Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

Μετατόπιση

  
Εκεί που περπατούσε φαντάστηκε τον εαυτό της να κολυμπά με πολύχρωμο φόρεμα σε ακαθαρσίες και να πνίγεται, με πολλή δυσκολία να φτάνει σε μια χαράδρα κι ύστερα από εκεί να πέφτει σε μια πεντακάθαρη θάλασσα. Ύστερα η θάλασσα γινόταν παράθυρο, το άνοιγε κι έμπαινε φως. Για λίγο έκλεισε τα μάτια, η μουσική στα ακουστικά την απομάκρυνε από το παρόν μα όταν άνοιξε ξανά τα μάτια της βρέθηκε σε μια πόλη που ήταν σαν ξαναγεννημένη.
   Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε πολλές φορές ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατό μας, είχε διαβάσει κάπου ή μπορεί και να το είχε σκεφτεί η ίδια. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν. Ή άλλοι αρνούνται τους μικρούς θανάτους που είναι απαραίτητοι για να ωριμάζουμε, αρνούνται να κόψουν τους ομφάλιους λώρους τους. Προχωρούν νομίζοντας πως μεγαλώνουν μα είναι δεμένοι γερά σε ένα παρελθόν που αρνούνται να δουν. Εκείνη ήταν ψυχίατρος, η δουλειά της ήταν να εντοπίζει τους ομφάλιους λώρους στον κάθε ασθενή της και να τον βοηθάει να τους κόψει. Μα καμιά φορά χανόταν κι η ίδια σε όλο αυτό, χανόταν στα δικά της προβληματικά σημεία και αναρωτιόταν τι νόημα είχαν όλα. Τότε μια σκοτεινιά την έπνιγε. Γιατί να πρέπει εκείνη να σώσει τον κόσμο; 
  Δούλευε και με παιδιά. Αγαπούσε τα παιδιά επειδή ζουν στο παρόν. Είχε μάθει πολλά από τη δουλειά της. Πάνω από όλα πως τα παιδιά σηκώνουν ασήκωτα βάρη. Μπορεί να τα βλέπουμε να γελάνε ανέμελα μα μέσα τους οι ενήλικες που θα γίνουν έχουν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται. Το θύμα, ο σωτήρας, ο δικαστής, το μαύρο πρόβατο, ο επιτυχημένος, ο καλός, ο ανεπιθύμητος και τόσοι άλλοι ρόλοι που βασανίζουν τους ενήλικες δίνονται στα παιδιά ίσως και από τη μήτρα ακόμη. Θυμόταν πολλές φορές τον παππού της να της λέει πως εκείνος αφηνόταν στη ζωή. Πως όσο προσπαθείς να τραβήξεις τη ζωή στο μέρος σου τόσο εκείνη θα σου απαντά σκληρά, θα σε χτυπά, θα σε τραυματίζει. Σαν ένα άγριο ζώο που θα ζητά να τρέξει στην κατεύθυνση που επιθυμεί. Ο παππούς της είχε την ηρεμία του ανθρώπου που αφηνόταν. Που ξυπνούσε το πρωί κι έκανε μόνο αυτά που όριζε η κάθε μέρα. Που άφηνε τα πράγματα στη θέση τους. Της ήταν τόσο δύσκολο να αφήνει. Είχε όμως πια καταλάβει πως η ανάγκη για έλεγχο είναι σαν ναρκωτικό. Σε κάθε δύσκολη στιγμή προσπαθείς να ελέγξεις, μα είναι μόνο ψευδαίσθηση ότι τα καταφέρνεις και αυτό σε ρουφάει. Στο τέλος χάνεις την επαφή σου με την πραγματικότητα και τριγυρίζεις σαν χαμένος λαχταρώντας λίγο έλεγχο ακόμη.
   "Παιδί μου, γιατί να γίνεις ψυχίατρος, την είχε ρωτήσει ο παππούς της πριν πεθάνει. Ήταν για χρόνια κατάκοιτος μα συνέχιζε να κοιτάζει τους ανθρώπους γλυκά. Οι ψυχές αρρωσταίνουν και γιατρεύονται μόνες τους, όταν είναι έτοιμες. Εσύ μόνο θα πολεμάς φαντάσματα."
"Αχ, βρε παππού, δεν καταλαβαίνεις", του είχε πει εκείνη. Τότε ήταν πολύ νέα και νόμιζε πως τα λόγια φέρνουν αλλαγές. Με τον καιρό είδε πως οι αλλαγές έρχονται μόνο με τους σεισμούς. Όπως στη γη. Ο σεισμός προκαλεί τη μετατοπίση. Αν δεν γίνει σεισμός, μένουν όλα υπό πίεση, δεν υπάρχει καμία εκτόνωση. Κάποτε είχε βρει ένα παλιό βιβλίο γεωλογίας, που έγραφε ακριβώς αυτό. 
  Αυτές οι σκέψεις τής έρχονταν στο μυαλό και δεν τις έδιωχνε. Περπατούσε μόνο και ξαφνικά θυμήθηκε ένα μικρό κοριτσάκι που της έφεραν οι γονείς της πριν αρκετούς μήνες. Ήταν τεσσάρων χρόνων. Η μητέρα είχε περιγράψει μια δύσκολη εγκυμοσύνη γιατί ο πλακούντας δεν αναπτυσσόταν. "Αυτή πήγε να κόψει τον λώρο πριν γεννηθεί", είχε σκεφτεί τότε. Το κοριτσάκι ήταν πολύ λυπημένο. Στο νηπιαγωγείο στα διαλείμματα καθόταν μόνη της. Στο σπίτι έδειχνε να μην έχει ανάγκη κανέναν και μόνο ζωγράφιζε. "Θα γίνω ζωγράφος", ήταν τα πρώτα λόγια που της είπε και μέσα στο θλιμμένο βλέμμα της είδε μια σπίθα. Αφού ονειρεύεται, θα έχει μέσα της γερές ρίζες, είχε σκεφτεί με κάποια ελπίδα. Το κοριτσάκι έδειχνε να θέλει να ανοιχτεί μα σαν να ήξερε μόνο να ζωγραφίζει. Στην τελευταία συνεδρία τής έδειξε μια ζωγραφιά. Μια βάρκα σε μια θάλασσα με μεγάλα κύματα. "Είμαι σε αυτή τη βάρκα, είμαι λυπημένη και φοβάμαι πολύ", της είπε ξαφνικά.  Ύστερα η μικρή επέστρεψε στη ζωγραφιά της σαν να την είχαν τρομάξει οι ίδιες της οι λέξεις.
    Τώρα για κάποιο λόγο σκέφτηκε τον εαυτό της σε αυτήν την ηλικία. Τότε που μεγάλωνε με τον παππού της που αφηνόταν στη ζωή. "Άσ' την να είναι λυπημένη, άσ'την να φοβάται, μην πολεμάς φαντάσματα. Ό,τι κι αν κάνεις ποτέ δεν μπορείς να αλλάξεις αυτό που νιώθει ο άλλος. Η ψυχή της θα γιατρευτεί όταν θα είναι έτοιμη να γιατρευτεί", θα της έλεγε. Μα εκείνη πνιγόταν. Γιατί να πρέπει να σώσει τον κόσμο; Γιατί να πρέπει να βρίσκει παντού τα προβληματικά σημεία; Ήξερε τώρα πια πως τις περισσότερες φορές έκανε λάθος. Μπορούσε μόνο να κρατήσει το χέρι αυτού του μικρού κοριτσιού για όσο καιρό θα ήταν μαζί της. Να την αγαπήσει και να την αποδεχτεί όπως ήταν. Λυπημένη και με ένα όνειρο που ίσως χρωμάτιζε κάποτε το φόρεμά της. Και ίσως έτσι κάποια στιγμή το κορίτσι θα έφτανε στη δική του χαράδρα. Η ίδια η μικρούλα μόνο ήξερε πού ήταν και πόσο ψηλά. Θα βουτούσε με φόρα. Θα έπεφτε σε μια πεντακαθαρή θάλασσα. Κι η θάλασσα θα γινόταν παράθυρο, θα άνοιγε και θα έμπαινε άπλετο φως. Τότε θα ξαναγεννιόταν.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Η Αλεπού που αγαπούσε τα ποιήματα


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν μια αλεπού, η Βιργινία. Ήταν έξυπνη και ομορφούλα, όμως ένιωθε πολλή μοναξιά. Στο δάσος όλα τα ζώα έλεγαν πως ήταν πονηρή κι αυτό την ενοχλούσε τρομερά. Δεν της άρεσε να μιλάει με κανένα ζώο. Τους είχε βαρεθεί όλους. Γιατί; Μα γιατί δεν της άρεσαν οι χαρακτηρισμοί. «Η αργή χελώνα», «ο γρήγορος  λαγός», «το τρομαγμένο ελάφι», «το δυνατό λιοντάρι» και άλλα τέτοια ακούγονταν όλη την ώρα. Κι εκείνη η «πονηρή». Μα δεν ήταν πονηρή! Τους το είχε πει τόσες φορές! Κανείς δεν την καταλάβαινε. Η Βιργινία απομονώθηκε από όλους και έκανε μεγάλους περιπάτους.
«Αυτός ο κόσμος είναι πολύ ανόητος!», μονολογούσε περπατώντας μια μέρα και η φουντωτή ουρά της κουνιόταν πέρα-δώθε.
«Βιργινία, είσαι πολύ παράξενη! Όλοι έχουν συνηθίσει αυτόν τον κόσμο, μόνο εσύ γκρινιάζεις διαρκώς», της φώναξε ο σκατζόχοιρος, ο Τιμολέων, που ήταν εκεί και την άκουσε.
«Άντε παράτα μας κι εσύ, Τιμολέοντα!», φώναξε η Βιργινία και έφυγε τρέχοντας σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της.
Κλαίγοντας βγήκε από το δάσος χωρίς να το καταλάβει. Βρέθηκε στις αρχές ενός μικρού χωριού. Στο πρώτο σπίτι ζούσε ένας βοσκός με το τσοπανόσκυλό του, τον Βάγγο. Είχε κι ένα κοτέτσι, τον νεαρό κόκορα τον έλεγαν Μητσάκο και οι κότες είχαν διάφορα ονόματα, η αγαπημένη του Μητσάκου ήταν η Ζουμπουρλή.
Η Βιργινία ένιωθε τόσο δυστυχισμένη που δεν ήξερε τι έκανε. Μερικές φορές συμβαίνει αυτό, όταν είμαστε δυστυχισμένοι, όταν νιώθουμε πως δεν μας καταλαβαίνει κανένας. Έτσι οργισμένη που ήταν μπήκε μέσα στο κοτέτσι έτοιμη να φάει καμιά κότα μήπως ηρεμήσει.
Η Ζουμπουρλή την άκουσε και άρχισε να φωνάζει.
«Κοκοκοκο! Βοήθεια! Μια πονηρή αλεπού ήρθε στο κοτέτσι!»
«Δεν είμαι πονηρή!», ούρλιαξε η Βιργινία.
Γρήγορα ήρθε και ο Μητσάκος. Ήταν τρομαγμένος. Δεν ήταν πολύ καιρό σε αυτό το κοτέτσι και ποτέ άλλοτε δεν είχε μπει αλεπού. Ένιωσε δέος. Τι όμορφη που ήταν, τι ωραία φουντωτή ουρά και τι ωραίο πορτοκαλί χρώμα…
«Δεσποινίς Αλεπού…», της είπε δειλά.
«Βιργινία με λένε», είπε η αλεπού και τα σάλια της έτρεχαν καθώς έβλεπε τη Ζουμπουρλή.
«Το χρώμα σας, δεσποινίς Βιργινία, μου θυμίζει τον ήλιο όταν δύει. Είναι πραγματικά πολύ όμορφο», είπε ο Μητσάκος.
Η Βιργινία σοκαρίστηκε. Κανείς δεν της είχε πει ποτέ τόσο όμορφα λόγια. Της έλεγαν μόνο πως ήταν πονηρή. Έμεινε ακίνητη και κοίταξε τον κόκορα. Ξαφνικά η οργή και η πείνα της πέρασε. Τώρα είχε όρεξη μόνο για να μιλήσει.
«Και η ουρά σας τι υπέροχη», συνέχισε ο Μητσάκος, που ήταν πραγματικά εντυπωσιασμένος. «Σαν μια ζεστή φούντα.»
«Κανείς δεν μου έχει πει ποτέ τόσο όμορφα λόγια», είπε η Βιργινία και τον κοίταζε σαν χαμένη.
«Μα γιατί, δεσποινίς Βιργινία; Φαίνεστε πολύ καλή και έξυπνη. Τα μάτια σας λάμπουν.»
«Πονηρή με ανεβάζουν, πονηρή με κατεβάζουν. Είμαι έτοιμη να πιστέψω πως είμαι τελικά πονηρή. Και ξέρετε, δεν είμαι καθόλου. Μου αρέσει πολύ η ποίηση, έχω ευαισθησίες. Μα κανείς δεν τις βλέπει ποτέ…»
«Μην πιστεύετε ό,τι λένε οι άλλοι για εσάς. Μερικές φορές δεν έχουν την ικανότητα να δουν τι είστε αληθινά. Άλλες φορές θέλουν να βοηθήσουν μα δεν ξέρουν τον τρόπο. Άλλες φορές είναι απλώς κακιασμένοι. Εσείς ξέρετε πιο καλά από τον καθένα τι είστε. Και μιας και είπατε πως σας αρέσει η ποίηση, να έρχεται ο Βάγγος, το τσοπανόσκυλο. Αυτός γράφει ωραία ποιήματα!»
Ο Βάγγος πλησίασε ήρεμος. Στην αρχή είχε τρομάξει με τις φωνές της Ζουμπουρλής μα γρήγορα κατάλαβε πως ο Μητσάκος διαχειριζόταν την κατάσταση. Όταν έβοσκε τα πρόβατα είχε δει μερικές φορές τη Βιργινία να περπατάει μόνη και να μονολογεί πως δεν είναι πονηρή. Την είχε συμπαθήσει.
Οι κότες είχαν όλες κρυφτεί και ήδη είχαν αρχίσει να διαδίδουν πως μια «πονηρή αλεπού» μπήκε στο κοτέτσι. Η Κωσταντώ, η καρακάξα, σύντομα θα το έλεγε σε όλα τα πουλιά του ουρανού. Μα πλέον τη Βιργινία δεν την ένοιαζε καθόλου. Μαζί με τον Μητσάκο και τον Βάγγο έγραψαν ένα ποιήμα. 

Ο ήλιος πορτοκαλής σαν την ουρά μου
Βαρέθηκαν να ακούνε τα αυτιά μου
Πως είμαι μια πονηρή
Έχω ευαισθησία φοβερή
Περίπατο στο δάσος θα κάνω
Κι αν βρω ένα ωραίο αεροπλάνο
Θα μπω και μακριά θα πετάξω
Και σ’ όλους από ψηλά θα φωνάξω
«Αντί ρετσινιές να κολλάτε
Τις δικές σας ουρές να κοιτάτε!»

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

Αταίριαστες κάλτσες

  
Εκείνο το πρωί φόρεσε δυο αταίριαστες κάλτσες. Δεν άντεχε να ψάχνει μέσα στη ντουλάπα για να βρει δυο ίδιες. Ένιωσε τρομερά άσχημα. Σαν να είχε φτάσει στον πάτο της αθλιότητας. Ύστερα πήγε στην καφετέρια όπου εργαζόταν τους τελευταίους μήνες και παραιτήθηκε. Όλοι απόρησαν. Ήταν ο πιο χαμογελαστός σερβιτόρος. Τον αγαπούσαν πολύ οι πελάτες, που ήταν κατά κύριο λόγο συνταξιούχοι που συναντιούνταν εκεί και μιλούσαν για ποίηση. Εκείνος δεν έδωσε εξηγήσεις. Είπε μόνο πως είχε κάποια επαγγελματικά σχέδια, στα οποία έπρεπε να επενδύσει. Ύστερα έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Τα βήματά του ηχούσαν στα αυτιά του σαν πένθιμες καμπάνες.
   Ξαναγύρισε στο σπίτι του, έφτιαξε καφέ και άρχισε να καπνίζει. Η κοπέλα του τον ρώτησε τι έκανε εκεί τέτοια ώρα. Της είπε ότι παραιτήθηκε. Ακολούθησε καβγάς. Τα ίδια λόγια ξανά και ξανά. Δεν μπορούσε εκείνη να πληρώνει μόνη της τα έξοδα του σπιτιού. Εκείνος είχε τα όνειρά του, ποτέ δεν θα τον καταλάβαινε κανείς. Κι εκείνη ήθελε να κάνει ένα μεταπτυχιακό και δεν μπορούσε επειδή έπρεπε να δουλεύει. Τα δικά του όνειρα δεν ήταν ωφελιμιστικά. Για πόσο ακόμη θα ζούσε σαν Δον Κιχώτης; Είχε δοκιμάσει να δουλέψει αυτή σε καφετέρια; Ήταν υποτιμητικό. Καμία δουλειά δεν είναι υποτιμητική. Συνεχίστηκε για ώρα η στιχομυθία που θύμιζε αγώνα ξιφασκίας μέχρι που εκείνη είπε κάτι που τον άφησε στη σιωπή.
"Δεν ήταν το πρόβλημά σου η καφετέρια. Ούτε τα όνειρά σου. Το πρόβλημά σου ήταν ότι είδες χθες τον αδερφό σου."
   Έσβησε το τσιγάρο του και φόρεσε ξανά τα παπούτσια του. Οι κάλτσες του σαν να είχαν ακούσει τη συζήτηση και να τον χλεύαζαν κι αυτές. Έκλεισε την πόρτα πίσω του για να μην ακούσει τη συνέχεια. Ήξερε πως θα τον πονούσε και άρα αυτό θα σήμαινε πως ήταν αλήθεια.
   Ο αδερφός του ήταν σοβαρός και πάνω από όλα οικογενειάρχης. Είχε μια καλή θέση σε ένα υπουργείο και μια όμορφη σύζυγο που του γέννησε τρία όμορφα και έξυπνα παιδιά.  Μερικές φορές μέσα στο χαμόγελό της έβρισκε θλίψη μα δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Ο αδερφός του ήταν πάντα καλύτερος στα μαθήματα και στα αθλήματα, εκείνος είχε μεγαλύτερη εμπειρία στις γυναίκες και ταλέντο στην ποίηση. Τα δυο αδέρφια διαφωνούσαν από τότε που θυμούνταν τον εαυτό τους. Ο ψυχολόγος του του είπε κάποτε πως η στάση του πατέρα τους ήταν το χωράφι πάνω στο οποίο έσπερναν τον ανταγωνισμό τους. Ο πατέρας τους ήταν άνθρωπος που αγαπούσε τις επιτυχίες και μισούσε τα λάθη. Είχε χωρίσει με τη μητέρα τους και έβλεπε τα δυο αδέρφια δύο σαββατοκύριακα τον μήνα, όταν ήταν παιδιά. Φρόντιζε πάντοτε να τους δείχνει πόσα περίμενε από εκείνους. Βαθμούς, μετάλλια, σπουδές κι ύστερα καλούς μισθούς και εγγόνια. Είναι προφανές πως ο ένας γιος από ένα σημείο και μετά έγινε ο αγαπημένος του. Ο άλλος ήταν εκείνος που πάντα τον απογοήτευε. "Η ποίηση δεν είναι κάτι που μπορεί να μετρηθεί σε επιτυχία", του είχε πει μια φορά οργισμένος. "Αν δεν μπορεί να μετρηθεί κάτι, δεν έχει αξία", ήταν η απάντηση του πατέρα. "Ποιος ξέρει τι δικές του ανασφάλειες κουβαλούσε ο πατέρας σας από τον δικό του πατέρα", είχε πει άλλη φορά ο ίδιος ψυχολόγος μα τι μπορούν να κάνουν τα λόγια ενός ψυχολόγου σε ένα χωράφι που σπέρνεται όσο ζεις και αναπνέεις;
    Τα δύο αδέρφια  ήταν μονοζυγωτικοί δίδυμοι, όμως πολύ εύκολα τους ξεχώριζες από το ντύσιμο και τα μαλλιά. Και το ύφος. Το ύφος του ενός ήταν σοβαρό μα υποταγμένο, το ύφος του άλλου ζωντανό και αυθάδικο. Κάποια στιγμή έκοψαν τις επαφές. Ίσως εκείνος να το είχε παρακάνει. Στη βάφτιση του τρίτου του ανιψιού πήγε σχεδόν μεθυσμένος. Στο τραπέζι αγόρευε για ώρες για το πόσο ανόητο είναι κανείς να παντρεύεται. "Θα έπρεπε να είχε καταλάβει ο αδερφός μου πως ο γάμος είναι μια ανοησία. Ανοησία ήταν η οικογένειά μας, όταν ήμασταν μικροί. Εκείνος προσπαθεί να ζήσει την αυταπάτη που δεν έζησε. Μα όλοι οι γάμοι καταλήγουν σε δυστυχία. Θα το δει σύντομα και τότε θα την πληρώσει αυτός ο χαριτωμένος μπόμπιρας που μπήκε στην κολυμπήθρα σήμερα και τα άλλα δύο προηγούμενα." Ο αδερφός του τον άκουγε ιδρωμένος και αμίλητος. Στο ίδιο τραπέζι καθόταν ο υπουργός. Συνηθισμένος ο υπουργός να προσποιείται παντού και πάντα γελούσε τάχα με τα αστεία. Η γυναίκα του αδερφού του την επόμενη του τηλεφώνησε και του είπε πως ήταν απαράδεκτος. Τα δυο αδέρφια δεν ξαναμίλησαν για τρία χρόνια. Η μητέρα τους προσπαθούσε να τους συμφιλιώσει για καιρό, ύστερα βυθίστηκε στη θλίψη. 
    Το προηγούμενο βράδυ ο αδερφός του τον είχε καλέσει στο σπίτι του.  Η μεγάλη του ανιψιά είχε γενέθλια. Θα έκλεινε τα δεκατρία. Είχε απαιτήσει να τον καλέσουν. Είχε περάσει κάποια καλοκαίρια κοντά της, όταν ήταν μικρή και το κορίτσι είχε δεθεί μαζί του. Την είχε μάθει να γράφει ποιήματα. Τώρα εκείνη ήθελε να του τα δείξει. Οι γονείς της αμήχανοι κάλεσαν το μαύρο πρόβατο προετοιμασμένοι για όλα. Εκείνος πήγε κόσμια ντυμένος, με δώρα και χαμογελαστός. Πίσω από το χαμόγελο έβραζε ένα ηφαίστειο. Είχε μετανιώσει για τη συμπεριφορά του στη βάφτιση και δεν προκάλεσε πρόβλημα. Τον ρώτησαν τι έκανε αυτόν τον καιρό και είπε πως δούλευε σε μια καφετέρια. Ο αδερφός του σαν να πήγε να χαμογελάσει χαιρέκακα μα αυτό μπορεί να ήταν απλώς ιδέα του. Ύστερα είπε πως είχε κάποια σχέδια. Ήθελε να εκδώσει μια πολιτιστική εφημερίδα, που θα έδινε φωνή στους ηλικιωμένους. Είχε μιλήσει τόσο με τους πελάτες της καφετέριας που είχε καταλάβει πόσο αποκλεισμένοι νιώθουν οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας. Είχε καταλάβει πόσα κουβαλούν μέσα τους και πόσα έχουν να δώσουν. Ήθελε με την εφημερίδα να τους δώσει τη δυνατότητα να γράφουν ποιήματα, διηγήματα ή άλλα κείμενά τους με τις αναμνήσεις τους και τα όσα έχουν μάθει από τη ζωή. Δεν είχε σκεφτεί πώς θα το έκανε. Δεν είχε σκεφτεί αν γινόταν. Και γι' αυτό δεν έπρεπε να το είχε πει. Γιατί ο αδερφός του αμέσως πήρε την πραγματικότητα και την έτριψε με βία στο πρόσωπό του. Με ένα σωρό επιχειρήματα τού έδειξε πως το σχέδιό του δεν ήταν μια βιώσιμη επιχείρηση. Οπότε εκείνος θα παρέμενε σερβιτόρος  κι ο αδερφός του ο επιτυχημένος οικογενειάρχης. "Δεν είναι εύκολο να ανατρέπεις τους ρόλους που πήρες στην πατρική σου οικογένεια", είχε πει άλλη φορά αυτός ο εκνευριστικός ψυχολόγος που απορούσε μερικές φορές σε τι τον βοηθούσε. "Αν το πάρεις απόφαση να το κάνεις, να είσαι προετοιμασμένος για κανένα σεισμό."
     Όλο το βράδυ λοιπόν είχε πάνω του την αίσθηση της αποτυχίας, όπως ο ναυαγός έχει κολλημένα πάνω του τα βρεγμένα του ρούχα. Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο με αυτούς τους καθωσπρέπει οικογενειάρχες και πήγε να παίξει με τα παιδιά. Μα τότε ένιωσε πως είχε υπάρξει για λίγο παιδί. Από τότε που έγραψε τους πρώτους του στίχους στα εννιά του χρόνια είχε νιώσει πως είχε μεγαλώσει πολύ ξαφνικά και για πάντα. Μα η ποίηση δεν είναι μετρήσιμη όπως όλα όσα εκτιμώνται σε αυτή τη ζωή. Η ποίηση ήταν τώρα πια για εκείνον σαν μια παλιά ερωμένη που έχει αρχίσει να σε κουράζει. Τον άλλο μήνα θα έκλεινε τα τριάντα έξι.
     Είχε δίκιο λοιπόν η κοπέλα του. Ο ανταγωνισμός με τον αδερφό του καθόριζε ακόμη τη ζωή του σαν ένας άνεμος που δεν ξέρεις τελικά από πού φυσά. Ένιωθε καλά, όταν δούλευε στην καφετέρια και του άρεσε που συνείσφερε στα έξοδα του σπιτιού. Είχε γνωρίσει ενδιαφέροντα άτομα, που φαινομενικά θα προσπερνούσε αν τους συναντούσε σε άλλο πλαίσιο. Είχε ετοιμάσει ακόμη μια ποιητική συλλογή που δεν θα εξέδιδε. Μα μήπως έπρεπε τελικά να αποδεχθεί πως αυτό ήταν; Ήταν οι δέκα ποιητικές συλλογές που δεν είχαν εκδοθεί. Ίσως και να έπρεπε να του αρκεί. Ίσως και να του αρκούσε, αν διαρκώς δεν έπρεπε να συγκριθεί με κάτι που δεν τον εξέφραζε, με κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι. Έπρεπε να ξεριζώσει τη σύγκριση από μέσα του, έπρεπε να αφήσει τον θυμό του για τους άλλους να βγει από την καρδιά του και να πετάξει σαν ένα πουλί που δεν θα τον ενδιαφέρει πού πηγαίνει. Γιατί όσο ήταν εκεί, η καρδιά του ήταν μαύρη, πνιγηρή. Δεν ήταν η αληθινή του καρδιά, δεν ήταν οι στίχοι του κι όλα όσα αγαπούσε.
    Γύρισε στο σπίτι του. Η κοπέλα του είχε φύγει από ώρα για τη δουλειά της. Έπρεπε να σταματήσει να την απογοητεύει κι εκείνη, σκέφτηκε μόνο, και δεν ήξερε πώς θα το έκανε πράξη. Μα το σκέφτηκε κι αυτό ήταν η αρχή.
   Έβγαλε τα παπούτσια του. Για ώρα περιεργάστηκε τις αταίριαστες κάλτσες. Έτσι όπως κοιτούσε τα πέλματά του τώρα του φαίνονταν σαν πλάσματα ζωντανά, αστεία, αλλόκοτα. Σαν κούκλες σε ένα κουκλοθέατρο που τώρα πια έπρεπε να τελειώσει για τα καλά.

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2019

Ένα δωμάτιο από έρημο

 
Όλοι στο σπίτι κοιμούνταν κι εκείνη έψαχνε στο κινητό της τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Είχε αρχίσει από καιρό να φοβάται πως έπασχε. Δεν θα ήταν δα και τόσο φοβερό, στην εποχή μας έχεις πολλές πιθανότητες να πάθεις κατάθλιψη, σχεδόν επιβάλλεται να σου συμβεί έστω και μια φορά στη ζωή σου. Άλλοτε δεν συνέβαινε ή το έκρυβαν ή μήπως δεν προλάβαιναν επειδή πεινούσαν και δούλευαν πολύ; Σήμερα ακόμη κι όταν δουλεύεις έχεις λίγο χρόνο να χαζέψεις τις στιλιζαρισμένες φωτογραφίες γνωστών, φίλων και αγνώστων, τα χαμόγελα, τις αγκαλιές, τα όμορφα παιδιά, τα ταξίδια, τα ακριβά εστιατόρια ή τα ευτυχισμένα, ταπεινά οικογενειακά πικ νικ. Μα πότε έγιναν όλοι τόσο ευτυχισμένοι, αναρωτιέσαι, συνήθως όταν μιλάς με κάποιον από κοντά γκρινιάζει για τα οικονομικά ή τα πεθερικά του. Έτσι κι εκείνη, ζούσε την εποχή της όπως όλοι, μέσα σε ρυθμούς πυρετώδεις και βυθισμένη συχνά στο ανούσιο. Και τελευταία βυθιζόταν όλο και πιο πολύ σε μια αίσθηση ματαιότητας που προσπαθούσε να καταπολεμήσει κατηγορώντας άλλοτε τους άλλους, άλλοτε υπερβολικά τον εαυτό της.
  Είχε κάνει όσα έπρεπε να έχει κάνει μια γυναίκα της ηλικίας της, έγινε επιστήμονας, βρήκε καλή δουλειά σε μια πολυεθνική, έκανε οικογένεια. Προσπαθούσε μονίμως να εξισορροπήσει τους ρόλους της, να είναι καλή  μητέρα, όμορφη γυναίκα, υποστηρικτική σύζυγος, επιτυχημένη επαγγελματίας, σωστή κόρη. Η προσπάθεια αυτή την είχε εξαντλήσει και πλέον δεν ήθελε να είναι τίποτα. Φυσικά δεν μιλούσε για αυτό ποτέ. Μηχανικά σηκωνόταν κάθε πρωϊ, αποχαιρετούσε τον άντρας της με ένα φιλί, φρόντιζε για το κολατσιό των παιδιών, μηχανικά τα φιλούσε κι αυτά κι ύστερα πήγαινε στη δουλειά της όμορφα ντυμένη και συνεχώς χαμογελαστή γιατί φοβόταν μήπως ανακαλύψει κανείς πως μέσα της ήταν παγωμένη. Δεν είχε καταλάβει πως είναι πια τόσα τα παγωμένα χαμόγελα σήμερα, που δεν ξεχωρίζουν. Το βράδυ ρωτούσε τάχα με ενδιαφέρον τον άντρα της πώς πήγε η δουλειά του, άκουγε για λίγο τα νέα επιχειρηματικά του σχέδια κι ύστερα έβαζε κρέμες στο πρόσωπό της με λύπη. Ένιωθε πως δεν μπορούσε να σταματήσει να γερνάει, ένιωθε πως μέσα της ήταν ήδη πολύ, πολύ γερασμένη. Φοβόταν πως κάποιο πρωί θα ξυπνούσε με όλα τα μαλλιά της λευκά, πως όλες αυτές οι ρωγμές μέσα της θα γίνονταν κάποια στιγμή ρυτίδες τρομακτικές που δεν θα μπορούσαν πια να κρυφτούν.
  "Ασχολείστε με λάθος τρόπο τόσο με τον εαυτό σας όσο και με τους άλλους κι αυτό σας εξαντλεί", της είπε κάποιος ψυχίατρος που είχε επισκεφθεί για μια μόνο φορά, τότε που της πέρασε από το μυαλό πως θα μπορούσε να αυτοκτονήσει κι εκείνη, όταν διάβαζε συνεχώς για μια αυτοκτονία στο διαδίκτυο. Ήταν αλήθεια, την ενδιέφερε υπερβολικά η γνώμη των άλλων. Από μικρή είχε συνηθίσει να τη θαυμάζουν για την ομορφιά και την εξυπνάδα της. Συνήθως είχε κάποια διορατική συμβουλή να δώσει σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, της άρεσε να νιώθει πως βοηθάει με τα σοφά της λόγια και είχε ακόμη τη φαντασίωση πως γινόταν η επιστήμονας που θα ανακάλυπτε το φάρμακο για τον καρκίνο. Είχε απαίτηση από τα παιδιά της να είναι άψογα, όπως η ίδια. Όταν ήταν μωρά, διάβαζε συνεχώς στο διαδίκτυο για τη σωστή τους ανάπτυξη και συχνά τα σύγκρινε από μέσα της με τα παιδιά των φίλων της και ανακάλυπτε με χαρά πως ήταν πολύ, πολύ ανώτερα. Την ενδιέφερε πού έκαναν διακοπές οι μητέρες των φίλων των παιδιών της της και πόσες καλές γόβες είχαν κι ωστόσο ο κάθε μικρός φθόνος γινόταν τρομερή λύπηση και ενοχή, όταν μια άλλη οικογένεια είχε να αντιμετωπίσει θάνατο, ασθένεια ή διαζύγιο. Στη δουλειά τής άρεσε να αναφέρει τα έξυπνα σχόλια του γιου και της κόρης της και να ακούει από τις πιο νεαρές συναδέλφους της κοπλιμέντα για το πόσο επίπεδη κοιλιά είχε παρά τις δύο εγκυμοσύνες της. Όσο περισσότερο υπέφερε από ανηδονία μέσα της, τόσο περισσότερο λαχταρούσε την επιδοκιμασία των άλλων σαν κάποιος που αργοπεθαίνει από δίψα στην έρημο και μέσα στο παραλήρημά του νομίζει πως βρέχει.
   Εκείνο το βράδυ ένιωθε τόσο άδεια, σχεδόν μπορούσε να ακούσει τις ρωγμές μέσα της, μπορούσε να ψηλαφίσει το κενό με το μυαλό της. Ένιωθε πως την είχαν ξεγελάσει. Της είχαν υποσχεθεί ευτυχία και έκανε για χρόνια υπάκουα και πειθαρχημένα ό,τι της ζητήθηκε. Θα μπορούσε να είναι η γυναίκα πρότυπο της εποχής που καταφέρνει τα πάντα, που έχει τα πάντα όμορφα και σε τάξη. Όμως, η μέση ηλικία την περίμενε εκεί στη γωνία κι εκείνη ένιωθε σαν δυστυχισμένο παιδί που δεν έχει τρέξει. Η εφηβεία των παιδιών της την περίμενε και ήξερε πως δεν είχε αντοχή ούτε για το πρώτο κοπάνημα της πόρτας. Ο άντρας της αποσυρόταν κι εκείνος όλο και περισσότερο στη δουλειά του, στον δικό του κόσμο, στο δικό του κυνήγι. Ίσως κι εκείνος να μην κοιμόταν τα βράδια, ίσως κι εκείνος να ένιωθε πόνο και να φοβόταν πως τα καλύτερα πέρασαν. Ήταν τόσο τελματωμένη η ίδια που δεν την ενδιέφερε. Ήταν θυμωμένη μαζί του και ο θυμός που δεν εκφράζεται για χρόνια μετατρέπεται εύκολα σε παγερή αδιαφορία, όταν παγώνει κάποιος ολόκληρος.
   Τώρα κοιτούσε στην οθόνη της τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Δεν θα ξαναπήγαινε στον ψυχίατρο, την είχε εκνευρίσει πολύ. Είχε φοβηθεί πως δεν θα μπορούσε ποτέ του να καταλάβει τον πόνο της γιατί εκείνη έδειχνε να τα έχει όλα. Η ενοχή για την αχαριστία της ήταν το χειρότερο βάρος. Αφού είχε αποκτήσει όσα ήθελε, όσα είχε θελήσει ήταν εξ αρχής λάθος; Κατηγορούσε τους γονείς της που γέμισαν με αυτά τα όνειρα το παιδικό της κεφάλι, που της έδειχναν πως την αγαπούσαν μόνο όταν τους έδινε λόγο να καμαρώνουν για αυτήν. Κατά βάθος υπέφερε πάντα, όμως, με κάποιο στόχο πάντα ξεχνιόταν. Τώρα είχε φτάσει στην κορυφή και μπροστά της είχε πια μόνο την κατηφόρα.
  Ένιωθε σαν να είχε δηλητηριαστεί από κάποιο φίδι που τη δάγκωσε αιώνες πριν. Έκλεισε τα μάτια. Το όμορφο δωμάτιο σαν να γέμισε ξαφνικά με άμμο, τα πάντα γύρω της έγιναν έρημος κι εκείνη, χαμένη στην έρημο δεν μπορούσε να περπατά άλλο, ούτε να περιμένει μάταια πως θα ξεδιψάσει. Για πρώτη φορά αντίκρυσε μέσα στον πόνο τον αληθινό της εαυτό, κάτι σαν να έλαμψε μέσα της για λίγο, ύστερα έκλεισε τα μάτια κι εξαντλημένη κοιμήθηκε.

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

Ο Δον Κιχώτης και το κορίτσι

Ο Δον Κιχώτης ξύπνησε το πρωί
Πλύθηκε βιαστικά, ντύθηκε
Βγήκε έξω σε μια άνοιξη που όλο αλλάζει
Περπάτησε για ώρα, όλα τον ενοχλούσαν
Κι οι άνθρωποι περπατούσαν σκυφτοί
Η ζωή βάραινε πάνω τους
Και πίσω από τον καθένα απλωνόταν μια τεράστια σκιά

Ο Δον Κιχώτης περπατούσε για ώρα
Προσπέρασε τόσα χαμένα όνειρα
Τόσες ανάξιες ιδέες και τόση λύπη
Ο ήλιος άλλοτε έκαιγε το πρόσωπό του
Κι άλλοτε κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα
Και τότε κρύωνε, τυλιγόταν με το παλτό του
Ένα παλτό παλιό και φθαρμένο
Κι αγαπημένο όσο τίποτα



Ο Δον Κιχώτης κάπνισε ένα τσιγάρο
Την ώρα που η πόλη εργαζόταν
Στα γραφεία οι άνθρωποι ταράζονταν
Κάποιοι γίνονταν πλούσιοι, άλλοι απολύονταν
Άλλοι απλώς δήλωναν το παρόν
Σε μια ακόμη ίδια ημέρα
Μιας ίδιας, αφόρητης ζωής

Ο Δον Κιχώτης είδε ένα κορίτσι που έκλαιγε
Μόνη της ήταν  η μικρή σε ένα παγκάκι
Φοβισμένη μήπως την τιμωρούσαν για το σκασιαρχείο της
Θυμωμένη για όσα της είχαν συμβεί
Μόνη σε έναν κόσμο πάνω από όλα άδικο
Έτοιμη να καταστραφεί
Στις λαίλαπες της νέας εποχής

Ο Δον Κιχώτης πλησίασε το κορίτσι
Και μέσα από το μανίκι του παλιού, φθαρμένου παλτού του
Έβγαλε μια ιστορία γραμμένη με χρυσά γράμματα
Ήταν η μόνη ελπίδα που μπορούσε να της δώσει
Κι ας ήξερε πως συνήθως τέτοιες ελπίδες
Έρχεται η ζωή και τις συντρίβει
Λίγο πριν χαθείς στη στροφή του δρόμου

Το κορίτσι μέσα στα κλάμματα τού χαμογέλασε
Έβαλε την ιστορία βαθιά στην καρδιά της
Τώρα η τύχη θα καθόριζε την τύχη της
Κι ο Δον Κιχώτης λυπόταν βαθιά
Που ήταν μόνο ένας Δον Κιχώτης σύγχρονος
Έβγαινε στους δρόμους κάθε μέρα μόνος
Δίχως άλογο ή πιστό ιπποκόμο
Τριγύριζε κι έδειχνε τόσο συνηθισμένος
Παραπλανούσε τους πάντες
Κι ύστερα γύριζε στο άδειο του σπίτι
Έγραφε και κοιμόταν νηστικός
Λιπόσαρκα ήταν τα όνειρά που τον συντρόφευαν
Κι η άνοιξη αυτή μερικές φορές σαν μανιασμένη
Φυσούσε έναν αέρα τρέλας έξω στο μπαλκόνι του

Ο Δον Κιχώτης ήταν αρκετά μεγάλος πια
Τα κόκαλά του πονούσαν, τα χέρια του έτρεμαν
Οι ιστορίες του γέμιζαν όλο και περισσότερη πίκρα

Μα εκείνη με τα χρυσά γράμματα
Που έβγαλε από το μανίκι του σαν είδε το κορίτσι
Είχε την μόνη προσευχή που τόλμησε ποτέ να κάνει
Το κορίτσι διάβαζε ξανά και ξανά τα χρυσά του γράμματα
Και η ψιλόλιγνη μορφή του συντρόφευε για ώρα
Τα οργισμένα της, πνιγμένα δάκρυα

Τώρα η τύχη της ήταν θέμα τύχης
Και όποιος ορίζει την τύχη θα όριζε
Αν η εποχή θα την κατάπινε αλύπητα
Ή αν ο Δον Κιχώτης θα την είχε σώσει

(Πίνακας: Old man, by Robert Falk)

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

ΠΟΙΗΣΗ

Ανέβηκε στο λεωφορείο
Σε αυτό που θα την οδηγούσε επιτέλους
Στο πεπρωμένο της

Μέσα οι άνθρωποι ψιθύριζαν παράπονα
Τα δέντρα έξω μύριζαν στίχους
Οι δρόμοι τόσο γεμάτοι
Για εκείνη ήταν απλώς
Ένα τεράστιο κενό
Μια απορία


Κατέβηκε κάποια στιγμή
Σε λάθος στάση
Όπως πάντα



Όμως δεν είχε σημασία καμία
Το άρωμα των δέντρων
Έμεινε χαραγμένο
Στο μυαλό της

Κι ύστερα άρχισε να περπατά
Μην ξέροντας ακόμη μια φορά
Το πού πηγαίνει

Κι οι στίχοι έγιναν ποίημα
Προορισμένοι
Να λάμψουν λίγο μέσα της
Για όσο περπατούσε

Μέχρι τον τελευταίο λάθος προορισμό

Και ύστερα θα γίνονταν άλλοι...

(Πίνακας: Jose Trujillo "Fall Street Trees")

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

Ο ακροβάτης

Κάποτε του είπανε πως ήταν ακροβάτης
Σε ύψη μεγάλα άρχισε να σκοινοβατεί
Όλο και πιο ψηλά να φτάνει λαχταρούσε
Μόνο έτσι ένιωθε δύναμη πολλή
Μόνο έτσι ένιωθε
Πως μέσα του υπήρχε

Κι ύστερα το βλέμμα έστρεφε κάτω
Και τότε πώς χανόταν το μυαλό!
Μέσα στη ζάλη ρίχνονταν τα χέρια
Κι έπεφτε από το σκοινί
Κάπως παράταιρα και θλιβερά πολύ

Σε βάθη έπεφτε τότε μεγάλα
Μέσα σε άβυσσο, σε μέρος σκοτεινό
Τόσο πολύ απομακρυνόταν
Που για καιρό δεν ήθελε ξανά
Ούτε μια στάλα φως να δει

Μα όλα αυτά γίνονταν τότε
Κατάλαβε επιτέλους πια
Πως δεν είναι ελατήριο η ψυχή
Πως άλλο να αντέξει δεν μπορούσε
Αυτές τις ψυχοφθόρες, μη ρεαλιστικές
Και τόσο μάταιες εναλλαγές

Τώρα κατάλαβε πως σε έδαφος πατούσε
Σε ίσιωμα, σε επίπεδο σκληρό
Τα χέρια δεν χρειαζόταν να τεντώνει
Τα πόδια ακουμπούσαν σταθερά

Ούτε μεγάλο ύψος, ούτε βάθος
Ούτε τεράστιος, ούτε μικρός πολύ

Ένας σαν όλους
Όπως όλοι

Όπως συνήθως όλοι
Έτσι κι εκείνος τώρα περπατούσε

(Πίνακας: "Acrobat On Tightrope painting"  Henri de Toulouse-Lautre)

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ

Όλη τη μέρα αυτή κοιτούσε
Διάφανος όσο και το τζάμι
Μία τη βροχή, μία τον ήλιο
Μία τον γκρίζο, λυπημένο δρόμο
Και τους σκυφτούς, γοργούς ανθρώπους
Τις θλίψεις που στους ώμους κουβαλούσαν
Τα δέντρα που αν και παγωμένα
Σου δίνουν τις πιο ωραίες ανάσες





Οι σκέψεις έφευγαν με φόρα
Και σαν αόρατος καπνός ξεφεύγαν
Ταξίδευαν, πετούσαν, γύριζαν πίσω
Φέρνοντας χρώματα παραμυθένια
Ιδέες και στίχους, λίγη λύπη
Και όνειρα, όνειρα μεγάλα

Όλη η μέρα η κύλησε έτσι
Εκείνος και τα όνειρά του ήταν μόνο
Η φαντασία τον είχε ολότελα τυλίξει
Σε έναν κόσμο μελαγχολικό, γλυκό και ξένο
Ο αέρας μανιασμένος δύναμη δεν είχε
Για να γκρεμίσει αυτή τη μέρα
Τις ονειροπολήσεις του χειμώνα

Κι ύστερα το απόγευμα ήρθε πάλι
Και ήρθε πάλι το σκοτάδι
Τα χρώματα καλύφθηκαν με μαύρο
Τα όνειρα αρχίσαν να πεθαίνουν
Το τζάμι καθρέφτιζε ξανά τώρα
Τα έπιπλα, αυτά που βλέπει κάθε μέρα
Ένας καναπές, ένα τραπέζι
Μια πόρτα ανοιχτή πιο μέσα
Το φως της λάμπας είχε όμως
Κάθε αλήθεια της ζωής του

Κάπνισε ένα τελευταίο τσιγάρο
Το πιο μελαγχολικό ήταν από όλα
Ήξερε τα όνειρα πως δείχνουν
Όπως η ζωή ποτέ δεν δείχνει
Κι ύστερα σηκώθηκε με φόρα

Από διάφανος άρχισε να παίρνει
Ξανά τη σάρκα και τα οστά του
Να ζει και πάλι τη ζωή του
Μέσα σε εκείνο το σαλόνι

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

ΣΠΡΕΪ ΧΡΥΣΟΣΚΟΝΗΣ

   Στην Εύα Γ.

  Κοίταξε το ρολόι της. Είχε αργήσει αρκετά. Πριν πέντε λεπτά θα έκλεισε η πόρτα του σχολείου. Περπατούσε γρήγορα και τα πόδια της πονούσαν. Στο χέρι της η σακούλα πηγαινοερχόταν προκαλώντας της μεγάλο άγχος. Μέσα στη σακούλα είχε ένα χρυσόψαρο για την εξάχρονη κόρη της. Της το είχε πάρει για τα γενέθλιά της. Την ημέρα των γενεθλίων δούλευε ως αργά και η μικρή είχε στενοχωρηθεί. Τρεις μέρες μετά, εκείνο το μεσημέρι είχε βρει λίγο χρόνο για να αγοράσει το δώρο. Όμως, όπως συνήθως δεν είχε υπολογίσει καλά τον χρόνο και πάλι θα αργούσε να την πάρει. Η δασκάλα ήδη της είχε κάνει δυο φορές παρατήρηση. "Νομίζω πως έχω ελαττωματική αίσθηση του χρόνου, από παιδί έτσι ήμουν", της είχε πει χαμογελώντας, όμως η δασκάλα την είχε κοιτάξει αυστηρά. "Πώς περιμένετε να γίνει η κόρη σας συνεπής; Αν όλοι οι γονείς αργούν, δεν μπορούμε κι εμείς να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας." Είχε νιώσει αρκετά ταπεινωμένη όμως σε εκείνη τη φάση της ζωής της δεν είχε την πολυτέλεια να θρηνεί για κάθε τέτοια μικρή ταπείνωση.

   Την ώρα που περνούσε έξω από την καφετέρια δίπλα στο σχολείο ένας διανομέας πίτσας έπεσε πάνω της με δύναμη.  Είχε αργήσει κι εκείνος να παραδώσει κάποια παραγγελία. Η πίτσα έπεσε στον δρόμο, ευτυχώς κλειστή. Ο διανομέας τη σήκωσε και έφυγε βιαστικά ρίχνοντάς της μια  θυμωμένη ματιά. Εκείνη σήκωσε τον σκούφο της, που είχε πέσει κάτω, και όταν κατάλαβε ότι η σακούλα που κρατούσε είχε φύγει από το χέρι της έβγαλε μια πολύ δυνατή φωνή. Σαν να την έσφαζαν. Ή σαν να είχε δει κάτι πραγματικά αποτροπιαστικό. Η μικρή σακούλα, στην οποία βρισκόταν το χρυσόψαρο, είχε σπάσει και το κόκκινο πλασματάκι σπαρταρούσε στον δρόμο. Τρομαγμένος  από την κραυγή της ο ιδιοκτήτης της καφετέριας βγήκε έξω τρέχοντας.
"Γρήγορα! Ένα ποτήρι νερό φέρτε μου!", ούρλιαξε εκείνη.
Ο ιδιοκτήτης της καφετέριας χωρίς να έχει καταλάβει τι συνέβαινε έτρεξε κι έφερε ένα ποτήρι νερό. Εκείνη άρπαξε το κόκκινο ψαράκι με την πρώτη. Φαίνεται πως η απελπισία και η αδρεναλίνη τη βοήθησαν να είναι αποτελεσματική. Το έριξε μέσα στο ποτήρι με το νερό που της έδωσε ο ιδιοκτήτης της καφετέριας κι ύστερα αφού βεβαιώθηκε πως το ψαράκι κολυμπούσε ξέσπασε σε κλάματα. Κάθισε στο παγκάκι έξω από το σχολείο μην μπορώντας να σταματήσει. Ο άντρας μπήκε μέσα κουνώντας το κεφάλι.
 "Δεν πάμε καλά...", μουρμούρισε μόνο μέσα από τα δόντια του.
    Ακόμη μια φορά μισούσε τον εαυτό της. Πώς τα κατάφερνε πάντα έτσι; Γιατί δεν μπορούσε να υπολογίσει τον χρόνο σωστά και γιατί ήταν τόσο αδέξια και γιατί σε αυτή της τη δυσκολία αντιδρούσε με τόση βαριά ενοχή; Τι παράδειγμα θα έδινε στην κόρη της; Είχε δίκιο η δασκάλα. Ήταν μια ανίκανη μητέρα, που έχασε τα γενέθλια του παιδιού της και παραλίγο να δολοφονήσει εν ψυχρώ το δώρο του. Οι λυγμοί τράνταζαν τους ώμους της κι εκείνη τη στιγμή πέρασε πάλι από μπροστά της ο διανομέας πίτσας χωρίς την πίτσα. Καθόλου δεν τον ένοιαζε που η πίτσα που είχε παραδώσει σε κάποια άτυχη οικογένεια είχε πέσει ακριβώς δίπλα σε περιττώματα σκύλου. Γιατί δεν μπορώ να είμαι σαν αυτόν;, σκέφτηκε. Γιατί εγώ πρέπει να καταρρέω στο κάθε λάθος; Δεύτερο κλάμα ξεκίνησε, όταν ο διανομέας πίτσας έστριψε στη γωνία.
  Έτσι όπως κοιτούσε τα γυαλιστερά λέπια του ψαριού που κολυμπούσε αμέριμνο στο μικρό ποτήρι θυμήθηκε ξαφνικά κάτι. Το σπρέι χρυσόσκονης. Το είχε ανακαλύψει σε ένα κατάστημα με είδη ζωγραφικής στα δεκαέξι της, τότε που στο πλυσταριό του σπιτιού της είχε στήσει το πρώτο της και μοναδικό εργαστήρι. Έμενε εκεί για ώρες και ζωγράφιζε, ξεχνούσε τους γύρω της και ήταν οι μόνες στιγμές τότε που αγαπούσε αληθινά τον εαυτό της. Ζωγράφιζε τη μοναξιά της και την απελπισία της, τα όνειρά της, τους έρωτες και τις φιλοδοξίες της, την αγάπη και το μίσος της, τον θυμό, τον φόβο, τη χαρά, την απέχθεια και τη στοργή της. Η μητέρα της φώναζε πως δεν διάβαζε πολύ μα δεν την ενδιέφερε. Ήταν σίγουρη πως θα γινόταν κάποτε σπουδαία ζωγράφος. Ήταν τόσο σίγουρη που είχε κάνει και τους συμμαθητές της στο σχολείο να το πιστεύουν. Αυτό το σπρέι χρυσόσκονης! Ξαφνικά εκεί που έκλαιγε άρχισε να γελά δυνατά. Να γελά και να θυμάται αυτόν τον παλιό, ξεχασμένο εαυτό της.
   Την είχε ενθουσιάσει τόσο η χρυσόσκονη στις ζωγραφιές της. Όμως, παρορμητική όπως πάντα, δεν είχε διαβάσει τις οδηγίες χρήσης. Μετά τη χρήση έπρεπε να γυρίσει το σπρέι ανάποδα. Κι εκείνη δεν το έκανε την πρώτη φορά που το χρησιμοποίησε. Την επόμενη μέρα δεν έβγαινε χρυσόσκονη από την τρυπούλα. Παρορμητική ακόμη μια φορά, με την άκρη ενός λεπτού πινέλου προσπάθησε να το"ξεβουλώσει". Το σπρέι χρυσόσκονης τότε, λες και ενοχλήθηκε ιδιαίτερα, εκδικητικά άρχισε να ρίχνεται στο πρόσωπό της φυσώντας ταυτόχρονα σαν κακός άνεμος. "Μαμά μου!", φώναξε κι άρχισε να τρέχει πάνω κάτω. Με τρόμο συνειδητοποίησε πως δεν έβλεπε τίποτα. "Μαμά, τυφλώθηκα!", ούρλιαζε και η μητέρα της ήρθε τρέχοντας αναστατωμένη. Μέχρι να μπορέσει να αντικρίσει πάλι τον κόσμο είχε ήδη φαντασιωθεί πως γινόταν μια τυφλή ζωγράφος, οι πίνακες της οποίας θα πουλούνταν για δισεκατομμύρια κι εκείνη θα αποδείκνυε πως όλα μπορεί να τα κάνει κανείς αν έχει θέληση. Τελικά το μόνο δυσάρεστο ήταν ότι την επόμενη μέρα πήγε στο σχολείο με χρυσά φρύδια και χρυσές βλεφαρίδες, όμως όπως αναφέρθηκε ήδη οι συμμαθητές της ήταν πεπεισμένοι πως θα γινόταν μεγάλη ζωγράφος και αντιμετώπισαν με δέος την περιπέτεια στο αυτοσχέδιο εργαστήρι.
   "Είστε καλά;", η δασκάλα της κόρης της την σκουντούσε για ώρα κι εκείνη επιτέλους ξύπνησε από τις ονειροπολήσεις της.
"Καλά, καλά, ναι. Χίλια συγγνώμη που άργησα, ό,τι και να πείτε έχετε δίκιο...", είπε με το ίδιο ύφος που απολογήθηκε στη διευθύντρια του λυκείου της, όταν εκείνη θεώρησε πως επίτηδες έβαψε τα φρύδια της χρυσά και την απείλησε με αποβολή. Κι ύστερα ξέσπασε πάλι σε κλάματα.
"Δεν πειράζει, δεν πειράζει. Μα τι συνέβη; Θα συνέβη κάτι φρικτό για να κλαίτε έτσι. Μια στιγμή να σας φέρω ένα χαρτομάντιλο...", είπε η δασκάλα κι έτρεξε μέσα.
    Έβαλε πίσω από τα αυτιά της μια τούφα που έπεφτε στα μάτια της. Τώρα έπρεπε να βρει μια καλή δικαιολογία για να μη γελοιοποιηθεί εντελώς στη δασκάλα της κόρης της. Σκέψου, σκέψου, έλεγε στον εαυτό της και τότε γύρισε και κοίταξε το χρυσόψαρο, που αμίλητο κολυμπούσε κρατώντας ποιος ξέρει πόσα μυστικά.
"Πάρτε ένα χαρτομάντιλο, ηρεμήστε, θα περάσει ό,τι κι αν είναι...", είπε η δασκάλα και της χάιδεψε την πλάτη.
"Ναι, ναι, θα περάσει, όλα περνάνε. Πού να σας έλεγα για το επεισόδιο με τη χρυσόσκονη. Νόμιζα πως είχα τυφλωθεί...", είπε και πήγε να χαμογελάσει μα συγκρατήθηκε κατανοώντας πως μπορεί η δασκάλα να καλούσε τη Πρόνοια θεωρώντας την ακατάλληλη κηδεμόνα. Σοβάρεψε και είπε κοφτά.
"Να πάρω τη μικρή. Άργησα, ζητώ συγγνώμη. Είχα ένα ατύχημα στον δρόμο. Δεν θα επαναληφθεί."
"Ναι, πάω να σας τη φέρω, είπε η δασκάλα. Εύχομαι να μην ήταν σοβαρό."
"Ένα μόνο θα σας πω. Παρά λίγο να επέλθει θάνατος αλλά κατάφερα να τον αποτρέψω."
"Είναι φοβερή η ζωή, είπε η δασκάλα. Τη μία είσαι εδώ, την άλλη δεν είσαι."
Έφυγε κουνώντας το κεφάλι και λίγο μετά γύρισε με το κοριτσάκι.
"Μαμά! Πάλι άργησες!", της είπε η μικρή μουτρωμένη.
    Την πήρε από το χέρι και όταν βεβαιώθηκε πως η δασκάλα είχε μπει πάλι μέσα στο σχολείο, της έδειξε το χρυσόψαρο.
"Για σένα!"
Το κοριτσάκι άρχισε να χοροπηδάει και να κοιτάζει το ψαράκι με λατρεία.
"Πώς το λένε, μαμά;"
"Χρυσόσκονη", απάντησε χωρίς να το σκεφτεί.
"Ναι! Χρυσόσκονη! Πόσο του πάει αυτό το όνομα! Μαμά, σ' αγαπώ τόσο πολύ!"
     Γύρισαν αργά στο σπίτι εκείνο το μεσημέρι. Αφού πήγαν πάλι στο κατάστημα με τα κατοικίδια για να μπει η Χρυσόσκονη ξανά σε μικρή σακούλα, πέρασαν από το ίδιο κατάστημα με τα είδη ζωγραφικής από το οποίο ψώνιζε όταν ήταν έφηβη. Αγόρασε διάφορα υλικά, πολλά χρώματα και  πινέλα και μια μεγάλη ακουαρέλα. Τη μεγαλύτερη που είχαν. 
   Δεν είχε καθόλου χώρο στο σπίτι για αυτοσχέδιο εργαστήρι, όμως σκέφτηκε ότι και στο μικρό της γραφείο, τα βράδια όταν θα κοιμόταν η οικογένειά της, θα άρχιζε ξανά να ζωγραφίζει τη θλίψη της και την ευτυχία της, την κάθε ταπείνωση και την κάθε μικρή και μεγάλη ικανοποίηση. Θα προσπαθούσε σε αυτό το μπλοκ να ζωγραφίσει την αδεξιότητά της. Ακόμη και αυτην την ελαττωματική αίσθηση του χρόνου που είχε, που τη βασάνιζε τόσο. 
    Κι έτσι παρέα με το κόκκινο ψαράκι, που τώρα πια είχε μετοικήσει σε μια ωραία γυάλα με μπλε βοτσαλάκια, ζωγράφισε εκείνο το βράδυ, όταν όλοι κοιμούνταν, ένα χαλασμένο ρολόι.  Ένα χαλασμένο ρολόι μελαγχολικό και λίγο αστείο, ίσως. 
Ένα χαλασμένο ρολόι έτοιμο να κλάψει πασπαλισμένο όμως με μπόλικη χρυσόσκονη.

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Αναχρονιστικό, ρομαντικό ή απίστευτα περιττό

 
Γύρισε στο διαμέρισμά της κάπως κουρασμένη. Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι η βροχή ήταν πολύ δυνατή. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι περπάτησε αρκετά σε μια πόλη που έμοιαζε μετά από πολύ καιρό καθαρή, σαν μια πόλη μετά από μπουγάδα. Χρειάζονται και οι δυνατές βροχές, σκέφτηκε. Χρειάζεται και η ορμή μερικές φορές. Δεν υπάρχει αληθινή ζωή χωρίς ορμή, αν την εμποδίσουμε να μας παρασύρει επικίνδυνα, απλώς μας τοποθετεί σε άλλη θέση. Εκείνη δεν άντεχε να βρίσκεται για πολύ στην ίδια θέση. Κάτι μετά από λίγο την έπνιγε, έπρεπε να προχωρήσει παρακάτω, να ανακαλύψει κάτι καινούριο. Σε όλους τους τομείς. Στην ερωτική και την επαγγελματική της ζωή, στις φιλικές της σχέσεις, στα ενδιαφέροντά της. Συνεχώς περιφερόταν από το ένα τετράγωνο στο άλλο σαν πιόνι ζαλισμένο, χαμένο, μεθυσμένο ή απλώς πολύ υπερκινητικό. Σαν πιόνι που δεν ξέρει τι θέλει. Ανικανοποίητη, ευερέθιστη, φοβισμένη, με λαχτάρα, σαν διψασμένος ταξιδιώτης, που δεν καταφέρνει ποτέ να ξαποστάσει γιατί όλο και κάτι καινούριο προκύπτει στην ατέλειωτη διαδρομή του.
  Στα νεανικά της χρόνια αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Οι νέοι συνεχώς αλλάζουν συντρόφους, πεποιθήσεις, όνειρα. Συνήθως θέλουν να δοκιμάσουν πριν καταλήξουν. Είναι λίγοι  όσοι στο τέλος κάθε δεκαετίας τους θέλουν να πάρουν τις επιλογές τους και στην επόμενη. Όμως, μεγαλώνοντας οι άνθρωποι αρχίζουν να κατασταλάζουν ή να νομίζουν πως κατασταλάζουν. Άλλοι νιώθουν έτοιμοι να κάνουν οικογένεια και όταν την κάνουν μπορούν να την υποστηρίξουν, άλλοι υποκύπτουν στα πρότυπα που τους επιβλήθηκαν και ύστερα παραπαίουν, πνίγονται στις ευθύνες, στους περιορισμούς των γονεϊκών ρόλων. Παραπαίοντας θα συνεχίσουν τη ζωή τους και ενδέχεται μετά να αρρωστήσουν ή κάποια στιγμή θα επαναστατήσουν απλώς επειδή η κοιμισμένη επιθυμία τους θα ξυπνήσει με κάποιο τρόπο ανώριμο ίσως και τερατώδη. Σε αυτές τις δύο κατηγορίες ανήκαν οι περισσότεροι φίλοι της, είχαν οι περισσότεροι βουτήξει σε κόσμο εγκυμοσύνων, θηλασμού, παιδικών ιώσεων και παιδικών εκρήξεων θυμού. Είχαν βουτήξει στον κόσμο της εκπαίδευσης, στα σχολεία, τα αγγλικά και τις παιδικές εξωσχολικές δραστηριότητες, που εκείνη θεωρούσε πως πολλαπλασιάζονταν σαν ένα καρκίνωμα, που στο τέλος θα έπνιγε κάθε παιδικό αυθορμητισμό.  "Σε λίγο θα κάνετε μαθήματα αγγλικών στα έμβρυα", είχε πει στην καλύτερή της φίλη και μητέρα της βαφτιστήρας της και είχε γελάσει σαρκαστικά. "Είναι καθήκον μας να δίνουμε στα παιδιά όσο το δυνατόν περισσότερα εφόδια, εφόσον οι άλλοι γονείς τα δίνουν. Αν τα άλλα παιδιά ξέρουν τρεις ξένες γλώσσες και το δικό μου δύο,  θα υπολείπεται σοβαρά και δεν θα μπορέσει να ανταγωνιστεί τους υπόλοιπους. Βλέπεις τι ανεργία υπάρχει...", είχε απαντήσει η φίλη της με τρομερή σοβαρότητα. "Είσαι ηλίθια!", είχε σκεφτεί να της φωνάξει, μα κρατήθηκε. "Είναι μόνο τριών χρόνων, είναι λίγο νωρίς να μιλάς για ανεργία και ανταγωνισμό...", είπε μόνο κι ύστερα αγκάλιασε τη βαφτιστήρα της με βαθιά αγάπη σαν να ήθελε να προστατέψει την παιδική της αθωότητα από την ίδια τη γυναίκα που έφερε στον κόσμο αυτήν την αθωότητα. Πραγματικά ένιωθε τόσο γλυκά, τόσο προστατευτικά απέναντι σε αυτή τη μικρή.
  Εκείνη δεν ήθελε να φέρει δικό της παιδί σε αυτόν τον κόσμο. Είχε πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού της πως κάποτε θα ταξίδευε στην Αφρική ή τη Νότιο Αμερική για να μοιράζει τρόφιμα σε πεινασμένα παιδιά ή θα τάιζε με μπιμπερό ορφανά ελεφαντάκια. Για να γίνει βέβαια αυτό θα έπρεπε πρώτα να έχει καταπολεμήσει την μετρίου βαθμού υποχονδρία της και την εμμονή της με το ντους και το λούσιμο. Είχε καιρό, όμως. Ένιωθε ακόμη πολύ νέα κι ας έβλεπε τα πρόσωπα των μαμάδων φιλενάδων της να αρχίζουν σιγά-σιγά να σπάνε από την αϋπνία. Ένιωθε νέα και ήταν καλά, όμως, τελευταία κάτι σε αυτό το ασταμάτητο πέρα-δώθε της ύπαρξής της είχε αρχίσει να την κουράζει. Δεν ήταν τόσο ότι ζήλευε τους οικογενειάρχες, ήταν δική της επιλογή να μην προχωρήσει σε γάμο και τεκνοποιία με έναν σύντροφο με τον οποίο θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένη. Ένιωθε ικανοποιημένη που ήταν ένα πιόνι που περπατούσε ανάμεσα στα άλλα κουρασμένα πιόνια σιγοτραγουδώντας, όμως κάτι τελευταία είχε αρχίσει να την ενοχλεί. Παλιότερα, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι όταν την ενοχλούσε κάτι, προσπαθούσε να το εντοπίσει στους γύρω της ή στον κόσμο. Τώρα ήξερε πως αυτό το κάτι ήταν δικό της, ολοδικό της, γεννημένο μέσα της και έτοιμο πάντα να της μάθει κάτι.
    Πήγε στο μικρό κουζινάκι της γκαρσονιέρας της και έφτιαξε καφέ. Θα κάπνιζε ευχαρίστως μα τώρα που πλησίαζε τα σαράντα ο φόβος της για τις αρρώστιες σκότωνε την ευχαρίστηση από το τσιγάρο, από αυτή τη σατανική παρέα που σε παρηγορεί σαν ένας άνθρωπος που σου κάνει τον καλό μα θα σε αρρωστήσει. Πήρε τον καφέ της λοιπόν και άνοιξε το μικρό ραδιοφωνάκι της. Ένα μπλε ψηφιακό ραδιοφωνάκι, που είχε βρει τυχαία σε κάποιο κατάστημα και αγόρασε ενστικτωδώς. Η νεαρή υπάλληλος την είχε κοιτάξει με απορία. Είναι υπερβολή να έχεις ένα μικρό ραδιοφωνάκι σε έναν κόσμο όπου μπορείς να ακούς μουσική από το κινητό ή τον υπολογιστή σου; Ή πισωγύρισμα; Αναχρονιστικό, ρομαντικό ή απίστευτα περιττό; Εκείνη ως γνήσια αρρωστοφοβική χαιρόταν απλώς επειδή το μικρό ραδιοφωνάκι δεν έχει ακτινοβολία. Και επειδή μπορούσε να αλλάζει όλη την ώρα σταθμούς. Άκουγε ένα τραγούδι και λίγο πριν τελειώσει έψαχνε άλλο. Εκνευριζόταν, όταν πετύχαινε ένα τραγούδι που αγαπούσε στη μέση ή όταν όλα τα τραγούδια της ακούγονταν απίστευτα χαζά. Όμως, συνέχιζε να ψάχνει, να ψάχνει, να αναζητά ασταμάτητα. Όπως έκανε μικρή. Τότε που υπήρχαν μικρά ραδιόφωνα. Θυμήθηκε τη νύχτα που ανακάλυψε τη μαγεία του ραδιοφώνου φερμένη από κάποια ακουστικά. Στην προεφηβεία της, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του πατέρα της, σε ένα ταξίδι, από το οποίο για λόγο που δεν θυμόταν έλειπε ο αδερφός της  κι έτσι μπορούσε να ξαπλώνει και να κοιτάζει τα νυχτερινά φώτα να περνούν από το παράθυρο του αυτοκινήτου και ίσως και τα αστέρια. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε δει αστέρια σε εκείνο το ταξίδι. Μα δεν έχει και πολλή σημασία. Όταν είσαι παιδί, τα αστέρια είναι έτσι κι αλλιώς μέσα σου.
  Τα τραγούδια εναλλάσσονταν και μαζί με αυτά και η ευχαρίστηση ή ο εκνευρισμός της. Κι εκείνη άλλαζε συνεχώς σταθμούς. Αποφάσισε να αγοράσει ένα ίδιο ραδιοφωνάκι στη βαφτιστήρα της. Για να μπορεί να ακούει ό,τι θέλει. Για να νιώσει λίγο πώς είναι να επιλέγεις. Μήπως και μπορέσει κάποτε να επαναστατήσει και έτσι καταφέρει υγιώς να ενηλικιωθεί. Και τότε αναρωτήθηκε αν η ίδια είχε τελικά ενηλικιωθεί. Αν είχε όντως κάποτε επαναστατήσει. Αν τελικά μπορεί οποιοσδήποτε άνθρωπος να επαναστατήσει αληθινά και αληθινά να ενηλικωθεί. Με λύπη της ένιωσε τότε πως ακόμη κι αν κατάφερνε κάποτε να νικήσει την εμμονή της με το ντους και το λούσιμο και τον φόβο της για τα μικρόβια, ακόμη κι αν κατάφερνε να ταϊσει όλα τα στερημένα παιδιά της Αφρικής και όλα τα ορφανά ελεφαντάκια, κατά βάθος θα παρέμενε ίσως και για πάντα αυτό το μικρό κορίτσι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του πατέρα της. Που άλλαζε σταθμούς, που ανακάλυπτε με μανία. Που κοιτούσε τα αστέρια ή και όχι.
  Με μανία συνέχισε να αλλάζει τους σταθμούς τώρα στο μπλε ραδιοφωνάκι. Κι ύστερα η βροχή ξανάρχισε. Με ορμή χτυπούσε το τζάμι. Με ορμή τής έλεγε πως κάτι την ενοχλούσε. Κάτι όχι στους δρόμους που σε λίγο θα πλημμύριζαν και όχι στους φίλους της που μεγάλωναν τα παιδιά τους σαν να ετοίμαζαν άλογα πίστας ή καλογυαλισμένα προϊόντα σε κινούμενους διαδρόμους εργοστασίου. Κάτι ούτε καν στην ανθρώπινη φύση ή τη σημερινή κοινωνία της υπερβολής που έκανε τους φίλους της να μεγαλώνουν έτσι τα παιδιά τους. 
  Ήταν κάτι γεννημένο από την ίδια, κάτι απόλυτα δικό της, ολοδικό της. Κάτι που όταν κατάφερνε να το κοιτάξει σωστά έκρυβε για εκείνη ένα ακόμη λυπητερό, γλυκό, ανορθόδοξο, απρόσμενο καινούριο μάθημα.