Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Συνάντηση Mε Tον Έφηβο Εαυτό Tου

 
Εκείνο το πρωινό συνάντησε ξανά τον έφηβο εαυτό του.  Ένα νεαρό αγόρι περίμενε το τρένο φορώντας στα αυτιά του ακουστικά, το βλέμμα του σαν χαμένο έπεφτε πάνω στις ράγες και το σώμα του έγερνε σαν έτοιμο να πέσει. Ένιωσε μια μεγάλη ανάγκη να ρωτήσει το αγόρι αν ήταν καλά, μα στις μεγαλουπόλεις τέτοιο ενδιαφέρον μόνο προς παρεξήγηση είναι. Απλώς τον παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού του να μετρά με τα μάτια αν αξίζει να ζει κανείς, να βυθίζεται στην απελπισία της εφηβείας, που είναι ίσως η πιο σκληρή περίοδος της ανθρώπινης ζωής. Οι έφηβοι είναι πολύ άπειροι για να μπορέσουν να βγουν από τον μικρόκοσμό τους, για να σκεφτούν πως ό,τι ζουν εκείνη τη στιγμή κάποτε απλώς θα έχει περάσει. Θα ήθελε τόσο πολύ να πει σε εκείνο το αγόρι πως ό,τι κι αν τον βασάνιζε, το πιο πιθανό είναι να τελειώσει ή και να εξελιχθεί σε κάποιου είδους δύναμη ή σοφία. Πως αυτή η απελπισία που έκανε τις ράγες να φαντάζουν δελεαστικές και τον θάνατο ως τη μοναδική λύση μπορεί και να καθόριζε το ποιος θα γινόταν τελικά, το τι θα επέλεγε να κάνει στη ζωή του, την ηθική του και το αν και πόσο θα συμπονούσε τους γύρω του. Μπορεί και όχι, βέβαια. Οι πιθανότητες να συμβεί κάτι ή να μη συμβεί είναι συνήθως ισόποσες και το αποτέλεσμα επηρεάζεται αρκετά από την τύχη.
  Το τρένο ήρθε κι ένα πλήθος κόσμου μπήκε στο βαγόνι, που μπήκε κι εκείνος. Ο δυστυχισμένος έφηβος χάθηκε μέσα στους πολλούς. "Τουλάχιστον δεν έπεσε στις ράγες", σκέφτηκε μα δεν μπορούσε να νιώσει ανακούφιση. Οι αναμνήσεις του είχαν ήδη ξυπνήσει, το σώμα του είχε αρχίσει να σχηματίζει κόμπους στο στομάχι και στο κεφάλι και τα δόντια του πονούσαν σαν να τα κρατούσε σφιγμένα για πάρα πολύ καιρό. Στο βάθος του βαγονιού ήταν ένας άνθρωπος από κάποια άλλη χώρα, της Μέσης Ανατολής ή και πιο μακρινή, καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Πάνω από το κεφάλι του ήταν ο μόνος ελεύθερος χώρος που υπήρχε στο τρένο και οι κυρίες κρατούσαν τις τσάντες τους μπροστά τους και με εγρήγορση για να προλάβουν τους επιτήδειους.
  Κάποια στιγμή είδε πάλι τον έφηβο με τα ακουστικά. Χαμένος στη μουσική του, με ένα βλέμμα οργισμένο, που δεν είχε φωνή, κοιτούσε από το παράθυρο. Τίποτα γύρω του δεν τον απασχολούσε. Ο έφηβος κλεισμένος σε ένα αόρατο κουτί πάλευε με συναισθήματα και σκέψεις, η ζωή σίγουρα θα του φαινόταν σκληρή και άδικη κι εκείνος θα ένιωθε τόσο μικρός, τόσο ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε, τόσο καταδικασμένος. Ναι, έτσι ήταν κι εκείνος κάποτε. Οργισμένος χωρίς φωνή και επώδυνα μόνος.
  Είχε την ατυχία να γεννηθεί σε μια οικογένεια που έχασε το πρώτο της παιδί. Εκείνος μεγάλωσε στη σκιά αυτής της απώλειας, αθόρυβα γλιστρούσε στα δωμάτια του σπιτιού και στη ζωή των γονιών του με σεβασμό, μην τολμώντας να τους απασχολήσει με τα ασήμαντα δικά του θέματα. Εκείνοι πενθούσαν, το πένθος τους είχε καταλάβει όλο το σπίτι, το σπίτι ήταν σαν να μην είχε αέρα κι εκείνος τελικά σαν να μην είχε θέση στον κόσμο. Ήταν τόσο θυμωμένος με τον αδερφό του, που τους είχε εγκαταλείψει. Μπορούσε να συγχωρήσει τη λύπη των γονιών του, ήταν ανθρώπινο να μη θέλουν πια να ζουν, μα δεν μπορούσε να συγχωρήσει εκείνο το παιδί που απλώς αρρώστησε. Ίσως επειδή το είχε αγαπήσει πιο πολύ. Η οικογένεια μέσα στην κατάθλιψή της είχε απομονωθεί. Κανείς δεν μιλούσε για τον χαμένο αδελφό κι εκείνος ένιωθε πως ήταν αναγκασμένος να ζει στην πιο διαφορετική οικογένεια του κόσμου. Τα βράδια φοβόταν τη σιωπή, γιατί ήταν σχεδόν σίγουρο πως θα έσπαζε κάποια στιγμή ξαφνικά από τους λυγμούς της μητέρας του στο σαλόνι κι εκείνος τότε ευχόταν να μπορέσει να γίνει καπνός και να διαλυθεί από τις χαραμάδες. Με κάποιο μαγικό τρόπο να εξαφανιζόταν, να έφευγε. Ή έστω να κόβονταν τα αυτιά του για να μην ακούει άλλο το κλαμα.
  Τα χρόνια εκείνα δεν περνούσαν και ο έφηβος εαυτός του νόμιζε πως η ζωή ήταν κάτι σαν το μαρτύριο του Σίσυφου σε διάφορες παραλλαγές. Και πως εκείνος ήταν ο μοναδικός Σίσυφος που είχε υπάρξει ή θα υπήρχε ποτέ και το μαρτύριό του μοναδικό όσο τίποτα και γι' αυτό του ήταν ανήκουστο για αυτό να μιλήσει σε κάποιον. Στις παρέες του ήταν κι εκεί αθόρυβος. Με μια παρουσία χαμογελαστή, καλοσυνάτη, πολλές φορές κεφάτη μα μέσα ένα ηφαίστειο έβραζε και ο ουρανός του ήταν μαύρος. 
   Όσο αργά και βασανιστικά πέρασε η πρώτη του νιότη, τόσο γρήγορα πέρασαν τα επόμενα χρόνια και βρέθηκε τώρα σαράντα πέντε χρόνων, με έναν ευτυχισμένο γάμο, υγιή και χαρούμενα παιδιά, καλή δουλειά και ευτυχία. Η καλή του τύχη, η ασταμάτητη προσπάθειά του, η δημιουργικότητά του, οι άνθρωποι που ήταν κοντά του και τον αγαπούσαν μπορούσαν τώρα να του εξασφαλίσουν την ηρεμία, που τόσο του είχε λείψει, την αληθινή χαρά. Η ζωή, που απλωνόταν όλο και περισσότερο μπροστά του σαν ένας τεράστιος χάρτης, ήταν  λιγότερο δυσανάγνωστη, λιγότερο ασπρόμαυρη και είχε αμέτρητες ιστορίες, που έδειχναν τη μία και μοναδική αλήθεια που τώρα μπορούσε να σεβαστεί. Κάθε ανθρώπινη ιστορία, όσο δραματική κι αν είναι, δεν είναι παρά μια ακόμη ανθρώπινη ιστορία μέσα στις αμέτρητες και ασταμάτητες και μοναδικές ιστορίες του κόσμου. Οι άνθρωποι γύρω μας συνήθως υποφέρουν σιωπηλά και σηκώνουν βάρη που συχνά δεν μπορούμε ούτε να φανταστούμε. Κάθε πρωί φοράμε τα ωραία μας χαμόγελα για να δείχνουμε όσο το δυνατόν πιο ευτυχείς  μα τελικά όλοι μέσα τους είναι φτιαγμένοι για να νιώσουν τον πόνο και όλοι τον νιώθουν, έστω και με τρόπο διαφορετικό ο καθένας. Στριμωγμένοι σε βαγόνια με τις απώλειές μας, με τις ψυχικές και σωματικές μας αναπηρίες, με το κάθε δράμα, την κάθε μικρή ή μεγάλη λύπη που πέρασε ποτέ από την καρδιά μας, την κάθε οργή που ξέσπασε ή περιμένει να ξεσπάσει, απλώς ταξιδεύουμε.  Ασφυκτικά κοντά στους άλλους μα κατά βάθος τόσο μόνος του ο καθένας. Κι ίσως υπάρχει λόγος που οι άνθρωποι συνήθως υποφέρουν σιωπηλά. Είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι τυπικός από το να μοιραστείς ένα βάσανο και επίσης δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που αντέχουν να έχουν συνεχώς απέναντί τους την οδύνη.
  Με το βλέμμα του γύρεψε για ώρα τον έφηβο με τα ακουστικά. Τον εντόπισε με το ίδιο χαμένο βλέμμα. Για λίγο η μελαγχολία του νεαρού καθρέφτισε τη δική του αστείρευτη μελαγχολία, που τον συντρόφευε ακόμη και στην πιο υπέρτατα ευτυχισμένη στιγμή. Μα την είχε εδώ και καιρό αποδεχτεί. Είχε γίνει τόσο φίλη του, που μερικές φορές γελούσε μαζί της, όπως δυο φίλοι που γνωρίζονται αληθινά πολύ καλά. Ήταν μέσα του γιατί κάποτε την ανέπνευσε, ένα καλά κρυμμένο μυστικό μέσα στην τόσο όμορφη ζωή του. Μα δεν τον ενοχλούσε πια. Πώς μπορούν άλλωστε να ενοχλούν έναν ώριμο και λειτουργικό ενήλικα δυο παιδικά απορημένα μάτια;
  Ο άντρας που βρισκόταν στο αναπηρικό καρότσι κατέβηκε από το τρένο. Κάποιοι επιβάτες του άνοιξαν χώρο σαν πρόθυμοι να βοηθήσουν κι εκείνος τους χαμογέλασε σαν να μη χρειαζόταν πραγματικά καμία βοήθεια. Λίγο μετά θα κατέβαινε και ο έφηβος. Είχε γίνει τόσο ένα με τη μουσική που τα ακουστικά ήταν σαν μια προέκταση των αυτιών του. Σηκώθηκε κι εκείνος και βρέθηκε δίπλα του. Στο τζάμι της πόρτας είδε τις μορφές τους. Ήταν στο ίδιο ύψος, με παρόμοιο σωματότυπο. Ο νεαρός είχε πυκνά μαλλιά και αρυτίδιαστο πρόσωπο μα ούτε να διανοηθεί μπορούσε πως κάποια μέρα θα τα νοσταλγούσε.
   Όταν άνοιξε η πόρτα ο έφηβος τον έσπρωξε κατά λάθος για να περάσει.
"Συγγνώμη...", είπε με ενοχή που θα ταίριαζε στο μεγαλύτερο αμάρτημα του κόσμου.
"Δεν πειράζει, απάντησε εκείνος. Ό,τι κι αν είναι, στ'αλήθεια δεν πειράζει." Ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος ακούγοντας τα λόγια του.
Ο νεαρός τον κοίταξε απορημένος κι ύστερα με το ένα χέρι τοποθέτησε το ένα ακουστικό καλύτερα στο αυτί του μη σταματώντας,όμως να τον κοιτάζει. Εκείνος του χαμογέλασε με το πιο ζεστό, το πιο γλυκό χαμόγελο που βρέθηκε ποτέ στο στόμα του και με το χέρι του άγγιξε τον νεανικό ώμο. 
    Ύστερα περπάτησε ως τη λεωφόρο ανάλαφρα και η μελαγχολία του θα χανόταν κι αυτή σε λίγο μέσα στο πλήθος, μέσα στην ακατάπαυστη βοή της πόλης.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΠΥΘΩΝΑΣ



Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να μπαίνουν από τις κουρτίνες της κρεβατοκάμαράς του. Τις ένιωσε στα μάτια του και γύρισε από την άλλη μεριά του μεγάλου διπλού κρεβατιού. Με τα χέρια του ψηλάφισε το κενό δίπλα του. Η Λήδα δεν ήταν εκεί. Άνοιξε τα μάτια με τρόμο. Άρχισε να κοιτάζει το δωμάτιο προσπαθώντας να βρει κάτι δικό της, όμως μάταια. Κανένα πεταμένο ρούχο, κανένα βιβλίο πουθενά, ούτε η καφέ κοκάλινη χτένα της πάνω στο κομοδίνο. Ήταν, λοιπόν, αλήθεια. Η Λήδα τον είχε αφήσει. Χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια, χωρίς να του πει λέξη, γράφοντας του μόνο ένα άψυχο σημείωμα με λίγες εξηγήσεις.
            Αναρωτήθηκε γιατί δεν είχε υποψιαστεί τίποτε. Κι ύστερα  θυμήθηκε κάποια βράδια τον τελευταίο καιρό. Εκείνος ξυπνούσε μέσα στην νύχτα και την ένιωθε ανήσυχη. Στριφογύριζε στο κρεβάτι ή κάπνιζε σκεφτική. Όταν υποψιαζόταν πως την κοιτούσε, κουκουλωνόταν με το πάπλωμα ή έσβηνε το τσιγάρο με γρήγορες κινήσεις κι έκανε πως κοιμόταν.  Κι ύστερα σκέφτηκε τα πρωινά πριν καιρό που κοιμόταν ήσυχη δίπλα του, κουλουριασμένη σαν μωρό. Ήταν η ευτυχία του αυτή η αίσθηση ότι ήταν δικιά του, ότι τον αγαπούσε, ότι μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο, το ίδιο κρεβάτι, την ίδια ζωή. Αυτά τα δύο χρόνια που έζησαν μαζί, ναι, μπορούσε να πει πως ήταν η όλη η ευτυχία που μπορούσε να ζήσει και  που τώρα είχε χάσει οριστικά.
            Όλοι ήταν αρνητικοί σε αυτό το γάμο, τους είχαν πολεμήσει. Οι γονείς της, οι συγγενείς του, οι φίλοι τους. Τριάντα χρόνια τους χώριζαν, αλλά κανείς δεν έβλεπε το πόσα τους ένωναν. Όλοι έλεγαν πως αυτός ο γάμος δεν είχε μέλλον. «Πως είναι δυνατόν να παραβλέπει τα χρόνια, τη φύση, την ίδια τη ζωή; Θα πάρει ένα κοριτσάκι και θα το κλείσει σ’ ένα σπίτι για να γεράσει μαζί του; Για πόσο νομίζει πως θα αντέξει η μικρή, για πόσο καιρό θα αντιστέκεται στα νιάτα της;» θυμήθηκε τώρα με πίκρα τα λόγια ενός συναδέλφου του, που είχε ακούσει κατά λάθος και που τότε είχε αποδώσει με ευκολία στη ζήλια.  Εκείνη με το θράσος, που η ηλικία της επέτρεπε να έχει, δήλωνε πως ζούσε μόνο το παρόν. Και πως το παρόν της ήταν εκείνος. Πως τον είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή που τον είδε να μπαίνει στη μεγάλη αίθουσα του πανεπιστημίου με τη δερμάτινη τσάντα του και τις χειρόγραφες σημειώσεις του. Πως την πρώτη φορά που της μίλησε τα πόδια της έτρεμαν και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά σαν έτοιμη να εκραγεί. Πως τρία χρόνια προσπαθούσε να καταπολεμήσει τον έρωτα της για εκείνον βγαίνοντας με σαχλούς συνομήλικους και πως η ημέρα που αποφάσισε να του μιλήσει για τα συναισθήματα της ήταν η πιο σημαντική ημέρα της ζωής της. Για ένα χρόνο κρύβονταν μέχρι εκείνη να τελειώσει το Πανεπιστήμιο και ύστερα  παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο χωρίς καθόλου καλεσμένους με μάρτυρες τη μοναδική της φίλη που δεχόταν τη σχέση τους και τη Μάριον, τη δική του αγαπημένη φίλη από τα φοιτητικά χρόνια, που ήρθε από την Αμερική μόνο και μόνο για να τους παντρέψει ενθουσιασμένη από τη ρομαντική τους ιστορία.
            Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο, ήταν πολύ νωρίς. Ήταν Σάββατο, δεν είχε μάθημα, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Στο μυαλό του, όμως, γυρόφερνε το σημείωμα με τα πλαγιαστά γράμματα που είχε αφήσει το προηγούμενο πρωί η Λήδα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
«Προσπάθησα, αλλά δεν αντέχω άλλο. Έχω μπροστά μου να ζήσω μια ζωή, που εσύ έχεις ήδη ζήσει. Δεν είμαι πια ερωτευμένη μαζί σου. Θέλω να βρω τον εαυτό μου. Η απόφαση μου είναι οριστική, μην ψάξεις να με βρεις. Θα λείψω για λίγο στο εξωτερικό, όταν γυρίσω, θα επικοινωνήσω μαζί σου για το διαζύγιο.  Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα, φαίνεται πως όλοι είχαν δίκιο, ήμασταν τυφλοί. Να προσέχεις
Είχε νιώσει ένα φριχτό  πόνο στο στήθος. Είχε σκίσει το σημείωμα και είχε πετάξει μια καρέκλα κάτω. Κι ύστερα είχε καθίσει στο τραπέζι, είχε βάλει το κεφάλι του μέσα στα χέρια του κι είχε αρχίσει  να κλαιει με λυγμούς σαν μικρό παιδί, όπως ποτέ δεν είχε κλάψει στη ζωή του.
            Ναι, εκείνος δεν είχε καταλάβει το μέγεθος τους, αλλά  είχαν προβλήματα τον τελευταίο καιρό. Η Λήδα είχε αλλάξει. Ήταν συνεχώς κακοδιάθετη και μιλούσε πολλές ώρες στο τηλέφωνο με τις φίλες της, όταν εκείνος πλησίαζε σταματούσε απότομα και σαν να άλλαζε θέμα. Του ζητούσε συνέχεια να βγαίνουν και παραπονιόταν πως η ζωή της ήταν βαρετή. Τον παρακαλούσε να γυρίσουν την Ευρώπη με το τρένο το καλοκαίρι. Κι εκείνος ένιωθε κουρασμένος. Και γέρος. Κοιτούσε με πίκρα κάθε καινούρια άσπρη τρίχα που εντόπιζε στα  μαλλιά του. Μισούσε το πρόσωπο του και τις μικρές ρυτίδες γύρω από τα μάτια του. Μισούσε το σώμα του που είχε αρχίσει κι αυτό να τον προδίδει. Ξεφύλλιζε τα παλιά του άλμπουμ, τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με το ωραίο ανάστημα, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα  ρούχα, που εκείνης της φαίνονταν αστεία και παλιομοδίτικα. Γιατί να μη με γνωρίσει έτσι, αναρωτιόταν. Κι ύστερα έκλεινε πάλι τα άλμπουμ νιώθοντας κάτι σαν θλίψη, που τότε που ήταν νέος και όμορφος, πέρασε τη ζωή του χαμένος μέσα σε βιβλία χωρίς να επιτρέπει ούτε για λίγο στον εαυτό του την ανεμελιά και τον έρωτα.
            Η Λήδα τώρα βρισκόταν σε κάποιο τρένο στην Ευρώπη κι εκείνος ένιωθε γέρος όσο ποτέ. Του ήταν αδύνατο να κοιμηθεί πάλι. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Δεν ήθελε να σκέφτεται, δεν ήθελε να θυμάται. Κάθισε στο τραπέζι και άρχισε να κοιτάζει στο κενό. Πέρασε έτσι αρκετή ώρα, αν και απροσδιόριστο το  πόση ακριβώς,  μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο. Αναρωτήθηκε ποιος να ήταν. Δεν είχε όρεξη να μιλήσει σε κανέναν. Σκέφτηκε να μην απαντήσει. Κι ύστερα μια μικρή ελπίδα γεννήθηκε μέσα του. Η Λήδα. Είχε μετανιώσει  και τον έπαιρνε να του πει πως τον αγαπούσε. Γυρνούσε στο σπίτι.
«Hellooo there…» ένιωσε τη γνωστή φωνή της Μάριον σα γερή γροθιά στο στομάχι.
Δεν απάντησε.
«Συγνώμη για την ώρα. Μόλις έφτασα.»
«Που έφτασες;» τη ρώτησε απορημένος.
«Απέχω μόλις μια ώρα από το σπίτι σου. Ετοίμασε καφέ, παίρνω ταξί κι έρχομαι. Byeee…»
            Η Μάριον. Απρόβλεπτη όπως πάντα. Οι κοινοί τους φίλοι την έλεγαν τρελή. Η αλήθεια είναι πως πάντα ήταν αρκετά εκκεντρική, αλλά την αγαπούσε γι’ αυτό, γιατί έτσι συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Είχε κάνει τρεις γάμους, ο πρώτος της σύζυγος πέθανε πριν προλάβει να τον αγαπήσει, ο δεύτερος και ο τρίτος  την εγκατέλειψαν για μικρότερες, αφήνοντας της, όμως, τεράστια διατροφή, κάτι που της επέτρεψε να σταματήσει τη δουλειά της και να αρχίσει να γυρίζει τον κόσμο. Το πάθος της ήταν η Αφρική. Και τα άγρια ζώα. Στο σπίτι της είχε έναν μαύρο  πύθωνα με μεγάλες κίτρινες βούλες και μικρό τριγωνικό κεφάλι. Τον είχε δει σε φωτογραφίες, που του είχε στείλει η Μάριον. Ήταν ακόμη μικρός, αλλά του προκαλούσε ανατριχίλα. Τεό, τον έλεγε και μιλούσε γι’ αυτόν σαν να ήταν παιδί ή εραστής της. Τον είχε σε ένα τεράστιο γυάλινο κουτί, αλλά πολλές φορές τον έβγαζε έξω και  χάιδευε το σκληρό του δέρμα. Θα της περάσει κι αυτό, σκεφτόταν στην αρχή, καθώς από το σπίτι της Μάριον είχαν περάσει κατά καιρούς άπειρα κατοικίδια, με τα οποία αρχικά ενθουσιαζόταν, αλλά στο τέλος βαριόταν και κάπου χάριζε. Ωστόσο, όσο ο πύθωνας μεγάλωνε, τόσο η Μάριον τον αγαπούσε περισσότερο και μιλούσε με πάθος και αγάπη γι’ αυτόν.
            Μπήκε στο μπάνιο και έκανε ένα ντους. Ήθελε να τον βρει περιποιημένο η φίλη του. Παρά την κακή του διάθεση, χάρηκε πολύ που θα την έβλεπε. Ήταν ο μόνος αληθινός δικός του άνθρωπος και μπορούσε να τον καταλάβει καλύτερα από τον καθένα. Το νερό έπεφτε στο σώμα του και σαν να άρχιζε να καθαρίζει το μυαλό του. Ναι, με τη Μάριον,  όλα μπορούσε να τα αντιμετωπίσει. Τόσα χρόνια φίλοι  είχαν περάσει τόσα μαζί, ακόμη κι αν από ένα σημείο και μετά τους χώρισε η απόσταση. Η φιλία τους άντεξε αυτή τη δοκιμασία, άλλωστε περνούσαν σχεδόν μαζί τα καλοκαίρια τους. Από ένα σημείο και μετά με τη νέα τεχνολογία, μπορούσαν να συνομιλούν καθημερινά, να είναι ο ένας στη ζωή και τα συναισθήματα του άλλου. Κι αυτό ήταν κάτι που πολλές φορές ζήλευε η Λήδα.
«Μήπως είστε ερωτευμένοι εσείς οι δύο για χρόνια και δεν το έχετε καταλάβει;» τον ρωτούσε κοροϊδευτικά όποτε τον έβλεπε να της γράφει.
«Τι ανοησίες είναι αυτές που λες!» της απαντούσε απότομα και συνήθως έκλεινε τον υπολογιστή.
«Είναι ανάγκη τότε να σου γράφει κάθε μέρα αν τάισε το Τεό της με χαμστεράκια;» η ειρωνεία της σαν να έστριβε ένα μαχαίρι στην καρδιά του. Θύμωνε και τον έπιανε το παράπονο, η Μάριον ήταν τόσο καλή μαζί της και την είχε αποδεχτεί όσο κανένας κι εκείνη έκανε σαν κακομαθημένο κοριτσάκι. Ήταν οι μοναδικές φορές που θύμωνε μαζί της, αλλά ο έρωτας του συνήθως υπερίσχυε και σχεδόν αμέσως τη συγχωρούσε.
«Μακάρι να μπορούσες να τη γνωρίσεις καλύτερα, είναι σπάνιος άνθρωπος. Και μην κοιτάς που μοιάζει να είναι σε ένα δικό της κόσμο, είναι  πολύ ευαίσθητη και πολύ πληγωμένη κατά βάθος» της έλεγε, αλλά η Λήδα τον αγνοούσε και συνέχιζε με κάποιο σαρκαστικό σχόλιο, οπότε εκείνος άλλαζε κουβέντα, γιατί δεν ήθελε να νιώθει πως έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στις δύο γυναίκες που αγαπούσε πιο πολύ στη ζωή του.
            Φόρεσε απλά, αλλά όμορφα ρούχα, ωστόσο δεν έμεινε ικανοποιημένος με την εικόνα του  στον καθρέφτη, που ήταν τελευταία ο μεγάλος και απειλητικός  εχθρός του. Μπορούσε να στέκεται για ώρες κοιτάζοντας με αποδοκιμασία το είδωλο του, αλλά τον διέκοψε το κουδούνι που χτύπησε. Έτρεξε να ανοίξει στη φίλη του και ακούγοντας τα τακούνια της στο πάτωμα ένιωσε το γνώριμο καρδιοχτύπι που συνόδευε κάθε συνάντηση τους μετά από καιρό.
            Εκείνη μπήκε φορώντας κομψά και ακριβά ρούχα, όπως πάντα, αλλά κάτι στο βλέμμα της ήταν διαφορετικό. Τον αγκάλιασε σφιχτά και την ένιωσε σαν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Λίγο μετά τραβήχτηκε από πάνω του και βυθίστηκε σε μια πολυθρόνα.
«Είμαστε μόνοι μας; Η Λήδα ;» κοίταξε γύρω εξονυχιστικά.
«Ξέρεις, νομίζω πως ήρθες την κατάλληλη ώρα. Θα σε έπαιρνα τηλέφωνο να σου πω...»
«Τι συνέβη;» το πρόσωπο της αναστατώθηκε.
«Έφυγε. Θέλει να χωρίσουμε. Δεν μπορώ, λεει, να της  δώσω αυτά που χρειάζεται και δεν μπορεί να κάνει άλλη υπομονή. Αυτή η καταραμένη διαφορά ηλικίας. Είχαν δίκιο όλοι! Να ήμουν δέκα χρόνια νεότερος!»
«Θεέ μου, λυπάμαι τόσο! Πως είσαι εσύ; Πόσο σε καταλαβαίνω» τον αγκάλιασε κι ένιωσε τόσο όμορφα στην αγκαλιά της, που ευχήθηκε να μην τελείωνε ποτέ.
«Μην ανησυχείς, θα το αντιμετωπίσουμε μαζί.»
«Θα φύγεις κι εσύ και θα μείνω μόνος και τότε δεν ξέρω τι θα κάνω...»
«Δε θα φύγω. Αποφάσισα να γυρίσω στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει τίποτα που να με κρατάει εκεί. Το μόνο που γνώρισα ήταν προδοσία. Θέλω να γεράσω εδώ που μεγάλωσα.»
            Σήκωσε το βλέμμα της και την κοίταξε προσεκτικά. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Και ήταν τόσο όμορφα έτσι βουρκωμένα τα γαλάζια της μάτια, για μια στιγμή νόμισε πως γύρισαν πίσω, τότε που ήταν νέοι, τότε, πολύ παλιά, που ίσως και να ήταν λίγο ερωτευμένος μαζί της. Όμως αυτή η στιγμή πέρασε γρήγορα και η εικόνα της Μάριον άλλαξε, το δέρμα της ασφυκτιούσε κάτω από τα στρώματα πούδρας, που δεν κατάφερνε να κρύψει τις μικρές ρυτίδες στο μέτωπο και γύρω από τα  χείλη της, τα μαλλιά της είχαν κάπως χαλάσει από τις πολλές βαφές, αλλά δεν ήταν αυτά,  ήταν κάτι στα μάτια της που φώναζε «γέρασα, γέρασα  και είμαι μόνη!».
 «Συνέβη κάτι; Πως το αποφάσισες έτσι ξαφνικά;» της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά.
«Συνέβη, αλλά ντρέπομαι να στο πω. Ωστόσο, δεν αντέχω, μόνο εσένα έχω και μόνο εσύ ξέρω πως δε θα με κρίνεις και θα με καταλάβεις. Λυπάμαι που το λεω, αλλά χαίρομαι που δεν είναι εδώ η Λήδα, μπροστά της δε θα μπορούσα να μιλήσω.»
Στο άκουσμα του ονόματος της Λήδας κάτι ένιωσε, αλλά το έδιωξε και συγκεντρώθηκε στα λόγια της φίλης του.
«Ο Τεό κάποιες φορές  τα βράδια τον έβγαζα από το κουτί του και τον άφηνα να κοιμάται κουλουριασμένος στα πόδια μου. Ένιωθα όμορφα, ένιωθα πως δεν είμαι μόνη. Το έκανα συχνά αυτό μέχρι που ένα πρωί ξύπνησα και τον είδα απλωμένο δίπλα μου. Συνειδητοποίησα πόσο μεγάλωσε, αλλά πριν προλάβω να τον χαϊδέψω, εκείνος κουλουριάστηκε πάλι σαν να έκανε πως κοιμάται. Δεν έδωσα σημασία, αλλά αυτό συνέβη κι άλλες φορές. Ανησύχησα μήπως του συνέβαινε κάτι και πήγα στον κτηνίατρο, θυμάσαι, αυτόν τον κτηνίατρο, που είχα βρει, που ήξερε από φίδια...»
«Ήταν άρρωστος;»
«Ο κτηνίατρος με κοίταξε κάπως αποδοκιμαστικά και μου είπε πως ο Τεό πρέπει να θανατωθεί, πως με μετρούσε. Δεν κατάλαβα και  τον ρώτησα τι εννοούσε. Και αυτό που άκουσα, δεν μπορούσα να το πιστέψω.» Έκανε μια παύση και η φωνή της βγήκε αδύναμη.
«Μετρούσε να δει αν χωρούσα. Θα με έπνιγε και θα με κατάπινε...»
Ανατρίχιασε. Φαντάστηκε τη Μάριον κοιμισμένη και το μαυροκίτρινο ερπετό δίπλα της. Να την τυλίγει αργά στις σπείρες του και να την πνίγει. Κι ύστερα...
Ήταν φοβερό. Ήταν σοκαρισμένος και δεν μπορούσε να πει κουβέντα. Η Μάριον συνέχισε.
«Θα έβρισκαν τον Τεό  ποιος ξέρει πότε διογκωμένο με μένα μέσα του. Είδα ένα ντοκιμαντέρ μετά από αυτό. Έδειχνε ένα πύθωνα να κυνηγάει μια τίγρη. Έδειχνε την πάλη τους όταν προσπαθούσε να την πνίξει. Είχε απίστευτη μυϊκή δύναμη. Και μετά την κατάπινε ολόκληρη. Ήταν φοβερό. Θα πέθαινα και εγώ, η ίδια με την απερισκεψία μου  θα είχα προκαλέσει το θάνατο μου. Πως μπόρεσα να πάρω ένα άγριο ζώο και να το κλείσω σ’ ένα διαμέρισμα νομίζοντας πως θα ξεχάσει την ίδια του τη φύση;»
Η Μάριον σκούπιζε τα μάτια της κι εκείνος γύρισε και την κοίταξε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.  Θα την έχανε, αυτή η σκέψη τον διέλυε. Ένιωσε στο σώμα του ένα γλυκό τρέμουλο, σαν να ξυπνούσε από μέσα του ένα αίσθημα πολύ παλιό και καλά θαμμένο. Μια δύναμη τον έσπρωχνε να τη φιλήσει. Δεν τόλμησε, αλλά την έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Έλα, είμαστε μαζί τώρα. Μακριά από όλα αυτά που σε πρόδωσαν. Θα είμαστε όπως παλιά, θα δεις...».
            Εκείνη την ώρα άκουσε το κλειδί να γυρίζει. Η Μάριον τραβήχτηκε και σκούπισε τα τελευταία  της δάκρυα. Σαν να φόρεσε ξαφνικά μια μάσκα, το πρόσωπο της άλλαξε. Η Λήδα ακούμπησε κάτω τη βαλίτσα της και τους κοίταξε παραξενεμένη.
«Μάριον. Δεν ήξερα ότι είσαι εδώ.»
«Γεια σου, Λήδα. Ναι, γύρισα. Οριστικά πια.»
Οι τρεις τους παρέμειναν αμίλητοι. Η σιωπή τους σαν να κράτησε για ώρες. Εκείνος ένιωσε τα διάφορα συναισθήματα μέσα του να μετατρέπονται σε έναν οξύ πόνο που διαπέρασε το κεφάλι του. Η Μάριον σηκώθηκε κι έφτιαξε τη φούστα της. Χαμογελούσε στη Λήδα και τίποτα πάνω της δε θύμιζε το πόσο ευάλωτη και πληγωμένη έκλαιγε πριν λίγα λεπτά στην αγκαλιά του.
«Καλύτερα να σας αφήσω μόνους», είπε.
Η Λήδα έψαχνε κάτι να πει.
«Ο Τεό τι κάνει;» ήταν το μόνο που σκέφτηκε.
«Τον χάρισα σε ένα  ζωολογικό κήπο» απάντησε η Μάριον αδιάφορα. Κι ύστερα γύρισε και τον κοίταξε.
«Όποτε μπορείς, τηλεφώνησε μου. Θα χρειαστώ βοήθεια τώρα που ψάχνω για σπίτι στην πόλη.»
            Έκλεισε την πόρτα πίσω της. Η Λήδα τον πλησίασε δειλά.
«Συγνώμη, αγάπη μου, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, δεν μπορώ χωρίς εσένα» είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Ένιωθε τα χέρια της να τον τυλίγουν σαν  δυνατό σώμα φιδιού.  Τα μάτια του έμειναν καρφωμένα στην πόρτα. Μαζί με το γνώριμο ήχο των ψηλών τακουνιών της Μάριον ένιωσε να σβήνει μέσα του και ο παλιός ξεχασμένος του πόθος. Αφέθηκε στην αγκαλιά της Λήδας σαν να αφηνόταν στο θάνατο.