Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Ο Καλλιτέχνης

Εγώ τον είδα από μακριά μια μέρα
Ήταν σαν όλους
Με ένα σώμα ίδιο σαν όλα
Σκυφτό, θαμπό και λυπημένο




Με πρόσωπο χλωμό κι ωραίο
Πολλές φορές χαμογελούσε
Με καλοσύνη
Σαν να ενδιέφεραν αληθινά τόσο
Όσα ακούει κανείς συνήθως
Μες στις πολύβοες παρέες
Μες στις οθόνες
Μέσα στα ανιαρά σχολεία

Στο τρένο μόνος στριμωχνόταν
Ανάμεσα σε τόσους, τόσους στριμωγμένους
Μα να καμιά φορά παρατηρούσα
Το βλέμμα του από το παράθυρο να φεύγει
Να ταξιδεύει
Ναι, θα ορκιζόμουν πως ξαφνικά χανόταν
Το πέταγμα ενός πουλιού
Αρκούσε
Σε όνειρα για να πετάξει

Μες στο βαγόνι ο καλλιτέχνης στριμωγμένος
Ένας σαν όλους
Ένας με φόβο μέσα του, όπως όλοι
Γινόταν ένα αχόρταγο παιδί και πάλι
Τον κόσμο αχόρταγα που ανακαλύπτει
Που θέλει με τα χέρια του τα ίδια
Να δώσει χρώμα, ιδέες, τη φωνή του
Στο φευγαλέο, στο τίποτα και όμως
Στο πιο υπέροχο, πολύτιμο λεπτό του
Που όπως όλα τα λεπτά, όλες οι σκέψεις
Αόρατο σε λίγο θα πετάξει

Και έτσι τόσο στριμωγμένος, ένας σαν όλους
Ο καλλιτέχνης κάτι σκαρφιζόταν
Κάτι γινόταν άξαφνα, για λίγο
Το πιο υπέροχα σπουδαίο που μπορούσε
Να δώσει
Η ίδια του η ζωή και η ύπαρξή του

Κι ύστερα ερχόταν η ώρα να κατέβει
Μαζί με άλλους, ένας σαν όλους
Γλιστρούσε αθόρυβα στον δρόμο
Μα εγώ, ναι, από μακριά κοιτούσα
Και θα ορκιζόμουν
Πως έτσι όπως η συνηθισμένη η μορφή του περπατούσε
Σκυφτή, θαμπή και λυπημένη
Άφηνε πίσω μελωδία
Μια πινελιά ή ένα ποιήμα
Πιστέψτε με, σας λέω, το είχα ακούσει
Το είχα δει με τα δικά μου τα συνηθισμένα μάτια

Και από τότε, ναι, δεν έπαψα, σας λέω
Σε όποιο πλήθος συναντώ
Να τον γυρεύω


Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Ένα κουρνιασμένο, μικρό φθινόπωρο

Ήταν η προτελευταία Παρασκευή του Οκτωβρίου κι εγώ για κάποιον απροσδιόριστο λόγο δεν ήθελα να πάω στη δουλειά. Τηλεφώνησα και είπα πως ήμουν άρρωστος. Προσπάθησα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν πήγα στη δουλειά επειδή ήμουν άρρωστος και θυμήθηκα πως δεν υπήρξε ποτέ τέτοια στιγμή. Εργαζόμουν επί  δεκαέξι χρόνια σε αυτήν την οικογενειακή επιχείρηση. Ήμουν καλός υπάλληλος, με κατανόηση και χωρίς πολλές απαιτήσεις. Δεν έχω οικογένεια. Ποτέ δεν κούρασα τα αφεντικά μου με παράπονα, ούτε και ζήτησα ποτέ αύξηση. Όταν στις αρχές της οικονομικής κρίσης  μείωσαν τον μισθό μου, το δέχτηκα κατανοώντας πως ήμασταν ένα καράβι και πως για να μη βουλιάξουμε έπρεπε όλοι να κάνουμε θυσίες. Δεν έχει σημασία τι εμπορεύεται αυτή η οικογενειακή επιχείρηση. Ό,τι κι αν πουλάς, ό,τι κι αν αγοράζεις, πουλάς και αγοράζεις. Αυτό κάνεις. Πρέπει βέβαια να βρεις τρόπους να διαφημιστείς, να φροντίζεις ώστε να πληρώνεσαι από τους πελάτες σου και να είσαι κι εσύ τυπικός στις πληρωμές των προμηθευτών σου. Δεν θα σας κουράσω άλλο με αυτά. Τι σημασία έχουν; Έτσι ένιωσα εκείνη την Παρασκευή. Πως δεν είχα κανέναν απολύτως λόγο να πάω στη δουλειά μου. Πως δεν υπάρχει τίποτα το αληθινά σημαντικό στο να πουλάς και να αγοράζεις.
Έφτιαξα τον καφέ στο μπρίκι, όπως με έμαθε κάποτε να τον φτιάχνω ο παππούς μου, και βγήκα στο μπαλκόνι. Η διάθεσή μου ήταν απροσδιόριστη. Δεν ήθελα τίποτα. Μόνο να καθίσω στο μπαλκόνι και να πιω τον καφέ μου. Μα πόσο θα διαρκούσε αυτό; Συνήθως έπινα τον πρωινό καφέ μου όρθιος και όχι ολόκληρο. Βιαζόμουν, δεν αργούσα ποτέ στο γραφείο. Μα εκείνη την Παρασκεύη αυτός ο καφές έγινε κάτι σπουδαίο. Σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που θα έκανα ποτέ. Μα πραγματικά, ήταν όλα αυτά πολύ περίεργα.
Απέναντι από το μπαλκόνι μου βρίσκεται ένα δέντρο. Ήταν ο λόγος που επέλεξα αυτό το διαμέρισμα. Είχα βρει στην ίδια τιμή ένα πιο καινούριο και πιο μεγάλο. Όμως, δεν είχε απέναντί του ένα δέντρο. Ο παππούς μου έλεγε πως το μόνο που χρειαζόταν να βλέπει στη ζωή του ήταν ένα δέντρο. Όταν ήμουν μικρός, τον είχα ρωτήσει κάποτε αν είχε ταξιδέψει. Μου είπε πως για κάποια χρόνια ήταν ναυτικός. Είχε δει αρκετά μέρη. Πίστευε όμως με πάθος μετά τα τόσα που είχε δει πως το μόνο που χρειαζόταν να βλέπει ήταν ένα δέντρο. Με ένα δέντρο απέναντί του, θα ήταν πάντα ευτυχισμένος. Δεν έλεγε ψέματα. Τον βρήκαν πεθαμένο στη μικρή αυλή του κάτω από μια νερατζιά. Χαμογελούσε. Το σπίτι του ήταν σε μια φτωχική, προσφυγική συνοικία. Το τσιμέντο είχε πνίξει τα πάντα. Μα η μικρή νερατζιά είχε καταφέρει να επιζήσει. Μαζί της κράτησε το χαμόγελό του ως το τέλος. Αυτά θυμόμουν κοιτάζοντας το δέντρο απέναντι από το δικό μου σπίτι. Ναι, έχοντας πάντα στο μυαλό μου τα λόγια του παππού μου είχα επιλέξει να ζω απέναντι από ένα δέντρο. Μα πότε το είχα κοιτάξει; Ποτέ ως τότε.
Έτσι για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό της Παρασκευής κοίταξα το δέντρο μου. Μου φάνηκε τόσο όμορφο. Πράσινο. Καμαρωτό. Με φύλλα που σχεδόν χόρευαν. Με φύλλα που είχαν κιτρινίσει λίγο. Μέσα σε αυτό το μπέρδεμα των εποχών βρήκα για λίγο το φθινόπωρο. Κουρνιασμένο σαν ένα μικρό αγοράκι, που το έχουν ξεχάσει. Σαν να φοβόταν να βγει. Σαν να είχε συνηθίσει στην κρυψώνα του. Είχε ζέστη, όπως πάντα έχει ζέστη τα τελευταία χρόνια αυτήν την εποχή. Όμως, αυτή η ζέστη, που θυμίζει επισκέπτη που έχει παρατείνει εκνευριστικά τη διαμονή του, δεν μπορούσε να φτάσει το μικρό φθινόπωρο. Το κουρνιασμένο εκεί, στα κίτρινα φύλλα του δέντρου μου. Χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, δάκρυσα. Μα, απόρησα πραγματικά πολύ. Τι μου συνέβαινε;
Θυμήθηκα ξαφνικά τον εαυτό μου παιδί. Να φοράω γαλότσες και να τσαλαβουτώ στις λιμνούλες και τις λάσπες του δρόμου. Να βλέπω από το παράθυρο τη βροχή ορμητική, απείθαρχη και παθιασμένη και εγώ να νιώθω ασφαλής ακουμπώντας τη μύτη μου στο τζάμι. Να κουμπώνω το μπουφάν μου τα ψυχρά εκείνα πρωινά του Οκτώβρη που πήγαινα στο σχολείο.  Και ύστερα τι; Τα φοιτητικά μου χρόνια, η ενήλικη ζωή που πέρασε σαν μια στιγμή. Σαν μια μόνο στιγμή. Δεν έκανα οικογένεια από επιλογή. Σαν να ένιωθα από μικρός πως αυτή η απάθειά μου για όλα, αυτή η άνευ λόγου μελαγχολία θα με καθιστούσε πραγματικά πολύ κακό πατέρα. Έτσι χώριζα κάθε φορά που ήταν η στιγμή να ζητήσω κάποια κοπέλα σε γάμο. Δεν μπορώ να πω πως το μετάνιωνα. Εώς τότε μου άρεσε η απάθειά μου, η μοναξιά, η ησυχία στο σπίτι, η ρουτίνα, οι σχεδόν ρομποτικές μου κινήσεις, ο χρόνος που περνούσε από πάνω μου χωρίς να αγγίζει την καρδιά μου, χωρίς να ξυπνά κανένα απολύτως συναίσθημα. Αθόρυβα πέρασαν τόσα χρόνια κι εγώ εκείνο το πρωί στο μπαλκόνι αναρωτήθηκα αν ήμουν τελικά ελαττωματικός, ανίκανος ή ανήμπορος ή πολύ, πολύ εγωιστής. Κι έκλαψα.
Έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει όταν πέθαναν οι γονείς μου ή όταν όλα αυτά τα χρόνια άφηνα γυναίκες που αγαπούσα αληθινά, επειδή δεν θα άντεχα να ακούω δίπλα μου το βράδυ ξένες ανάσες. Έκλαιγα χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο και αναρωτιόμουν πού βρίσκονταν όλα αυτά τα δάκρυα, πού είχαν τόσο καλά κρυφτεί, ποιος ήμουν εν τέλει και ποιος θα ήθελα να είμαι.  Το κουρνιασμένο, μικρό  φθινοπωράκι με κοιτούσε μέσα από τα φύλλα, δειλά, στοργικά, σαν να ήθελε να μου δώσει το χέρι, φοβισμένο, όμως, μήπως φανερωθεί και το μαλώσουν. Κοιταζόμασταν στα μάτια εγώ κι αυτό και μιλούσαμε σαν δυο ναυαγοί που βρέθηκαν ξαφνικά στο νησί όπου τριγύριζε μόνος του ο καθένας για χρόνια. Μήπως είχα αρχίσει να τρελαίνομαι; Ή μήπως ήμουν καλά όσο ποτέ;
Ήπια τον καφέ μου και σηκώθηκα. Τα βήματά μου ήταν λίγο ονειροπόλα, λίγο αποφασιστικά. Θα άλλαζα τη ζωή μου; Θα τολμούσα να ζήσω αληθινά; Θα έθετα ερωτήματα, θα αναζητούσα απαντήσεις; Ή ήταν μια κρίση ακατανόητη, που θα διαρκούσε λίγο; Θα συνέχιζα να ξυπνώ την ίδια ώρα κάθε πρωί και να κοιμάμαι ίδια ώρα κάθε βράδυ; Θα συνέχιζα να ασχολούμαι με λογιστικά φύλλα και να μιλώ κάθε μέρα με τόσα άτομα για τα οποία δεν γνώριζα ουσιαστικά τίποτα; Δεν ήξερα. Δεν ξέρω ακόμη. Είναι Σάββατο σήμερα. Δεν ξέρω τίποτα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν ξέρω απολύτως τίποτα.
Όμως θυμάμαι τον παππού μου, που χρειαζόταν να κοιτάζει μόνο ένα δέντρο για να είναι καλά. Κι έτσι κι εγώ κοιτάζω σήμερα συνεχώς το δέντρο μου. Είναι περήφανο μα και ταπεινό. Τα φύλλα του δεν μένουν σε ησυχία, ίσως και να τραγουδούν σε κάποια ακατανόητη γλώσσα. Δεν ξέρω καν τι δέντρο είναι. Φυλλοβόλο σίγουρα.
Με ένα κουρνιασμένο, μικρό φθινόπωρο μέσα του κρυμμένο στην κιτρινάδα.
Ένα μικρό, μαραζωμένο φθινόπωρο, όπως καθετί ξεχασμένο.
Μα με ελπίδα. Όπως κάθετί που θυμίζει παιδί.