Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ

Όλη τη μέρα αυτή κοιτούσε
Διάφανος όσο και το τζάμι
Μία τη βροχή, μία τον ήλιο
Μία τον γκρίζο, λυπημένο δρόμο
Και τους σκυφτούς, γοργούς ανθρώπους
Τις θλίψεις που στους ώμους κουβαλούσαν
Τα δέντρα που αν και παγωμένα
Σου δίνουν τις πιο ωραίες ανάσες





Οι σκέψεις έφευγαν με φόρα
Και σαν αόρατος καπνός ξεφεύγαν
Ταξίδευαν, πετούσαν, γύριζαν πίσω
Φέρνοντας χρώματα παραμυθένια
Ιδέες και στίχους, λίγη λύπη
Και όνειρα, όνειρα μεγάλα

Όλη η μέρα η κύλησε έτσι
Εκείνος και τα όνειρά του ήταν μόνο
Η φαντασία τον είχε ολότελα τυλίξει
Σε έναν κόσμο μελαγχολικό, γλυκό και ξένο
Ο αέρας μανιασμένος δύναμη δεν είχε
Για να γκρεμίσει αυτή τη μέρα
Τις ονειροπολήσεις του χειμώνα

Κι ύστερα το απόγευμα ήρθε πάλι
Και ήρθε πάλι το σκοτάδι
Τα χρώματα καλύφθηκαν με μαύρο
Τα όνειρα αρχίσαν να πεθαίνουν
Το τζάμι καθρέφτιζε ξανά τώρα
Τα έπιπλα, αυτά που βλέπει κάθε μέρα
Ένας καναπές, ένα τραπέζι
Μια πόρτα ανοιχτή πιο μέσα
Το φως της λάμπας είχε όμως
Κάθε αλήθεια της ζωής του

Κάπνισε ένα τελευταίο τσιγάρο
Το πιο μελαγχολικό ήταν από όλα
Ήξερε τα όνειρα πως δείχνουν
Όπως η ζωή ποτέ δεν δείχνει
Κι ύστερα σηκώθηκε με φόρα

Από διάφανος άρχισε να παίρνει
Ξανά τη σάρκα και τα οστά του
Να ζει και πάλι τη ζωή του
Μέσα σε εκείνο το σαλόνι

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

ΣΠΡΕΪ ΧΡΥΣΟΣΚΟΝΗΣ

   Στην Εύα Γ.

  Κοίταξε το ρολόι της. Είχε αργήσει αρκετά. Πριν πέντε λεπτά θα έκλεισε η πόρτα του σχολείου. Περπατούσε γρήγορα και τα πόδια της πονούσαν. Στο χέρι της η σακούλα πηγαινοερχόταν προκαλώντας της μεγάλο άγχος. Μέσα στη σακούλα είχε ένα χρυσόψαρο για την εξάχρονη κόρη της. Της το είχε πάρει για τα γενέθλιά της. Την ημέρα των γενεθλίων δούλευε ως αργά και η μικρή είχε στενοχωρηθεί. Τρεις μέρες μετά, εκείνο το μεσημέρι είχε βρει λίγο χρόνο για να αγοράσει το δώρο. Όμως, όπως συνήθως δεν είχε υπολογίσει καλά τον χρόνο και πάλι θα αργούσε να την πάρει. Η δασκάλα ήδη της είχε κάνει δυο φορές παρατήρηση. "Νομίζω πως έχω ελαττωματική αίσθηση του χρόνου, από παιδί έτσι ήμουν", της είχε πει χαμογελώντας, όμως η δασκάλα την είχε κοιτάξει αυστηρά. "Πώς περιμένετε να γίνει η κόρη σας συνεπής; Αν όλοι οι γονείς αργούν, δεν μπορούμε κι εμείς να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας." Είχε νιώσει αρκετά ταπεινωμένη όμως σε εκείνη τη φάση της ζωής της δεν είχε την πολυτέλεια να θρηνεί για κάθε τέτοια μικρή ταπείνωση.

   Την ώρα που περνούσε έξω από την καφετέρια δίπλα στο σχολείο ένας διανομέας πίτσας έπεσε πάνω της με δύναμη.  Είχε αργήσει κι εκείνος να παραδώσει κάποια παραγγελία. Η πίτσα έπεσε στον δρόμο, ευτυχώς κλειστή. Ο διανομέας τη σήκωσε και έφυγε βιαστικά ρίχνοντάς της μια  θυμωμένη ματιά. Εκείνη σήκωσε τον σκούφο της, που είχε πέσει κάτω, και όταν κατάλαβε ότι η σακούλα που κρατούσε είχε φύγει από το χέρι της έβγαλε μια πολύ δυνατή φωνή. Σαν να την έσφαζαν. Ή σαν να είχε δει κάτι πραγματικά αποτροπιαστικό. Η μικρή σακούλα, στην οποία βρισκόταν το χρυσόψαρο, είχε σπάσει και το κόκκινο πλασματάκι σπαρταρούσε στον δρόμο. Τρομαγμένος  από την κραυγή της ο ιδιοκτήτης της καφετέριας βγήκε έξω τρέχοντας.
"Γρήγορα! Ένα ποτήρι νερό φέρτε μου!", ούρλιαξε εκείνη.
Ο ιδιοκτήτης της καφετέριας χωρίς να έχει καταλάβει τι συνέβαινε έτρεξε κι έφερε ένα ποτήρι νερό. Εκείνη άρπαξε το κόκκινο ψαράκι με την πρώτη. Φαίνεται πως η απελπισία και η αδρεναλίνη τη βοήθησαν να είναι αποτελεσματική. Το έριξε μέσα στο ποτήρι με το νερό που της έδωσε ο ιδιοκτήτης της καφετέριας κι ύστερα αφού βεβαιώθηκε πως το ψαράκι κολυμπούσε ξέσπασε σε κλάματα. Κάθισε στο παγκάκι έξω από το σχολείο μην μπορώντας να σταματήσει. Ο άντρας μπήκε μέσα κουνώντας το κεφάλι.
 "Δεν πάμε καλά...", μουρμούρισε μόνο μέσα από τα δόντια του.
    Ακόμη μια φορά μισούσε τον εαυτό της. Πώς τα κατάφερνε πάντα έτσι; Γιατί δεν μπορούσε να υπολογίσει τον χρόνο σωστά και γιατί ήταν τόσο αδέξια και γιατί σε αυτή της τη δυσκολία αντιδρούσε με τόση βαριά ενοχή; Τι παράδειγμα θα έδινε στην κόρη της; Είχε δίκιο η δασκάλα. Ήταν μια ανίκανη μητέρα, που έχασε τα γενέθλια του παιδιού της και παραλίγο να δολοφονήσει εν ψυχρώ το δώρο του. Οι λυγμοί τράνταζαν τους ώμους της κι εκείνη τη στιγμή πέρασε πάλι από μπροστά της ο διανομέας πίτσας χωρίς την πίτσα. Καθόλου δεν τον ένοιαζε που η πίτσα που είχε παραδώσει σε κάποια άτυχη οικογένεια είχε πέσει ακριβώς δίπλα σε περιττώματα σκύλου. Γιατί δεν μπορώ να είμαι σαν αυτόν;, σκέφτηκε. Γιατί εγώ πρέπει να καταρρέω στο κάθε λάθος; Δεύτερο κλάμα ξεκίνησε, όταν ο διανομέας πίτσας έστριψε στη γωνία.
  Έτσι όπως κοιτούσε τα γυαλιστερά λέπια του ψαριού που κολυμπούσε αμέριμνο στο μικρό ποτήρι θυμήθηκε ξαφνικά κάτι. Το σπρέι χρυσόσκονης. Το είχε ανακαλύψει σε ένα κατάστημα με είδη ζωγραφικής στα δεκαέξι της, τότε που στο πλυσταριό του σπιτιού της είχε στήσει το πρώτο της και μοναδικό εργαστήρι. Έμενε εκεί για ώρες και ζωγράφιζε, ξεχνούσε τους γύρω της και ήταν οι μόνες στιγμές τότε που αγαπούσε αληθινά τον εαυτό της. Ζωγράφιζε τη μοναξιά της και την απελπισία της, τα όνειρά της, τους έρωτες και τις φιλοδοξίες της, την αγάπη και το μίσος της, τον θυμό, τον φόβο, τη χαρά, την απέχθεια και τη στοργή της. Η μητέρα της φώναζε πως δεν διάβαζε πολύ μα δεν την ενδιέφερε. Ήταν σίγουρη πως θα γινόταν κάποτε σπουδαία ζωγράφος. Ήταν τόσο σίγουρη που είχε κάνει και τους συμμαθητές της στο σχολείο να το πιστεύουν. Αυτό το σπρέι χρυσόσκονης! Ξαφνικά εκεί που έκλαιγε άρχισε να γελά δυνατά. Να γελά και να θυμάται αυτόν τον παλιό, ξεχασμένο εαυτό της.
   Την είχε ενθουσιάσει τόσο η χρυσόσκονη στις ζωγραφιές της. Όμως, παρορμητική όπως πάντα, δεν είχε διαβάσει τις οδηγίες χρήσης. Μετά τη χρήση έπρεπε να γυρίσει το σπρέι ανάποδα. Κι εκείνη δεν το έκανε την πρώτη φορά που το χρησιμοποίησε. Την επόμενη μέρα δεν έβγαινε χρυσόσκονη από την τρυπούλα. Παρορμητική ακόμη μια φορά, με την άκρη ενός λεπτού πινέλου προσπάθησε να το"ξεβουλώσει". Το σπρέι χρυσόσκονης τότε, λες και ενοχλήθηκε ιδιαίτερα, εκδικητικά άρχισε να ρίχνεται στο πρόσωπό της φυσώντας ταυτόχρονα σαν κακός άνεμος. "Μαμά μου!", φώναξε κι άρχισε να τρέχει πάνω κάτω. Με τρόμο συνειδητοποίησε πως δεν έβλεπε τίποτα. "Μαμά, τυφλώθηκα!", ούρλιαζε και η μητέρα της ήρθε τρέχοντας αναστατωμένη. Μέχρι να μπορέσει να αντικρίσει πάλι τον κόσμο είχε ήδη φαντασιωθεί πως γινόταν μια τυφλή ζωγράφος, οι πίνακες της οποίας θα πουλούνταν για δισεκατομμύρια κι εκείνη θα αποδείκνυε πως όλα μπορεί να τα κάνει κανείς αν έχει θέληση. Τελικά το μόνο δυσάρεστο ήταν ότι την επόμενη μέρα πήγε στο σχολείο με χρυσά φρύδια και χρυσές βλεφαρίδες, όμως όπως αναφέρθηκε ήδη οι συμμαθητές της ήταν πεπεισμένοι πως θα γινόταν μεγάλη ζωγράφος και αντιμετώπισαν με δέος την περιπέτεια στο αυτοσχέδιο εργαστήρι.
   "Είστε καλά;", η δασκάλα της κόρης της την σκουντούσε για ώρα κι εκείνη επιτέλους ξύπνησε από τις ονειροπολήσεις της.
"Καλά, καλά, ναι. Χίλια συγγνώμη που άργησα, ό,τι και να πείτε έχετε δίκιο...", είπε με το ίδιο ύφος που απολογήθηκε στη διευθύντρια του λυκείου της, όταν εκείνη θεώρησε πως επίτηδες έβαψε τα φρύδια της χρυσά και την απείλησε με αποβολή. Κι ύστερα ξέσπασε πάλι σε κλάματα.
"Δεν πειράζει, δεν πειράζει. Μα τι συνέβη; Θα συνέβη κάτι φρικτό για να κλαίτε έτσι. Μια στιγμή να σας φέρω ένα χαρτομάντιλο...", είπε η δασκάλα κι έτρεξε μέσα.
    Έβαλε πίσω από τα αυτιά της μια τούφα που έπεφτε στα μάτια της. Τώρα έπρεπε να βρει μια καλή δικαιολογία για να μη γελοιοποιηθεί εντελώς στη δασκάλα της κόρης της. Σκέψου, σκέψου, έλεγε στον εαυτό της και τότε γύρισε και κοίταξε το χρυσόψαρο, που αμίλητο κολυμπούσε κρατώντας ποιος ξέρει πόσα μυστικά.
"Πάρτε ένα χαρτομάντιλο, ηρεμήστε, θα περάσει ό,τι κι αν είναι...", είπε η δασκάλα και της χάιδεψε την πλάτη.
"Ναι, ναι, θα περάσει, όλα περνάνε. Πού να σας έλεγα για το επεισόδιο με τη χρυσόσκονη. Νόμιζα πως είχα τυφλωθεί...", είπε και πήγε να χαμογελάσει μα συγκρατήθηκε κατανοώντας πως μπορεί η δασκάλα να καλούσε τη Πρόνοια θεωρώντας την ακατάλληλη κηδεμόνα. Σοβάρεψε και είπε κοφτά.
"Να πάρω τη μικρή. Άργησα, ζητώ συγγνώμη. Είχα ένα ατύχημα στον δρόμο. Δεν θα επαναληφθεί."
"Ναι, πάω να σας τη φέρω, είπε η δασκάλα. Εύχομαι να μην ήταν σοβαρό."
"Ένα μόνο θα σας πω. Παρά λίγο να επέλθει θάνατος αλλά κατάφερα να τον αποτρέψω."
"Είναι φοβερή η ζωή, είπε η δασκάλα. Τη μία είσαι εδώ, την άλλη δεν είσαι."
Έφυγε κουνώντας το κεφάλι και λίγο μετά γύρισε με το κοριτσάκι.
"Μαμά! Πάλι άργησες!", της είπε η μικρή μουτρωμένη.
    Την πήρε από το χέρι και όταν βεβαιώθηκε πως η δασκάλα είχε μπει πάλι μέσα στο σχολείο, της έδειξε το χρυσόψαρο.
"Για σένα!"
Το κοριτσάκι άρχισε να χοροπηδάει και να κοιτάζει το ψαράκι με λατρεία.
"Πώς το λένε, μαμά;"
"Χρυσόσκονη", απάντησε χωρίς να το σκεφτεί.
"Ναι! Χρυσόσκονη! Πόσο του πάει αυτό το όνομα! Μαμά, σ' αγαπώ τόσο πολύ!"
     Γύρισαν αργά στο σπίτι εκείνο το μεσημέρι. Αφού πήγαν πάλι στο κατάστημα με τα κατοικίδια για να μπει η Χρυσόσκονη ξανά σε μικρή σακούλα, πέρασαν από το ίδιο κατάστημα με τα είδη ζωγραφικής από το οποίο ψώνιζε όταν ήταν έφηβη. Αγόρασε διάφορα υλικά, πολλά χρώματα και  πινέλα και μια μεγάλη ακουαρέλα. Τη μεγαλύτερη που είχαν. 
   Δεν είχε καθόλου χώρο στο σπίτι για αυτοσχέδιο εργαστήρι, όμως σκέφτηκε ότι και στο μικρό της γραφείο, τα βράδια όταν θα κοιμόταν η οικογένειά της, θα άρχιζε ξανά να ζωγραφίζει τη θλίψη της και την ευτυχία της, την κάθε ταπείνωση και την κάθε μικρή και μεγάλη ικανοποίηση. Θα προσπαθούσε σε αυτό το μπλοκ να ζωγραφίσει την αδεξιότητά της. Ακόμη και αυτην την ελαττωματική αίσθηση του χρόνου που είχε, που τη βασάνιζε τόσο. 
    Κι έτσι παρέα με το κόκκινο ψαράκι, που τώρα πια είχε μετοικήσει σε μια ωραία γυάλα με μπλε βοτσαλάκια, ζωγράφισε εκείνο το βράδυ, όταν όλοι κοιμούνταν, ένα χαλασμένο ρολόι.  Ένα χαλασμένο ρολόι μελαγχολικό και λίγο αστείο, ίσως. 
Ένα χαλασμένο ρολόι έτοιμο να κλάψει πασπαλισμένο όμως με μπόλικη χρυσόσκονη.