Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Η μικρή μπαλαρίνα και το ποτάμι των δακρύων της


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσε μια όμορφη μπαλαρίνα, η Λουίζα, σε ένα όμορφο σπίτι σε μια όμορφη ροζ πολιτεία. Όλα στη ζωή της ήταν όμορφα και κάθε απόγευμα φορούσε τα ροζ της παπούτσια και χόρευε μπροστά στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμορφη μουσική ακουγόταν παντού. Ο χορός της ήταν τόσο μαγευτικός που έκανε ροζ τον ουρανό και η πόλη γινόταν όλη ροζ και όσοι ζούσαν σε αυτήν χαμογελούσαν. Ύστερα, όταν η μουσική τελείωνε, η μπαλαρίνα έβγαζε τα παπούτσια της και τα φύλαγε σε ένα ξύλινο κουτί κάτω από το κρεβάτι της. Ξάπλωνε και κοιμόταν ήσυχη κι ευτυχισμένη, αφού είχε για μια ακόμη μέρα κάνει αυτό που τόσο αγαπούσε. Είχε χορέψει.
   Μα μια μέρα συνέβη κάτι φρικτό. Κάποιος έκλεψε τα παπούτσια της Λουίζας. Δεν ήταν πουθενά. Έψαξε σε όλο το σπίτι. Μέσα στις ντουλάπες και στην αποθήκη. Στο μπαλκόνι και κάτω από τον νεροχύτη. Σε όλα της τα κουτιά, πίσω από τα όμορφα φορέματά της. Τα παπούτσια δεν ήταν πουθενά…
   Η Λουίζα ένιωθε τόσο μπερδεμένη. Σαστισμένη. Φοβισμένη. Και θυμωμένη! Δεν ήξερε τι να κάνει. Πήγε στην πόλη και άρχισε να ρωτά τους περαστικούς. Κανείς δεν είχε δει τα παπούτσια της, ούτε ήξεραν κάτι για αυτά. Τώρα που δεν μπορούσε να χορέψει, η πόλη άρχισε σιγά-σιγά να σκουραίνει. Να παίρνει ένα άσχημο γκρίζο χρώμα. Οι άνθρωποι κατσουφιασμένοι προσπερνούσαν ο ένας τον άλλον χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους. Και έβρεχε. Η μουσική που ακουγόταν ήταν τώρα ένας ψίθυρος σχεδόν ενοχλητικός.
   Η Λουίζα άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερε τώρα πια τι να περιμένει. Η ζωή της είχε τόσο αλλάξει. Και ένιωθε μόνη. Χωρίς τα παπούτσια της δεν θα μπορούσε να ξαναχορέψει ποτέ. Κι αυτή η πόλη, η συννεφιασμένη, η σκοτεινή δεν της άρεσε. Έκλαιγε για ώρα. Τα δάκρυά της σχημάτισαν ένα ροζ ποταμάκι. Κι ένα μικρό, πράσινο βατραχάκι ήρθε και άρχισε μέσα στο ποταμάκι να τσαλαβουτά.
«Γιάαααχ!», έκανε στην αρχή η Λουίζα. Δεν της άρεσαν τα βατράχια. Όμως, αυτό το βατραχάκι ήταν χαριτωμένο και φαινόταν άκακο. Απελπισμένη το ρώτησε αν είχε δει τα παπούτσια της.
«Κουάξ, έκανε το βατραχάκι. Ακολούθησέ το ποταμάκι. Θα σε οδηγήσει σε κάτι που θα σε βοηθήσει!»
   Το ροζ ποταμάκι των δακρύων της Λουίζας είχε τώρα μεγαλώσει κι άλλο. Το νερό έφτανε μέχρι τους αστραγάλους της Λουίζας. Κανονικά δεν θα έμπαινε μέσα γιατί τα παπούτσια της θα χαλούσαν, μα τώρα ήταν ξυπόλητη και δεν την ένοιαζε. Έτσι άρχισε να περπατάει στο ποτάμι. Και το περίεργο ήταν πως της άρεσε πολύ να τσαλαβουτά με γυμνά τα πόδια. Δεν το είχε ξανακάνει ποτέ! Το ποταμάκι μάκραινε, μάκραινε για ώρα και τελικά την οδήγησε στην άκρη της πόλης. Στην αρχή του δάσους. Εκεί η κουκουβάγια, που φυλούσε το δάσος, στεκόταν αυστηρή, μα πολύ, πολύ ήρεμη. Ήταν απόγευμα, σε λίγο θα νύχτωνε.
   «Καλή μου κουκουβάγια, μήπως έχεις δει τα παπούτσια μου; Δεν μπορώ να  χορέψω. Δεν ξέρω τι να κάνω. Κάθε απόγευμα τα φορούσα και χόρευα και ο ουρανός βαφόταν ροζ. Τώρα η πόλη μου έχει σκοτεινιάσει. Δεν χαμογελά κανείς. Κι εγώ, ξυπόλητη, δεν ξέρω πώς να ζω.»
«Ο ουρανός δεν βαφόταν ροζ από τον χορό σου, μικρή μου μπαλαρίνα, είπε η κουκουβάγια. Κοίτα γύρω σου. Και χωρίς να χορεύεις, ο ήλιος δύει. Τα κόκκινα χρώματά του αγκαλιάζουν τον κόσμο. Αυτό συνέβαινε και θα συμβαίνει πάντα όσο υπάρχει ο κόσμος ανεξάρτητα από το τι κάνουμε ή τι συμβαίνει σε εμάς.»
Η μπαλαρίνα κοίταξε γύρω της. Ήταν αλήθεια αυτό που είπε η κουκουβάγια. Ο ουρανός είχε πάρει τα πιο όμορφα χρώματα. Τα πουλιά πετούσαν ανέμελα, σαν να μην ήξεραν πόσο στενοχωρημένη ήταν εκείνη. Η υπέροχη μουσική του απογεύματος εδώ στο δάσος ακουγόταν όπως πάντα.
«Όμως στην πόλη μου όλα είναι γκρίζα. Κανείς δεν χαμογελά. Πρέπει να βρω το παπούτσι μου και να χορέψω ξανά. Πρέπει να με βοηθήσεις, καλή μου κουκουβάγια…»
«Θα σε βοηθήσω, μικρή μπαλαρίνα», είπε η σοφή κουκουβάγια και έφυγε πετώντας.
   Η Λουίζα άρχισε πάλι να κλαίει. Τα δάκρυά της σχημάτισαν κι άλλο ποταμάκι. Το βατραχάκι είχε από ώρα φύγει, μα τώρα η μικρή μπαλαρίνα ήξερε τι να κάνει. Ξυπόλητη μπήκε πάλι μέσα στα δάκρυά της, το ποτάμι όλο και μεγάλωνε κι εκείνη άρχισε να τρέχει αποφασισμένη να βρει τα παπούτσια της για να μπορέσει ξανά να χορέψει.
   Αυτή τη φορά οδηγήθηκε μέσα στο δάσος. Ήταν σκοτεινά. Κάποιες πυγολαμπίδες την πλησίασαν κι έριξαν το φως τους γύρω της. Έτσι μπορούσε να βλέπει. Δεν είχε ξαναπάει ποτέ στο δάσος. Όλη της τη ζωή ήταν στο όμορφο σπίτι της, στην όμορφη πόλη, μα τώρα έβλεπε πόσα πολλά υπήρχαν γύρω της που δεν ήξερε. Οι πυγολαμπίδες την έκαναν να νιώθει ασφαλής. Κάποια στιγμή το ροζ ποτάμι σταμάτησε και η Λουίζα κατάλαβε πως εκεί έπρεπε να σταματήσει.
  Τώρα το φεγγάρι ολοστρόγγυλο βρισκόταν στον ουρανό. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της το φεγγάρι, γιατί πάντα όταν έδυε ο ήλιος κοιμόταν. Ήταν μαγευτικό. Λαμπερό όσο τίποτα, σαν ένα φωτεινό πρόσωπο την κοιτούσε στα μάτια. Κι έτσι ξαφνικά, το φεγγάρι της μίλησε.
«Τι ψάχνεις εδώ μέσα στο δάσος μέσα στη νύχτα, μικρή, όμορφη μπαλαρίνα;»
«Ψάχνω τα παπούτσια μου. Πρέπει να τα βρω για να χορέψω ξανά. Κι όταν χορέψω ξανά, η πόλη μου θα γίνει πάλι όμορφη. Και θα ακούγεται η πιο όμορφη μουσική. Και όλα θα είναι όπως πριν.»
«Μικρή μου μπαλαρίνα, να ξέρεις ότι η ζωή αλλάζει με τρόπους που συχνά δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Κι όταν αλλάζει κάτι, δεν είμαστε ποτέ όπως πριν. Μα αυτό δεν είναι απαραίτητα μόνο κακό.»
Η Λουίζα ήταν έτοιμη πάλι να βάλει τα κλάματα.
«Έχασες το παπούτσι σου και λυπήθηκες πολύ, το ξέρω. Μα δες πόσο θάρρος ξύπνησε μέσα σου η λύπη κι έφτασες ως εδώ. Βρήκες τη δύναμη να φύγεις από το σπίτι σου και την πόλη σου για πρώτη φορά και μπήκες μέσα στο άγνωστο δάσος και μάλιστα μέσα στη νύχτα. Αυτή τη δύναμη δεν θα την είχες βρει ποτέ, αν δεν είχε αλλάξει η ζωή σου.»
«Μα αν δεν χορεύω η όμορφη μουσική γίνεται ένας άσχημος θόρυβος και όλα είναι γκρίζα και οι άνθρωποι δεν χαμογελούν…»
«Θα βρεις τον τρόπο να χορέψεις ξανά. Κι οι άνθρωποι της πόλης σου θα χαμογελάσουν πάλι. Γιατί πότε η λύπη, πότε η χαρά έρχεται στη ζωή μας. Και πρέπει να τις δεχόμαστε όπως έρχονται και όπως φεύγουν. Και αν τις δεχόμαστε, ο ουρανός κάθε απόγευμα βάφεται όμορφα με τα χρώματα του ήλιου και η μουσική του ηλιοβασιλέματος κάθε απόγευμα είναι γλυκιά σαν νανούρισμα.»
   Αυτά είπε το φεγγάρι κι ύστερα ένα σύννεφο το έκρυψε και δεν ξαναφάνηκε. Οι πυγολαμπίδες, όμως, δεν άφησαν τη Λουίζα μόνη. Εκείνη άρχισε πάλι να κλαίει. Αυτή τη φορά, όμως, το ένιωθε. Όσο έκλαιγε γινόταν πιο δυνατή κι ένιωθε πως θα μπορούσε να τα καταφέρει ακόμη και αν η ζωή της δεν γινόταν ποτέ όπως πριν. Ακόμη κι αν δεν έβρισκε ποτέ ξανά τα παπούτσια της. Αποφασισμένη όσο ποτέ άρχισε πάλι να τσαλαβουτά στο ποτάμι των δακρύων της κι αυτή τη φορά προχωρούσε κι έλεγε «όπου με βγάλει!»
  Το ποταμάκι την οδήγησε πάλι στην άκρη του δάσους, στην αρχή του. Οι πυγολαμπίδες φώτιζαν τον δρόμο και την έκαναν να μη φοβάται. Η κουκουβάγια ήταν πάλι εκεί.
«Κοίτα τα αστέρια, μικρή μπαλαρίνα, της είπε. Τα έχεις ξαναδεί;»
«Όχι, ποτέ….», είπε η Λουίζα και κοίταξε τα αστέρια μαγεμένη. Ήταν ό,τι πιο υπέροχο είχε δει ποτέ της. Τώρα η λύπη της είχε γίνει γλυκιά, μπορούσε να την αντέξει. Και της μάθαινε τόσα…
«Τα αστέρια θα σου κάνουν ένα δώρο, γλυκό μου κορίτσι, είπε η κουκουβάγια.»
«Τι δώρο;», ρώτησε έκπληκτη η Λουίζα.
«Θα σου δώσουν πίσω τα χαμένα σου παπούτσια. Τα είχε αρπάξει μια καρακάξα, που της άρεσαν επειδή ήταν γυαλιστερά και ήθελε να παίξει μαζί τους για λίγο. Μα ύστερα έχασε τον δρόμο και δεν μπορούσε να σου τα επιστρέψει. Συμβαίνουν τέτοιες ατυχίες στη ζωή μας. Όμως, τα αστέρια είδαν πόσο αγαπάς αυτά τα παπούτσια και πόσο θέλεις να χορέψεις ξανά και να κάνεις πάλι την πόλη σου όμορφη. Έριξαν το φως τους παντού και βρήκαν την καρακάξα. Την οδήγησαν εδώ, να τη τώρα σου φέρνει τα παπούτσια σου…»
   Ένα μαύρο πουλί ήρθε πετώντας κρατώντας στο στόμα του τα παπούτσια της Λουίζας.
«Συγγνώμη, κοριτσάκι, είπε. Δεν ήθελα να σου τα κλέψω. Μόνο να τα δανειστώ για λίγο…»
«Δεν πειράζει, είπε η Λουίζα τρυφερά. Με οδήγησες σε μια περίεργη περιπέτεια και γνώρισα τόσα πράγματα, που δεν θα είχα γνωρίσει ποτέ, αν η ζωή μου δεν είχε αλλάξει.»
Ύστερα πήρε τα παπούτσια της με λαχτάρα και τα φόρεσε όλο χαρά!
«Χόρεψε, μπαλαρίνα μου!», της είπε η κουκουβάγια, που την κοιτούσε συγκινημένη.
  Η Λουίζα άρχισε να χορεύει μέσα στο δάσος και οι πυγολαμπίδες άρχισαν να χορεύουν κι αυτές. Τα αστέρια μπήκαν κι αυτά στον χορό και το φεγγάρι εμφανίστηκε και πάλι και της ψιθύρισε γλυκά:
«Να μην το βάζεις ποτέ κάτω, μικρή μου μπαλαρίνα! Και να θυμάσαι πως δεν ξέρουμε ποτέ πού μας οδηγεί το ποτάμι των δακρύων μας.»
   Η μικρή μπαλαρίνα χόρευε όλη τη νύχτα και σαν ξημέρωσε, όταν ο ήλιος έβαψε κόκκινο τον ουρανό, η πόλη της ζωντάνεψε. Από τα ξυπνητήρια όλων ακούστηκε ένα όμορφο τραγούδι. Οι κάτοικοί της πόλης χαμογελαστοί πήγαν στις δουλειές τους καλημερίζοντας ο ένας τον άλλον. 

Μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κανείς δεν πρόσεξε ένα μικρό βατραχάκι, που τσαλαβουτούσε σε ένα παράξενο, ροζ ποταμάκι…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου