Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

ΤΟ ΡΟΜΠΟΤ ΚΑΙ Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν μια γριά, σοφή κουκουβάγια, που ζούσε πάνω σε ένα δέντρο στην άκρη του δάσους. Είχε ζήσει πάρα πολλά χρόνια και ήταν πραγματικά πολύ σοφή, αλλά τον τελευταίο καιρό ήταν μόνη. Στενοχωρημένη πάνω σε ένα κλαδί του δέντρου της αναρωτιόταν τι νόημα έχει να ξέρεις τόσα πράγματα, αν δεν μπορείς σε κάποιον να τα πεις.
Ένα απόγευμα άκουσε παιδικές φωνές. Μια οικογένεια περπατούσε στο δάσος. Η κουκουβάγια φοβόταν τους ανθρώπους και κρύφτηκε μα χαμογελούσε καθώς κοιτούσε από μακριά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι να χοροπηδούν. Λίγη ώρα μετά η οικογένεια έφυγε και η κουκουβάγια έμεινε μόνη πάλι στην ησυχία. Σκοτείνιασε. Ξαφνικά, είδε ένα πράσινο φως να βγαίνει από το έδαφος. Λίγα πράγματα της προκαλούσαν έκπληξη. Έτσι φτερούγισε και πήγε να δει από πού ερχόταν αυτό το παράξενο φως.
Και τι να δει...
Τα παιδιά είχαν ξεχάσει το παιχνίδι τους, ένα μικρό ρομπότ, κάτω από το δέντρο.
Η κουκουβάγια βέβαια δεν ήξερε τι σημαίνει ρομπότ, οπότε πλησίασε διστακτικά το παράξενο αυτό πλάσμα.
"Τι είσαι εσύ;", το ρώτησε κουνώντας τα φτερά της.
"Είμαι ρομπότ."
"Δηλαδή;"
"Ένα παιχνίδι ρομπότ. Περπατώ, το φωτάκι μου ανάβει και λέω ένα τραγούδι."
"Ένα παιχνίδι; Τα παιδιά θα στενοχωρηθούν που σε ξέχασαν εδώ..."
"Δεν με ξέχασαν. Με παράτησαν."
Η κουκουβάγια για λίγο δεν ήξερε τι να πει. Το ρομπότ συνέχισε με τη μηχανική φωνή του.
"Είμαι λίγο χαλασμένο. Δεν μπορώ πια να πω καλά το τραγούδι. Και το ένα χέρι μου δεν κουνιέται."
"Κι εγώ είμαι μια γριά κουκουβάγια. Δεν μπορώ πια να πετάω όσο ψηλά πετούσα άλλοτε."
Το ρομπότ δεν έδειξε να συγκινείται.
"Με άφησαν εδώ και είπαν πως οι γονείς τους θα τους αγοράσουν καινούριο παιχνίδι."
"Αυτό θα πρέπει να σε στενοχώρησε, καημένο ρομπότ", είπε η κουκουβάγια.
"Εγώ δεν στενοχωριέμαι. Είμαι ρομπότ. Δεν έχω συναισθήματα.", είπε το ρομπότ. 
"Ίσως και να είσαι τυχερός. Ίσως όχι...", είπε η κουκουβάγια.
"Δεν καταλαβαίνω...", είπε το ρομπότ.
"Δεν πειράζει. Θέλεις να γίνουμε φίλοι;", ρώτησε η κουκουβάγια που είχε αρχίσει να χαίρεται με την παρέα, που είχε βρει.
"Εγώ είμαι ρομπότ. Δεν γίνομαι φίλος. Δεν είμαι προγραμματισμένος για αυτό", είπε το ρομπότ και τότε το πράσινο φως του άρχισε να γίνεται πιο αχνό.
Η κουκουβάγια δεν το έβαλε κάτω.
"Εντάξει, αφού δεν είσαι προγραμματισμένος να γίνεσαι φίλος, δεν πειράζει. Όμως, τι θα κάνεις εδώ; Δεν θα βαρεθείς;"
"Δεν ξέρω τι θα κάνω. Δεν είμαι προγραμματισμένος για να ζω στο δάσος."
"Έχω μια ιδέα!", είπε η κουκουβάγια. "Θα σου λέω ιστορίες..."
"Τι ιστορίες;"
"Ξέρω πάρα πολλές ιστορίες. Μου τις έχουν πει τα άλλα πουλιά ή τις έχω κρυφακούσει από τους ανθρώπους όλον αυτόν τον πολύ καιρό που έχω ζήσει. Άφησέ με να σου τις πω. Έτσι εσύ κι εγώ δεν θα βαρεθούμε ξανά. Δεν θα είμαστε μόνοι."
Το ρομπότ δεν ήταν προγραμματισμένο για να ακούει ιστορίες. Μα η επιμονή της κουκουβάγιας το έκανε να δεχτεί.
Κι έτσι η κουκουβάγια άρχισε να του λέει τις ιστορίες της.
Ιστορίες από παλιότερα χρόνια μα και τωρινές, ιστορίες του δάσους και της πόλης, ιστορίες γενναίων και φοβισμένων ανθρώπων, ιστορίες από τα σύννεφα και το χώμα, ιστορίες των αετών και των μυρμηγκιών, ιστορίες των φύλλων και της βροχής, ιστορίες μέχρι κι από κάποια αεροπλάνα που πετούσαν στον ουρανό, που πετούσε κάποτε κι εκείνη.
Το ρομπότ άκουγε, άκουγε, άκουγε...
Δεν μιλούσε.
Ο καιρός περνούσε...
Το πράσινο φωτάκι του γινόταν όλο πιο αχνό και πια δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε το πόδι.
Όμως, μέσα του είχε αρχίσει να νιώθει...
Να νιώθει αγάπη για την κουκουβάγια και για τις ιστορίες της.
Να νιώθει λύπη, που το είχαν παρατήσει εκεί και ευγνωμοσύνη για την καλή παρέα που βρήκε.
Να νιώθει χαρά κοιτάζοντας τον μπλε ουρανό και το πρασινοκίτρινο δάσος μα και λίγο φόβο, όταν σκοτείνιαζε και τα δέντρα έδειχναν κάπως απειλητικά ή όταν ακούγονταν από μακριά οι λύκοι.
Πέρασαν με τις ιστορίες της κουκουβάγιας μέρες, μήνες, χρόνια.
Και ήρθε η ώρα της να πεθάνει. Ήταν πια πολύ μεγάλη. 
Όμως, πέθανε πολύ ευτυχισμένη γιατί όλα όσα είχε μάθει τα τόσα πολλά χρόνια που έζησε τα είχε πει σε κάποιον. 
Έτσι μια μέρα οι ιστορίες τελείωσαν.
Το ρομπότ μπορούσε τώρα να νιώσει αγάπη και βαθιά λύπη.
Μα και ευγνωμοσύνη που είχε γνωρίσει αυτήν τη σοφή και καλή κουκουβάγια.
Η λύπη το έκανε να κλάψει.
Δεν ήταν προγραμματισμένο να κλαίει, μα οι ιστορίες της κουκουβάγιας το είχαν καταφέρει κι αυτό!
Και ξαφνικά άκουσε μια παιδική φωνή.
Μια μητέρα είχε βγάλει βόλτα το αγοράκι της.
"Μαμά, τι είναι αυτό;", είπε το αγόρι κι έτρεξε προς το μέρος του. "Ένα ρομπότ!", το αγόρι άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενο.
"Τι να κάνει άραγε αυτό το ρομπότ;", αναρωτήθηκε η μαμά και το πήρε στα χέρια της.
"Ας πατήσω αυτό το κουμπί..."
Και τότε...

"Ιστορίες! Ένα ρομπότ που λέει ιστορίες!" ξεφώνισε ο μικρός.
Το ρομπότ του είχε πει την πρώτη ιστορία, που είχε ακούσει από τη γριά κουκουβάγια...
Κι είχε μέσα του και τη δεύτερη και την τρίτη, και όλες, όλες αυτές τις όμορφες διηγήσεις, που είχε ακούσει από το σοφό πουλί.
Το αγοράκι αγκάλιασε το ρομπότ.
"Δεν θα σε αφήσω ποτέ!', του είπε και τότε μαγικά άναψε το πράσινο φωτάκι στο κεφάλι του ρομπότ.
Το αγόρι πήρε το ρομπότ στο σπίτι του και άκουσε όλες τις ιστορίες της κουκουβάγιας.
Του άρεσαν τόσο πολύ, που αποφάσισε να τις γράψει σε ένα τετράδιο.
Κι όταν μεγάλωσε, πήρε το τετράδιο κι αντέγραψε τις ιστορίες στον υπολογιστή του.
Ύστερα τις έστειλε σε έναν εκδότη και οι ιστορίες της κουκουβάγιας έγιναν βιβλίο.
Και το βιβλίο το διάβασαν πολλά παιδιά κι ύστερα, όταν μεγάλωσαν είπαν τις ιστορίες στα παιδιά τους. Κι αυτά θα τις πουν στα δικά τους παιδιά, κι αυτά με τη σειρά τους στα δικά τους κι αυτά...

Και όσο θα λέγονται οι ιστορίες της κουκουβάγιας το πράσινο φωτάκι στο κεφάλι του ρομπότ
θα είναι αναμμένο... 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου