Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Συνάντηση Mε Tον Έφηβο Εαυτό Tου

 
Εκείνο το πρωινό συνάντησε ξανά τον έφηβο εαυτό του.  Ένα νεαρό αγόρι περίμενε το τρένο φορώντας στα αυτιά του ακουστικά, το βλέμμα του σαν χαμένο έπεφτε πάνω στις ράγες και το σώμα του έγερνε σαν έτοιμο να πέσει. Ένιωσε μια μεγάλη ανάγκη να ρωτήσει το αγόρι αν ήταν καλά, μα στις μεγαλουπόλεις τέτοιο ενδιαφέρον μόνο προς παρεξήγηση είναι. Απλώς τον παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού του να μετρά με τα μάτια αν αξίζει να ζει κανείς, να βυθίζεται στην απελπισία της εφηβείας, που είναι ίσως η πιο σκληρή περίοδος της ανθρώπινης ζωής. Οι έφηβοι είναι πολύ άπειροι για να μπορέσουν να βγουν από τον μικρόκοσμό τους, για να σκεφτούν πως ό,τι ζουν εκείνη τη στιγμή κάποτε απλώς θα έχει περάσει. Θα ήθελε τόσο πολύ να πει σε εκείνο το αγόρι πως ό,τι κι αν τον βασάνιζε, το πιο πιθανό είναι να τελειώσει ή και να εξελιχθεί σε κάποιου είδους δύναμη ή σοφία. Πως αυτή η απελπισία που έκανε τις ράγες να φαντάζουν δελεαστικές και τον θάνατο ως τη μοναδική λύση μπορεί και να καθόριζε το ποιος θα γινόταν τελικά, το τι θα επέλεγε να κάνει στη ζωή του, την ηθική του και το αν και πόσο θα συμπονούσε τους γύρω του. Μπορεί και όχι, βέβαια. Οι πιθανότητες να συμβεί κάτι ή να μη συμβεί είναι συνήθως ισόποσες και το αποτέλεσμα επηρεάζεται αρκετά από την τύχη.
  Το τρένο ήρθε κι ένα πλήθος κόσμου μπήκε στο βαγόνι, που μπήκε κι εκείνος. Ο δυστυχισμένος έφηβος χάθηκε μέσα στους πολλούς. "Τουλάχιστον δεν έπεσε στις ράγες", σκέφτηκε μα δεν μπορούσε να νιώσει ανακούφιση. Οι αναμνήσεις του είχαν ήδη ξυπνήσει, το σώμα του είχε αρχίσει να σχηματίζει κόμπους στο στομάχι και στο κεφάλι και τα δόντια του πονούσαν σαν να τα κρατούσε σφιγμένα για πάρα πολύ καιρό. Στο βάθος του βαγονιού ήταν ένας άνθρωπος από κάποια άλλη χώρα, της Μέσης Ανατολής ή και πιο μακρινή, καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Πάνω από το κεφάλι του ήταν ο μόνος ελεύθερος χώρος που υπήρχε στο τρένο και οι κυρίες κρατούσαν τις τσάντες τους μπροστά τους και με εγρήγορση για να προλάβουν τους επιτήδειους.
  Κάποια στιγμή είδε πάλι τον έφηβο με τα ακουστικά. Χαμένος στη μουσική του, με ένα βλέμμα οργισμένο, που δεν είχε φωνή, κοιτούσε από το παράθυρο. Τίποτα γύρω του δεν τον απασχολούσε. Ο έφηβος κλεισμένος σε ένα αόρατο κουτί πάλευε με συναισθήματα και σκέψεις, η ζωή σίγουρα θα του φαινόταν σκληρή και άδικη κι εκείνος θα ένιωθε τόσο μικρός, τόσο ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε, τόσο καταδικασμένος. Ναι, έτσι ήταν κι εκείνος κάποτε. Οργισμένος χωρίς φωνή και επώδυνα μόνος.
  Είχε την ατυχία να γεννηθεί σε μια οικογένεια που έχασε το πρώτο της παιδί. Εκείνος μεγάλωσε στη σκιά αυτής της απώλειας, αθόρυβα γλιστρούσε στα δωμάτια του σπιτιού και στη ζωή των γονιών του με σεβασμό, μην τολμώντας να τους απασχολήσει με τα ασήμαντα δικά του θέματα. Εκείνοι πενθούσαν, το πένθος τους είχε καταλάβει όλο το σπίτι, το σπίτι ήταν σαν να μην είχε αέρα κι εκείνος τελικά σαν να μην είχε θέση στον κόσμο. Ήταν τόσο θυμωμένος με τον αδερφό του, που τους είχε εγκαταλείψει. Μπορούσε να συγχωρήσει τη λύπη των γονιών του, ήταν ανθρώπινο να μη θέλουν πια να ζουν, μα δεν μπορούσε να συγχωρήσει εκείνο το παιδί που απλώς αρρώστησε. Ίσως επειδή το είχε αγαπήσει πιο πολύ. Η οικογένεια μέσα στην κατάθλιψή της είχε απομονωθεί. Κανείς δεν μιλούσε για τον χαμένο αδελφό κι εκείνος ένιωθε πως ήταν αναγκασμένος να ζει στην πιο διαφορετική οικογένεια του κόσμου. Τα βράδια φοβόταν τη σιωπή, γιατί ήταν σχεδόν σίγουρο πως θα έσπαζε κάποια στιγμή ξαφνικά από τους λυγμούς της μητέρας του στο σαλόνι κι εκείνος τότε ευχόταν να μπορέσει να γίνει καπνός και να διαλυθεί από τις χαραμάδες. Με κάποιο μαγικό τρόπο να εξαφανιζόταν, να έφευγε. Ή έστω να κόβονταν τα αυτιά του για να μην ακούει άλλο το κλαμα.
  Τα χρόνια εκείνα δεν περνούσαν και ο έφηβος εαυτός του νόμιζε πως η ζωή ήταν κάτι σαν το μαρτύριο του Σίσυφου σε διάφορες παραλλαγές. Και πως εκείνος ήταν ο μοναδικός Σίσυφος που είχε υπάρξει ή θα υπήρχε ποτέ και το μαρτύριό του μοναδικό όσο τίποτα και γι' αυτό του ήταν ανήκουστο για αυτό να μιλήσει σε κάποιον. Στις παρέες του ήταν κι εκεί αθόρυβος. Με μια παρουσία χαμογελαστή, καλοσυνάτη, πολλές φορές κεφάτη μα μέσα ένα ηφαίστειο έβραζε και ο ουρανός του ήταν μαύρος. 
   Όσο αργά και βασανιστικά πέρασε η πρώτη του νιότη, τόσο γρήγορα πέρασαν τα επόμενα χρόνια και βρέθηκε τώρα σαράντα πέντε χρόνων, με έναν ευτυχισμένο γάμο, υγιή και χαρούμενα παιδιά, καλή δουλειά και ευτυχία. Η καλή του τύχη, η ασταμάτητη προσπάθειά του, η δημιουργικότητά του, οι άνθρωποι που ήταν κοντά του και τον αγαπούσαν μπορούσαν τώρα να του εξασφαλίσουν την ηρεμία, που τόσο του είχε λείψει, την αληθινή χαρά. Η ζωή, που απλωνόταν όλο και περισσότερο μπροστά του σαν ένας τεράστιος χάρτης, ήταν  λιγότερο δυσανάγνωστη, λιγότερο ασπρόμαυρη και είχε αμέτρητες ιστορίες, που έδειχναν τη μία και μοναδική αλήθεια που τώρα μπορούσε να σεβαστεί. Κάθε ανθρώπινη ιστορία, όσο δραματική κι αν είναι, δεν είναι παρά μια ακόμη ανθρώπινη ιστορία μέσα στις αμέτρητες και ασταμάτητες και μοναδικές ιστορίες του κόσμου. Οι άνθρωποι γύρω μας συνήθως υποφέρουν σιωπηλά και σηκώνουν βάρη που συχνά δεν μπορούμε ούτε να φανταστούμε. Κάθε πρωί φοράμε τα ωραία μας χαμόγελα για να δείχνουμε όσο το δυνατόν πιο ευτυχείς  μα τελικά όλοι μέσα τους είναι φτιαγμένοι για να νιώσουν τον πόνο και όλοι τον νιώθουν, έστω και με τρόπο διαφορετικό ο καθένας. Στριμωγμένοι σε βαγόνια με τις απώλειές μας, με τις ψυχικές και σωματικές μας αναπηρίες, με το κάθε δράμα, την κάθε μικρή ή μεγάλη λύπη που πέρασε ποτέ από την καρδιά μας, την κάθε οργή που ξέσπασε ή περιμένει να ξεσπάσει, απλώς ταξιδεύουμε.  Ασφυκτικά κοντά στους άλλους μα κατά βάθος τόσο μόνος του ο καθένας. Κι ίσως υπάρχει λόγος που οι άνθρωποι συνήθως υποφέρουν σιωπηλά. Είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι τυπικός από το να μοιραστείς ένα βάσανο και επίσης δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που αντέχουν να έχουν συνεχώς απέναντί τους την οδύνη.
  Με το βλέμμα του γύρεψε για ώρα τον έφηβο με τα ακουστικά. Τον εντόπισε με το ίδιο χαμένο βλέμμα. Για λίγο η μελαγχολία του νεαρού καθρέφτισε τη δική του αστείρευτη μελαγχολία, που τον συντρόφευε ακόμη και στην πιο υπέρτατα ευτυχισμένη στιγμή. Μα την είχε εδώ και καιρό αποδεχτεί. Είχε γίνει τόσο φίλη του, που μερικές φορές γελούσε μαζί της, όπως δυο φίλοι που γνωρίζονται αληθινά πολύ καλά. Ήταν μέσα του γιατί κάποτε την ανέπνευσε, ένα καλά κρυμμένο μυστικό μέσα στην τόσο όμορφη ζωή του. Μα δεν τον ενοχλούσε πια. Πώς μπορούν άλλωστε να ενοχλούν έναν ώριμο και λειτουργικό ενήλικα δυο παιδικά απορημένα μάτια;
  Ο άντρας που βρισκόταν στο αναπηρικό καρότσι κατέβηκε από το τρένο. Κάποιοι επιβάτες του άνοιξαν χώρο σαν πρόθυμοι να βοηθήσουν κι εκείνος τους χαμογέλασε σαν να μη χρειαζόταν πραγματικά καμία βοήθεια. Λίγο μετά θα κατέβαινε και ο έφηβος. Είχε γίνει τόσο ένα με τη μουσική που τα ακουστικά ήταν σαν μια προέκταση των αυτιών του. Σηκώθηκε κι εκείνος και βρέθηκε δίπλα του. Στο τζάμι της πόρτας είδε τις μορφές τους. Ήταν στο ίδιο ύψος, με παρόμοιο σωματότυπο. Ο νεαρός είχε πυκνά μαλλιά και αρυτίδιαστο πρόσωπο μα ούτε να διανοηθεί μπορούσε πως κάποια μέρα θα τα νοσταλγούσε.
   Όταν άνοιξε η πόρτα ο έφηβος τον έσπρωξε κατά λάθος για να περάσει.
"Συγγνώμη...", είπε με ενοχή που θα ταίριαζε στο μεγαλύτερο αμάρτημα του κόσμου.
"Δεν πειράζει, απάντησε εκείνος. Ό,τι κι αν είναι, στ'αλήθεια δεν πειράζει." Ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος ακούγοντας τα λόγια του.
Ο νεαρός τον κοίταξε απορημένος κι ύστερα με το ένα χέρι τοποθέτησε το ένα ακουστικό καλύτερα στο αυτί του μη σταματώντας,όμως να τον κοιτάζει. Εκείνος του χαμογέλασε με το πιο ζεστό, το πιο γλυκό χαμόγελο που βρέθηκε ποτέ στο στόμα του και με το χέρι του άγγιξε τον νεανικό ώμο. 
    Ύστερα περπάτησε ως τη λεωφόρο ανάλαφρα και η μελαγχολία του θα χανόταν κι αυτή σε λίγο μέσα στο πλήθος, μέσα στην ακατάπαυστη βοή της πόλης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου