Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

Αυστηρός κριτής και γαλήνιος

   
Ήταν Χριστούγεννα και πήγε να επισκεφθεί τη γριά μάνα του στο χωριό. Μόνος του με τα παιδιά του. Η γυναίκα του ήταν πολύ απασχολημένη με διάφορα ψώνια και την ετοιμασία του σπιτιού για την Πρωτοχρονιά. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Πρώτον, επειδή χαιρόταν γιατί θα περνούσε χρόνο με τους γιους του, που έβλεπε πολύ λίγο λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Δεύτερον, επειδή τη σύζυγο συνήθως την ενοχλούσε η άνοια της μητέρας του σαν να ήταν ελάττωμα του χαρακτήρα της. "Μα είναι δυνατόν να μην με θυμάται; Τόσο καλή νύφη είμαι!", έλεγε θιγμένη με αυτό το ύφος που έπαιρνε μερικές σαν όλος ο κόσμος να είχε δημιουργηθεί για να είναι στα πόδια της. Οι δυο γιοι του, που πήγαιναν στο δημοτικό, αγαπούσαν τη γιαγιά τους. Όπως όλα τα παιδιά είχαν μια φυσική τάση να αποδέχονται το οτιδήποτε, ακόμη και μια γιαγιά που ξεχνάει τα πάντα, μπορούσαν να συνεχίσουν να την αγαπούν και να γελάνε φιλικά μαζί της, όχι κοροϊδευτικά, ούτε επειδή ένιωθαν άβολα. Σαν να ένιωθαν πως το τραγικό από το κωμικό απέχουν μια στάλα και προτιμούσαν έτσι  να γελούν αντί να κλαίνε γοερά.
    Όταν μπήκαν στο σπίτι, η γιαγιά καθόταν στο τζάκι, ήρεμη, χαμογελαστή. "Καλώς τα παιδιά", είπε γελώντας μα δεν ήξερε ποια ήταν αυτά τα παιδιά κι αυτός ο άντρας, ο γιος της, που αμήχανος την κοιτούσε και δεν ήξερε αν έπρεπε να την αγκαλιάσει. "Καθίστε, ελάτε να ζεσταθείτε. Κάνει πολύ κρύο σήμερα." Εκείνος πήρε ελπίδα. Ίσως και να μπορούσε να τον θυμηθεί έστω για λίγο. Ένιωθε τύψεις που δεν την επισκεπτόταν συχνά και η αδερφή του είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά τη φροντίδα της. Θα ήταν πολύ σημαντικό για εκείνον να αναγνώριζε η μάνα του πως πήγε να τη δει. Πως δεν την εγκατέλειψε. Πως την αγαπούσε πολύ ακόμη.
   Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η αδερφή του. "Τα άλογα τα ταϊσατε;", ρώτησε η γιαγιά. Η αδερφή του τού εξήγησε πως το ρωτούσε αυτό κάθε μέρα. Κάποτε σε αυτό το σπίτι είχαν άλογα και η γιαγιά τα τάιζε κάθε μέρα. Πλέον ήταν το μόνιμο άγχος της. "Τα τάισα, τα τάισα, μάνα, μην ανησυχείς...", είπε η αδερφή του. "Ελάτε, ελάτε να ζεσταθείτε", ξανάπε η γιαγιά. Ύστερα τον ρώτησε αν έρχονταν από το διπλανό χωριό. Ένα σφίξιμο στην καρδιά του σαν τανάλια γινόταν όλο και πιο έντονο.
    "Θυμάσαι πόσο σκληρά δούλευε;", είπε η αδερφή του, που περνώνας τόσο χρόνο με τη γιαγιά είχε αρχίσει κι εκείνη να ζει στο παρελθόν, στην αγροτική ζωή, στα παιδικά τους χρόνια. "Ναι", απάντησε εκείνος μονολεκτικά. Θυμήθηκε πως όταν μάζευαν τις ελιές η μάνα του ξυπνούσε δυο ώρες πριν από τον πατέρα του και τον μεγάλο αδερφό του για να μαγειρέψει το φαγητό που θα έπαιρναν μαζί. Τάιζε τα ζώα κι ύστερα έφευγαν. Όταν οι άντρες κατάκοποι αποφάσιζαν πως τελείωσε η δουλειά για εκείνη τη μέρα, εκείνη έλεγε, "Ελάτε, να κάνουμε κι αυτό το δέντρο!" Οι άντρες αρνιούνταν κι ύστερα γύριζαν, τους έβγαζε το βραδινό και κοιμόταν δυο ώρες αφότου είχαν κοιμηθεί εκείνοι. Εκείνος ήταν το μικρότερο παιδί, με διαφορά είκοσι χρόνων από τον μεγάλο, που είχε πεθάνει λίγο πριν την εμφάνιση της άνοιας. Δεν δούλεψε ποτέ στα χωράφια, μόνο διάβαζε για να σπουδάσει, να βρει μια δουλειά στην πόλη, να κάνει οικογένεια. Παντρεύτηκε μεγάλος κι έκανε παιδιά μεγάλος και τώρα λυπόταν τόσο που η μάνα του που τόσο ήθελε να τον δει πατέρα δεν μπορούσε να καταλάβει πως τα γελαστά αγόρια δίπλα της ήταν τα εγγόνια της.
     "Ελάτε να τραγουδήσουμε, παιδιά....", είπε η γιαγιά στα παιδιά κι άρχισε να τραγουδά ένα τραγούδι αλλόκοτο, βγαλμένο από μια εποχή μακρινή, που είχε αρχίσει να χάνεται εδώ και πολύ καιρό. Τα παιδιά την κοιτούσαν παραξενεμένα μα άκουγαν προσεκτικά. Ο μικρός δειλά τη χάιδεψε στο μπράτσο κι εκείνη χαμογέλασε.
"Είμαστε τυχεροί, είπε η αδερφή του.  Θα μπορούσε να είναι επιθετική, να αγχώνεται, να φοβάται. Είναι σχεδόν πάντα χαρούμενη. Πολλές φορές νομίζει πως υπάρχουν παιδιά τριγύρω και γελά μαζί τους."
"Μα δεν θυμάται τίποτα πια...", είπε εκείνος και δεν μπορούσε να συμμεριστεί τη θετική διάσταση της κατάστασης.
"Τι να κάνουμε; Ο Θεός τα στέλνει αυτά. Μπορούμε να κάνουμε κάτι;", είπε εκείνη με την απόλυτη, απλή πίστη του παραδοσιακού ανθρώπου στα θεία. Εκείνος, όμως, διαφωνούσε. Ήταν μορφωμένος, είχε διαβάσει πολύ και δεν μπορούσε να μην αμφισβητεί τη θεία πρόνοια βλέποντας γύρω του καθημερινά ένα κόσμο γεμάτο βία και αδικία. Είχε σταματήσει από μικρός να πιστεύει στον Θεό, μα ήταν μερικές φορές, όπως τώρα που έβλεπε τη μάνα του έτσι ή όταν καμιά φορά στον δρόμο έβλεπε κάποια γυναίκα να ζητιανεύει με ένα μωρό στην αγκαλιά που ένιωθε ένα κρύο να τυλίγει την ύπαρξή του ολόκληρη, να τυλίγει όλον τον κόσμο. Γινόταν τότε σαν ένα μικρό έντομο που αιωρείται στον ιστό μιας τεράστιας αράχνης και περιμένει να καταβροχθιστεί, μόνο που η αράχνη αυτή δεν ερχόταν ποτέ και το μόνο που έμενε ήταν η ακινησία και ο τρόμος.
    "Πάω μια βόλτα, παιδιά μείνετε με τη θεία", είπε απότομα και σηκώθηκε. Βγήκε έξω και ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος. Του είχε σχεδόν κοπεί η ανάσα. Γιατί ένιωθε τόσο τρόμο; Μήπως δεν ήταν τελικά από αγάπη για τη μάνα του αλλά επειδή φοβόταν τα δικά του γηρατειά, επειδή αγαπούσε απλώς τον εαυτό του; Η ιδέα πως μπορεί κάποτε να βρισκόταν εκείνος καθισμένος στην καρέκλα και να μιλά για φανταστικά άλογα στα παιδιά του σφυροκοπούσε στο μυαλό του σαν κάποια άδικη τιμωρία. Όμως, μια ενοχή μέσα του βγαλμένη από τα μεγάλα βάθη της ψυχής του του ψιθύριζε με ανατριχιαστική φωνή, "Γιατί; Τι καλό έκανες εσύ στη ζωή σου για να μην αξίζεις την αδικία και την αρρώστια;" Χωρίς να το καταλάβει άρχισε να ανηφορίζει τον λόφο κι έφτασε με βήματα γρήγορα, σχεδόν μανιασμένα στο μικρό εκκλησάκι που έβλεπε από ψηλά σαν κριτής ή επόπτης όλο το χωριό.
   Όταν σταμάτησε, δεν μπορούσε να αναπνεύσει από το γρήγορο περπάτημα στην ανηφόρα. Κι όμως κάποτε ανέβαινε εδώ τρέχοντας και τραγουδώντας. Τώρα νόμιζε πως θα πέθαινε εκεί και το χειρότερο ήταν πως ένιωθε πως το άξιζε. Είχε τόσο καιρό να δει τη μητέρα του. Η αδερφή του στο τηλέφωνο τού έλεγε πόσο είχε κουραστεί από τη φροντίδα της. Εκείνος έκανε σαν να μην άκουγε. "Εκείνη θα πάρει το σπίτι, εκείνη ας τη φροντίσει", του έλεγε η γυναίκα του και όταν ήταν στις καλές της αγόραζε για τη μητέρα του παντόφλες ή νυχτικά και τα έστελνε περήφανη για την καλή της πράξη. Εκείνος, πνιγμένος στις υποχρεώσεις, χωρίς να έχει χρόνο να σκεφτεί τίποτα πέρα από το πόσα θα χρήματα θα βγάλει η επιχείρησή του κάθε μήνα για να πληρώσει το ιδιωτικό σχολείο των παιδιών, δεν είχε χρόνο για να νοσταλγήσει, ούτε καν για να μετανιώσει για κάτι. Και τώρα η ενοχή είχε βγει από την ψυχή του σαν ένα τέρας, μαύρο, αβυσσαλέο που κρυβόταν για καιρό σε κάποιο ντουλάπι  και τώρα επιτέλους ανακτούσε την τεράστια δύναμή του. 
    "Δουλεύω για το σχολείο των παιδιών, δεν κάνω τίποτε άλλο", έλεγε στην αδερφή του στο τηλέφωνο και απέφευγε να στείλει έστω και μερικά χρήματα. Η υπομονετική γυναίκα δεν απαντούσε μα αυτός το ήξερε πως εκείνη δεν την έστειλαν να σπουδάσει και την πάντρεψαν με έναν μεγαλύτερο άντρα που δεν της χάρισε παιδιά κι ύστερα από λίγο πέθανε. Το παράπονο ήταν μονίμως στο βλέμμα της κι ας μην μιλούσε ποτέ, μιλούσε εκείνο σπαρακτικά, μα εκείνος έκανε πάλι πως δεν έβλεπε, γιατί έπρεπε να δουλεύει για τα παιδιά του. "Θα έχεις κάνει το καλύτερο για τα παιδιά σου", έλεγε η γυναίκα του που χαιρόταν να κάνει παρέα με τις πλούσιες μαμάδες. "Τους δίνεις την ευκαιρία για γνώσεις και γνωριμίες, εξασφαλίζεις το μέλλον τους." Αυτός όμως έβλεπε μερικές φορές το δημόσιο σχολείο κοντά στο σπίτι τους και τα παιδιά που πήγαιναν εκεί χαρούμενα σε παρέες και τότε ένας κόμπος στον λαιμό τον έπνιγε γιατί ένιωθε πως δούλευε τόσο και στερούταν ξεκούραση, χρόνο και προσωπικές απολαύσεις χωρίς πραγματικά κανέναν ουσιαστικό λόγο.
       Βυθισμένος τώρα στη ενοχή κοιτούσε το εκκλησάκι, σαν να κοιτούσε τον ίδιο τον Θεό που ετοίμαζε για εκείνον κάποια φρικτή καταδίκη. Φοβήθηκε πως θα πάθαινε κι ο ίδιος άνοια σύντομα, πως τα παιδιά του θα τον έψαχναν στα σοκάκια της πόλης όπου θα γύριζε με το μυαλό χαμένο, ενώ ταυτόχρονα η γυναίκα του θα θρηνούσε όχι τόσο για εκείνον τον ίδιο, που είχε πάψει από καιρό να είναι εραστής και σύντροφος, αλλά για αυτό το τόσο πολύτιμο ιδιωτικό σχολείο με τις τόσες γνώσεις και τις τόσες πολλές γνωριμίες. Θα θρηνούσε για το εξασφαλισμένο μέλλον. Ένιωσε τότε σαν ένα γαϊδούρι που το είχαν φορτώσει πολύ για χρόνια και τώρα αυτό κουράστηκε και ήθελε να πετάξει τα βάρη από πάνω του μα τα βάρη είχαν γίνει ένα με το σώμα του και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κουνάει τα πονεμένα πόδια του νευρικά και να βαριανασαίνει.
        Κι έτσι αυτός ο κουρασμένος πατέρας, ο μετανιωμένος γιος, ο εκμεταλλευτής αδερφός, που από την εφηβεία του δεν πίστευε σε θεούς και δαίμονες και με τη λογική και την επιστήμη προσπαθούσε να ερμηνεύσει τα πάντα ψιθύρισε ξαφνικά γονατίζοντας μπροστά στο εκκλησάκι, "Συγγνώμη, Θεέ μου..."  Ύστερα έμεινε εκεί για ώρα σε μια σπάνια στιγμή συνάντησης αν όχι με τον Θεό, σίγουρα με τον εαυτό του και την ουσία της ζωής και άκουσε για λίγο τα πουλιά που τιτίβιζαν στα δέντρα, το θρόισμα των φύλλων, κάποια φορτηγά που περνούσαν μακριά κι έστελναν την ηχώ τους.
        "Μα είσαι απλώς ένας άνθρωπος, γεννημένος για να παραπλανάσαι", ίσως να του είπαν τότε τα δέντρα και τα πουλιά στη δική τους ακατανόητη γλώσσα, που αέναα συνεχίζει επί αιώνες να στέλνει στο κόσμο το μήνυμα της ζωής, ίσως και του Θεού, αν υπάρχει. Ίσως και να μην είπαν τίποτα. Εκείνος πάντως έμεινε για ώρα γονατισμένος μπροστά στο εκκλησάκι και μάλιστα για λίγο έκλαψε. Όταν κύλησε και το τελευταίο του δάκρυ, συνειδητοποίησε πως δεν είχε πάρει το μπουφάν του και πως έκανε πραγματικά πολύ κρύο. Σηκώθηκε κι άρχισε να κατηφορίζει βλέποντας για τελευταία φορά το εκκλησάκι που έμοιαζε αυστηρό και γαλήνιο ταυτόχρονα, σαν όλα να τα παρακολουθούσε, σαν όλα να μπορούσε τελικά να τα συγχωρέσει.      
        Πλησιάζοντας στο σπίτι άκουσε τη φωνή της μητέρας του να τραγουδά αυτό το παράξενο βουκολικό τραγούδι, που τραγουδούσε και πάνω από την κούνια του, μα δεν το ήξερε, γιατί τότε ήταν μωρό που δεν κατέγραφε ακόμη αναμνήσεις. Οι παιδικές φωνές των γιων του συνόδευαν τη γιαγιά κι αυτή η συνοδεία δεν ήταν παρά η ίδια η ζωή που όταν ανατρέχει στα παλιά, στα ξεχασμένα, μπορεί με δύναμη τεράστια να ριχτεί σε αυτό που θα' ρθει, στο καινούριο μέλλον, μπορεί να ριχτεί και να το αναπλάσει, να το φυτέψει, σαν κηπουρός επιμελής, σχολαστικός, που ξέρει πολύ καλά τη δουλειά του.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου