άλλο πλαίσιο. Είχε ετοιμάσει ακόμη μια ποιητική συλλογή που δεν θα εξέδιδε. Μα μήπως έπρεπε τελικά να αποδεχθεί πως αυτό ήταν; Ήταν οι δέκα ποιητικές συλλογές που δεν είχαν εκδοθεί. Ίσως και να έπρεπε να του αρκεί. Ίσως και να του αρκούσε, αν διαρκώς δεν έπρεπε να συγκριθεί με κάτι που δεν τον εξέφραζε, με κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι. Έπρεπε να ξεριζώσει τη σύγκριση από μέσα του, έπρεπε να αφήσει τον θυμό του για τους άλλους να βγει από την καρδιά του και να πετάξει σαν ένα πουλί που δεν θα τον ενδιαφέρει πού πηγαίνει. Γιατί όσο ήταν εκεί, η καρδιά του ήταν μαύρη, πνιγηρή. Δεν ήταν η αληθινή του καρδιά, δεν ήταν οι στίχοι του κι όλα όσα αγαπούσε.
    Γύρισε στο σπίτι του. Η κοπέλα του είχε φύγει από ώρα για τη δουλειά της. Έπρεπε να σταματήσει να την απογοητεύει κι εκείνη, σκέφτηκε μόνο, και δεν ήξερε πώς θα το έκανε πράξη. Μα το σκέφτηκε κι αυτό ήταν η αρχή.
   Έβγαλε τα παπούτσια του. Για ώρα περιεργάστηκε τις αταίριαστες κάλτσες. Έτσι όπως κοιτούσε τα πέλματά του τώρα του φαίνονταν σαν πλάσματα ζωντανά, αστεία, αλλόκοτα. Σαν κούκλες σε ένα κουκλοθέατρο που τώρα πια έπρεπε να τελειώσει για τα καλά.