Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Αναχρονιστικό, ρομαντικό ή απίστευτα περιττό

 
Γύρισε στο διαμέρισμά της κάπως κουρασμένη. Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι η βροχή ήταν πολύ δυνατή. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι περπάτησε αρκετά σε μια πόλη που έμοιαζε μετά από πολύ καιρό καθαρή, σαν μια πόλη μετά από μπουγάδα. Χρειάζονται και οι δυνατές βροχές, σκέφτηκε. Χρειάζεται και η ορμή μερικές φορές. Δεν υπάρχει αληθινή ζωή χωρίς ορμή, αν την εμποδίσουμε να μας παρασύρει επικίνδυνα, απλώς μας τοποθετεί σε άλλη θέση. Εκείνη δεν άντεχε να βρίσκεται για πολύ στην ίδια θέση. Κάτι μετά από λίγο την έπνιγε, έπρεπε να προχωρήσει παρακάτω, να ανακαλύψει κάτι καινούριο. Σε όλους τους τομείς. Στην ερωτική και την επαγγελματική της ζωή, στις φιλικές της σχέσεις, στα ενδιαφέροντά της. Συνεχώς περιφερόταν από το ένα τετράγωνο στο άλλο σαν πιόνι ζαλισμένο, χαμένο, μεθυσμένο ή απλώς πολύ υπερκινητικό. Σαν πιόνι που δεν ξέρει τι θέλει. Ανικανοποίητη, ευερέθιστη, φοβισμένη, με λαχτάρα, σαν διψασμένος ταξιδιώτης, που δεν καταφέρνει ποτέ να ξαποστάσει γιατί όλο και κάτι καινούριο προκύπτει στην ατέλειωτη διαδρομή του.
  Στα νεανικά της χρόνια αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Οι νέοι συνεχώς αλλάζουν συντρόφους, πεποιθήσεις, όνειρα. Συνήθως θέλουν να δοκιμάσουν πριν καταλήξουν. Είναι λίγοι  όσοι στο τέλος κάθε δεκαετίας τους θέλουν να πάρουν τις επιλογές τους και στην επόμενη. Όμως, μεγαλώνοντας οι άνθρωποι αρχίζουν να κατασταλάζουν ή να νομίζουν πως κατασταλάζουν. Άλλοι νιώθουν έτοιμοι να κάνουν οικογένεια και όταν την κάνουν μπορούν να την υποστηρίξουν, άλλοι υποκύπτουν στα πρότυπα που τους επιβλήθηκαν και ύστερα παραπαίουν, πνίγονται στις ευθύνες, στους περιορισμούς των γονεϊκών ρόλων. Παραπαίοντας θα συνεχίσουν τη ζωή τους και ενδέχεται μετά να αρρωστήσουν ή κάποια στιγμή θα επαναστατήσουν απλώς επειδή η κοιμισμένη επιθυμία τους θα ξυπνήσει με κάποιο τρόπο ανώριμο ίσως και τερατώδη. Σε αυτές τις δύο κατηγορίες ανήκαν οι περισσότεροι φίλοι της, είχαν οι περισσότεροι βουτήξει σε κόσμο εγκυμοσύνων, θηλασμού, παιδικών ιώσεων και παιδικών εκρήξεων θυμού. Είχαν βουτήξει στον κόσμο της εκπαίδευσης, στα σχολεία, τα αγγλικά και τις παιδικές εξωσχολικές δραστηριότητες, που εκείνη θεωρούσε πως πολλαπλασιάζονταν σαν ένα καρκίνωμα, που στο τέλος θα έπνιγε κάθε παιδικό αυθορμητισμό.  "Σε λίγο θα κάνετε μαθήματα αγγλικών στα έμβρυα", είχε πει στην καλύτερή της φίλη και μητέρα της βαφτιστήρας της και είχε γελάσει σαρκαστικά. "Είναι καθήκον μας να δίνουμε στα παιδιά όσο το δυνατόν περισσότερα εφόδια, εφόσον οι άλλοι γονείς τα δίνουν. Αν τα άλλα παιδιά ξέρουν τρεις ξένες γλώσσες και το δικό μου δύο,  θα υπολείπεται σοβαρά και δεν θα μπορέσει να ανταγωνιστεί τους υπόλοιπους. Βλέπεις τι ανεργία υπάρχει...", είχε απαντήσει η φίλη της με τρομερή σοβαρότητα. "Είσαι ηλίθια!", είχε σκεφτεί να της φωνάξει, μα κρατήθηκε. "Είναι μόνο τριών χρόνων, είναι λίγο νωρίς να μιλάς για ανεργία και ανταγωνισμό...", είπε μόνο κι ύστερα αγκάλιασε τη βαφτιστήρα της με βαθιά αγάπη σαν να ήθελε να προστατέψει την παιδική της αθωότητα από την ίδια τη γυναίκα που έφερε στον κόσμο αυτήν την αθωότητα. Πραγματικά ένιωθε τόσο γλυκά, τόσο προστατευτικά απέναντι σε αυτή τη μικρή.
  Εκείνη δεν ήθελε να φέρει δικό της παιδί σε αυτόν τον κόσμο. Είχε πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού της πως κάποτε θα ταξίδευε στην Αφρική ή τη Νότιο Αμερική για να μοιράζει τρόφιμα σε πεινασμένα παιδιά ή θα τάιζε με μπιμπερό ορφανά ελεφαντάκια. Για να γίνει βέβαια αυτό θα έπρεπε πρώτα να έχει καταπολεμήσει την μετρίου βαθμού υποχονδρία της και την εμμονή της με το ντους και το λούσιμο. Είχε καιρό, όμως. Ένιωθε ακόμη πολύ νέα κι ας έβλεπε τα πρόσωπα των μαμάδων φιλενάδων της να αρχίζουν σιγά-σιγά να σπάνε από την αϋπνία. Ένιωθε νέα και ήταν καλά, όμως, τελευταία κάτι σε αυτό το ασταμάτητο πέρα-δώθε της ύπαρξής της είχε αρχίσει να την κουράζει. Δεν ήταν τόσο ότι ζήλευε τους οικογενειάρχες, ήταν δική της επιλογή να μην προχωρήσει σε γάμο και τεκνοποιία με έναν σύντροφο με τον οποίο θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένη. Ένιωθε ικανοποιημένη που ήταν ένα πιόνι που περπατούσε ανάμεσα στα άλλα κουρασμένα πιόνια σιγοτραγουδώντας, όμως κάτι τελευταία είχε αρχίσει να την ενοχλεί. Παλιότερα, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι όταν την ενοχλούσε κάτι, προσπαθούσε να το εντοπίσει στους γύρω της ή στον κόσμο. Τώρα ήξερε πως αυτό το κάτι ήταν δικό της, ολοδικό της, γεννημένο μέσα της και έτοιμο πάντα να της μάθει κάτι.
    Πήγε στο μικρό κουζινάκι της γκαρσονιέρας της και έφτιαξε καφέ. Θα κάπνιζε ευχαρίστως μα τώρα που πλησίαζε τα σαράντα ο φόβος της για τις αρρώστιες σκότωνε την ευχαρίστηση από το τσιγάρο, από αυτή τη σατανική παρέα που σε παρηγορεί σαν ένας άνθρωπος που σου κάνει τον καλό μα θα σε αρρωστήσει. Πήρε τον καφέ της λοιπόν και άνοιξε το μικρό ραδιοφωνάκι της. Ένα μπλε ψηφιακό ραδιοφωνάκι, που είχε βρει τυχαία σε κάποιο κατάστημα και αγόρασε ενστικτωδώς. Η νεαρή υπάλληλος την είχε κοιτάξει με απορία. Είναι υπερβολή να έχεις ένα μικρό ραδιοφωνάκι σε έναν κόσμο όπου μπορείς να ακούς μουσική από το κινητό ή τον υπολογιστή σου; Ή πισωγύρισμα; Αναχρονιστικό, ρομαντικό ή απίστευτα περιττό; Εκείνη ως γνήσια αρρωστοφοβική χαιρόταν απλώς επειδή το μικρό ραδιοφωνάκι δεν έχει ακτινοβολία. Και επειδή μπορούσε να αλλάζει όλη την ώρα σταθμούς. Άκουγε ένα τραγούδι και λίγο πριν τελειώσει έψαχνε άλλο. Εκνευριζόταν, όταν πετύχαινε ένα τραγούδι που αγαπούσε στη μέση ή όταν όλα τα τραγούδια της ακούγονταν απίστευτα χαζά. Όμως, συνέχιζε να ψάχνει, να ψάχνει, να αναζητά ασταμάτητα. Όπως έκανε μικρή. Τότε που υπήρχαν μικρά ραδιόφωνα. Θυμήθηκε τη νύχτα που ανακάλυψε τη μαγεία του ραδιοφώνου φερμένη από κάποια ακουστικά. Στην προεφηβεία της, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του πατέρα της, σε ένα ταξίδι, από το οποίο για λόγο που δεν θυμόταν έλειπε ο αδερφός της  κι έτσι μπορούσε να ξαπλώνει και να κοιτάζει τα νυχτερινά φώτα να περνούν από το παράθυρο του αυτοκινήτου και ίσως και τα αστέρια. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε δει αστέρια σε εκείνο το ταξίδι. Μα δεν έχει και πολλή σημασία. Όταν είσαι παιδί, τα αστέρια είναι έτσι κι αλλιώς μέσα σου.
  Τα τραγούδια εναλλάσσονταν και μαζί με αυτά και η ευχαρίστηση ή ο εκνευρισμός της. Κι εκείνη άλλαζε συνεχώς σταθμούς. Αποφάσισε να αγοράσει ένα ίδιο ραδιοφωνάκι στη βαφτιστήρα της. Για να μπορεί να ακούει ό,τι θέλει. Για να νιώσει λίγο πώς είναι να επιλέγεις. Μήπως και μπορέσει κάποτε να επαναστατήσει και έτσι καταφέρει υγιώς να ενηλικιωθεί. Και τότε αναρωτήθηκε αν η ίδια είχε τελικά ενηλικιωθεί. Αν είχε όντως κάποτε επαναστατήσει. Αν τελικά μπορεί οποιοσδήποτε άνθρωπος να επαναστατήσει αληθινά και αληθινά να ενηλικωθεί. Με λύπη της ένιωσε τότε πως ακόμη κι αν κατάφερνε κάποτε να νικήσει την εμμονή της με το ντους και το λούσιμο και τον φόβο της για τα μικρόβια, ακόμη κι αν κατάφερνε να ταϊσει όλα τα στερημένα παιδιά της Αφρικής και όλα τα ορφανά ελεφαντάκια, κατά βάθος θα παρέμενε ίσως και για πάντα αυτό το μικρό κορίτσι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του πατέρα της. Που άλλαζε σταθμούς, που ανακάλυπτε με μανία. Που κοιτούσε τα αστέρια ή και όχι.
  Με μανία συνέχισε να αλλάζει τους σταθμούς τώρα στο μπλε ραδιοφωνάκι. Κι ύστερα η βροχή ξανάρχισε. Με ορμή χτυπούσε το τζάμι. Με ορμή τής έλεγε πως κάτι την ενοχλούσε. Κάτι όχι στους δρόμους που σε λίγο θα πλημμύριζαν και όχι στους φίλους της που μεγάλωναν τα παιδιά τους σαν να ετοίμαζαν άλογα πίστας ή καλογυαλισμένα προϊόντα σε κινούμενους διαδρόμους εργοστασίου. Κάτι ούτε καν στην ανθρώπινη φύση ή τη σημερινή κοινωνία της υπερβολής που έκανε τους φίλους της να μεγαλώνουν έτσι τα παιδιά τους. 
  Ήταν κάτι γεννημένο από την ίδια, κάτι απόλυτα δικό της, ολοδικό της. Κάτι που όταν κατάφερνε να το κοιτάξει σωστά έκρυβε για εκείνη ένα ακόμη λυπητερό, γλυκό, ανορθόδοξο, απρόσμενο καινούριο μάθημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου