Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Ο αποχαιρετισμός


   Ο συγγραφέας κοιμόταν βαθιά και κάποια στιγμή ξύπνησε απότομα σαν κάτι να τον ταρακούνησε μέσα στον ύπνο του. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν έξι το πρωί. Την πρωινή ησυχία διατάρασσε το απορριμματοφόρο, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν έξω από την πολυκατοικία στην οποία έμενε. Συνήθως ένιωθε μια περίεργη ευχαρίστηση, όταν ξυπνούσε εκείνη την ώρα και άκουγε τους ήχους του απορριμματοφόρου. Ύστερα άλλαζε πλευρό και ξανακοιμόταν σκεπτόμενος τους υπαλλήλους του Δήμου που ήδη ήταν ξύπνιοι κι έκαναν την άχαρη δουλειά τους. Μα εκείνη τη στιγμή δεν ένιωσε καμία ευχαρίστηση, ούτε σκέφτηκε τους υπαλλήλους του Δήμου. Ίσως αυτό συνέβη επειδή την προηγούμενη μέρα είχε κηδευτεί η γιαγιά του. Κι εκείνος λόγω ενός κατάγματος στο πόδι, που ήδη είχε αρχίσει να θεραπεύεται, δεν είχε καταφέρει να πάει στο χωριό για την κηδεία.
   Η γιαγιά του συγγραφέα ήταν 95 χρόνων, με προχωρημένη άνοια και κατάκοιτη. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια και ήταν μεγάλη ανακούφιση για εκείνον να σκέφτεται πως η ψυχή της επιτέλους θα αναπαυόταν. Πριν πεθάνει δεν αναγνώριζε κανέναν, δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, παρά μόνο βογκούσε όσες φορές τη γυρνούσαν και κοιτούσε με τα μάτια της βυθισμένα στις κόγχες τους με ένα βλέμμα παράξενο. Σαν να τα καταλάβαινε όλα ή τίποτα. Σαν να είχε από καιρό φύγει ή σαν να επέμενε πεισματικά να κρατιέται στη ζωή για κάποιο λόγο που ο ίδιος δεν μπορούσε να σκεφτεί. Στενοχωριόταν που την έβλεπε έτσι μα πιο πολύ ένιωθε μέσα του παγωμένος, αποστασιοποιημένος, είχε αρχίσει σχεδόν να ξεχνά πως αυτό το αδύναμο, πονεμένο πλάσμα ήταν η γιαγιά, που τον είχε μεγαλώσει. Είχε σχεδόν φτάσει να πιστεύει πως έβλεπε απλώς ένα μεγάλο, γερασμένο μωρό που δεν μιλούσε και φορούσε πάνες και πως αυτό το αδύναμο πλάσμα είχε έτσι κάποτε γεννηθεί. Το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνος ήταν να χαϊδεύει πού και πού τα μαλλιά της μα το γερασμένο μωρό πολλές φορές δεν αντιδρούσε ούτε σε αυτό το άγγιγμα και παρέμενε βυθισμένο σε αυτό το παράξενο, κενό τίποτα που ζούσε.
   Ο συγγραφέας δεν αποχαιρέτισε τη γιαγιά του. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, με το πόδι στον γύψο τού ήταν αδύνατο να ταξιδέψει. Όλοι του έλεγαν πως δεν είχε πια σημασία, το θέμα είναι τι κάνεις όταν κάποιος είναι ζωντανός κι εκείνος είχε βοηθήσει στη φροντίδα της. Όμως, η ενοχή τριβέλιζε το μυαλό του και όλο φανταζόταν τον εαυτό του στην κηδεία. Αναρωτιόταν τι θα ένιωθε, όταν έβλεπε τη νεκρή γιαγιά του, πώς θα αντιδρούσε η υπόλοιπη οικογένεια και οι συγγενείς και οι φίλοι της οικογένειας. Αναρωτιόταν αν λίγο θα άλλαζε ο αέρας στο χωριό, αν το θρόισμα των φύλλων θα ήταν διαφορετικό ή αν κάποιο πουλί κάπως διαφορετικά θα κελαηδούσε τώρα που ήταν σίγουρος πως η ψυχή της κάποιου εκεί στα πλακόστρωτα σοκάκια θα τριγυρνούσε για τελευταία μάλλον φορά.
   Από την άλλη ο συγγραφέας ήταν άνθρωπος με αρκετά λογική σκέψη, χωρίς ιδιαίτερες μεταφυσικές ανησυχίες, χωρίς καν να είναι σίγουρος για την ύπαρξη του Παραδείσου ή αυτού του μέρους όπου ίσως όλοι αναπόφευκτα καταλήγουμε. Οπότε πραγματικά απορούσε με τις σκέψεις του και με αυτή τη συγκίνηση που τον βάραινε μιας και δεδομένης της κατάστασης της υγείας της γιαγιάς του πριν πεθάνει δεν την περίμενε. Μα κανείς ποτέ δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει σε έναν θάνατο, ο θάνατος, όπως κι αν έρθει τελικά, ακόμη και πατώντας στις άκρες των δαχτύλων του, θα αγγίξει κάποια χορδή μέσα σου, θα ξυπνήσει κάτι που κοιμάται, κάτι που δεν ήξερες ότι το είχες, κάτι που μπορεί απλώς να φοβόσουν να δεις.
     Ο συγγραφέας σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ήταν μάταιο να προσπαθήσει να ξανακοιμηθεί. Το απορριμματοφόρο είχε φύγει από ώρα και η ησυχία του κυριακάτικου, καλοκαιρινού πρωινού τώρα απέπνεε κάποια αδιόρατη μοναξιά. Με τις πατερίτσες του πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε έναν σκέτο καφέ, αν και συνήθως τον έπινε γλυκό. Βγήκε στο μπαλκόνι, στο τραπεζάκι είχε αφήσει δυο μέρες πριν ένα πακέτο τσιγάρα. Είχε κόψει εδώ και καιρό το κάπνισμα, μα είχε αγοράσει πάλι τσιγάρα, όταν έμαθε ότι πέθανε η γιαγιά του. Δεν είχε καπνίσει κανένα, μα τώρα άφοβα πήρε ένα από το κουτί και το άναψε. Σκέφτηκε πως η γιαγιά του δεν θα χαιρόταν καθόλου με αυτό, την είχε πιάσει μεγάλη ταραχή την πρώτη φορά που τον είδε έφηβο να καπνίζει. Μα δεν θα με δει, σκέφτηκε αμέσως μετά και ρούφηξε τον καπνό νιώθοντας απλώς παράξενα.
     Θα μπορούσες να γράψεις αντί να καπνίσεις, είπε στον εαυτό του, μα πραγματικά δεν ήθελε να γράψει. Τι να έγραφε; Ένα ποίημα για τα χαμένα παιδικά χρόνια; Ένα δοκίμιο για το πόσο εξοστρακίζονται τα γηρατειά σήμερα; Ή απλώς μια ιστορία; Οι ιστορίες συνήθως έρρεαν στο μυαλό του σαν ποταμάκια μα τώρα ήταν τόσο μουδιασμένος. Μερικές φορές απλώς δεν υπάρχει μια ιστορία για αυτό που νιώθεις, σκέφτηκε, και αφέθηκε στο κάπνισμα σαν να ήταν μια πολύτιμη, στιγμιαία παρηγοριά, που θα τον έσωζε.
    Κοιτάζοντας ένα δέντρο απέναντι από το μπαλκόνι του θυμήθηκε τα δέντρα της αυλής στο σπίτι στο χωριό. Εκεί που χτύπησε πολλές φορές τα γόνατά του, που αμέτρητες φορές έκλαψε και γέλασε και έπαιξε και παρατήρησε με περιέργεια τα μικροσκοπικά μυρμήγκια που κουβαλούσαν τα ψίχουλα που τους έριχνε. Ναι, μπορούσε να θυμηθεί την αυλή και τα γδαρμένα του γόνατα, μα όχι τη μορφή της γιαγιάς του, που τον τάιζε, που τον φρόντιζε και έπαιζε μαζί του και του τραγουδούσε. Αυτή η μορφή είχε χαθεί σε κάποιο κυκεώνα του χρόνου εδώ και καιρό και το τρομερό ήταν πως δεν το κατάλαβε. Η φθορά έρχεται ύπουλα όχι μόνο στο σώμα μας μα και στις αναμνήσεις μας. Κάποια στιγμή μεγαλώνεις και συνειδητοποιείς πως έχεις ξεχάσει. Κι αυτό είναι ίσως πιο τρομακτικό από τον ίδιο τον θάνατο.
    Όμως, μπορούσε, ναι, μπορούσε να τη θυμηθεί να κάθεται απέναντί του και να του αφηγείται ιστορίες. Στα γνωστά παραμύθια δεν έβρισκε ενδιαφέρον. Η γιαγιά του, όμως, του έλεγε από τότε που θυμάται τον εαυτό του ιστορίες από την οικογένεια, από το χωριό, από τα παιδικά της χρόνια, από εποχές που ο ίδιος δεν μπορούσε να αγγίξει παρά μόνο μέσα από εκείνη. Ιστορίες για τιμωρητικούς, σχεδόν σαδιστικούς πατέρες, για ξένους κατακτητές, για αγνά κορίτσια, για αγροτικές δουλειές και οικογενειακές κατάρες. Κι εκείνος την άκουγε με το στόμα σχεδόν ανοιχτό και ήθελε όλο και περισσότερες ιστορίες να μαθαίνει κι έμαθε έτσι στη ζωή του να ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους, να κυνηγά τις ιστορίες τους και τελικά να τις σκαρφίζεται και να τις γράφει. Η γιαγιά του δεν είχε διαβάσει κανένα βιβλίο του μα τι σημασία είχε αφού η ίδια είχε γίνει για εκείνον ένα βιβλίο ζωντανό, που μπορούσε να το ξεφυλλίζει όποτε ήθελε και να ζωγραφίζει ο ίδιος με το παιδικό του μυαλό τις εικόνες του. Κι αν τελικά τα γηρατειά κατέλαβαν το σώμα της και το μυαλό της και θα νόμιζε κανείς πως δεν είχαν αφήσει τίποτα στο τέλος, εκείνος σβήνοντας το τσιγάρο του συνειδητοποίησε πως τα γηρατειά δεν άγγιξαν την αγάπη του για τις ιστορίες κι αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό δώρο που του χάρισε ποτέ κανείς.
   Δεν είχε λοιπόν και τόση σημασία που οι μνήμες του ήταν θολές, που το παιδί μέσα του είχε μικρύνει τελικά πολύ, είχε στριμωχθεί, ναι, είχε αρκετά ξεχαστεί. Οι ιστορίες θα ήταν πάντα ένα φως από τότε, ένα φως που ήλπιζε να μη σβήσει ποτέ, ένα φως από την αγάπη αυτής της γυναίκας που τον φρόντισε τόσο και τον αγάπησε. Η γιαγιά του δεν ήξερε γράμματα και δεν είχε γράψει ποτέ τίποτα, μα ναι, τώρα ξαφνικά θυμήθηκε πως έφτιαξε ένα βράδυ ένα παραμύθι  με πρωταγωνιστή εκείνον. Ένα παραμύθι στο οποίο ο μικρός συγγραφέας σήκωνε το λευκό του μαντίλι για να σώσει τον εαυτό τους και τους φίλους του, που είχαν σχεδόν θαφτεί ζωντανοί από το χιόνι σε κάποιο περιβόλι.
   Ο συγγραφέας μόλις θυμήθηκε το παραμύθι με το μαντίλι άρχισε να κλαίει  μέσα στην πρωινή, κυριακάτικη ησυχία και τα δάκρυα ήταν λυτρωτικά σαν λέξεις, που γράφει μια ταραγμένη ψυχή.  Δεν κάπνισε άλλο, ούτε έγραψε τίποτα, μόνο εκεί στο μπαλκόνι του από μακριά αποχαιρετούσε για ώρα τη γιαγιά του.
     Και τώρα πια έβλεπε καθαρά πως όταν φροντίζεις, όταν δίνεις τον εαυτό σου, όταν μαθαίνεις κάτι σε ένα μικρό παιδί ένα κομμάτι σου είναι σαν να μην πεθαίνει ποτέ.

2 σχόλια: