Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Μεγάλη Παρασκευή

Μεγάλη Παρασκευή. Η καμπάνα από το πρωί χτυπούσε στον ίδιο αργόσυρτο ρυθμό. Η πόλη είχε αδειάσει και στον ουρανό τα μαύρα σύννεφα σαν να σου υπενθύμιζαν ότι έπρεπε να πενθήσεις. Δίπλα στη μικρότερη εκκλησία της πόλης βρισκόταν μια παιδική χαρά χωρίς κόσμο, μόνο μια νεαρή μητέρα με ένα κοριτσάκι δυόμιση χρόνων είχαν πάει εκείνο το πρωί. Η μικρή γελούσε και χοροπηδούσε, αφού φυσικά δεν ήξερε ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή και αν το βράδυ θα πήγαινε στη λειτουργία του Επιταφίου σίγουρα θα εντυπωσιαζόταν από τα πολλά γαρίφαλα και θα γελούσε ξανά. Η μητέρα της ήταν πολύ κουρασμένη και δεν είχε δώσει καθόλου σημασία στην ιερότητα της ημέρας. Ανυπομονούσε να γυρίσουν για να κοιμηθεί η κόρη της και να κοιμηθεί λίγο κι εκείνη επειδή το προηγούμενο βράδυ η μικρή έβλεπε εφιάλτες και εκείνη έμεινε άυπνη. Τα δέντρα του πάρκου επίσης αγνοούσαν ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν καταπράσινα και ανθισμένα και πάνω τους κελαηδούσαν αμέριμνα πουλιά, ενώ κάτω στη γη τα μικροσκοπικά χαμομήλια έστελναν τις ανοιξιάτικες μυρωδιές τους.
     Το κοριτσάκι έτρεχε πίσω από ένα περιστέρι, όταν μια μεσήλικη κυρία μπήκε στην παιδική χαρά ντυμένη στα μαύρα ψιθυρίζοντας κάτι. Η νεαρή μητέρα είδε πως η κυρία δεν συνόδευε κάποιο εγγονάκι αλλά μιλούσε σε έναν παχουλό, γκρίζο γάτο, γνωστό θαμώνα του πάρκου. Το κοριτσάκι έτρεξε στον γάτο μα αυτός φοβήθηκε κι έφυγε τρέχοντας και η κυρία με τα μαύρα ξαφνικά σαν να μην είχε σε ποιον να μιλήσει. Κάθισε σε ένα παγκάκι και κοιτούσε το κενό, ενώ η καμπάνα συνέχιζε να χτυπά αδιάκοπα, πένθιμα σαν τραγούδι που δεν θέλει να τελειώσει. Η νεαρή μητέρα ένιωσε αμηχανία. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να μιλήσει στην κυρία ή όχι. Ζούμε σε μια εποχή, που αν μιλήσεις ξαφνικά σε κάποιον άγνωστο κινδυνεύεις να παρεξηγηθείς, να θεωρηθείς αλλόκοτος στην καλύτερη περίπτωση και στη χειρότερη τρελός. Όμως το κοριτσάκι της, αμόλυντο ακόμη από την αποξενωμένη και αντικοινωνική εποχή του,  άρχισε να χοροπηδάει γύρω από την κυρία κι εκείνη του χαμογέλασε και έκανε μετά τη γνωστή ερώτηση στη μαμά του. "Πόσων χρόνων είναι;". Η νεαρή μητέρα απάντησε ανακουφισμένη, γιατί πραγματικά ήθελε σε κάποιον να μιλήσει. Δεν δούλευε από τότε που γέννησε και της είχε πραγματικά λείψει η επαφή με τους ενήλικες.
    Η κυρία με τα μαύρα χαμογέλασε πάλι στη μικρή κι ύστερα άρχισε να θυμάται τα δικά της παιδιά. Δεν ήταν σαφές αν μιλούσε στη γυναίκα δίπλα της. Πάντως αυτός ο χειμαρρώδης μονόλογος έσπασε αυτή τη σιωπή, αυτή την ησυχία, που διέκοπταν μόνο η λυπητερή καμπάνα και η γλυκιά φωνούλα του μικρού κοριτσιού.
    "Ήμουν πολύ νέα, όταν γέννησα τον πρώτο μου γιο. Είκοσι χρόνων. Δεν ήξερα πώς να μεγαλώσω ένα παιδί. Δούλευα πολλές ώρες και γύριζα κάθε βράδυ κατάκοπη. Ο μικρός, που του είχα λείψει τόσο μέσα στη μέρα, έτρεχε και με αγκάλιαζε και δεν μπορούσες να τον ξεκολλήσεις από πάνω μου. Θυμάμαι ένα βράδυ που πεινούσα πολύ. Τον άφησα δίπλα μου κι έτρωγα με λαιμαργία τα ψάρια που είχα τηγανίσει το πρωί. Ξαφνικά τον άκουσα να πνίγεται. Είχε κοκκινίσει ολόκληρος και δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Με τρόμο κατάλαβα ότι όσο εγώ πεινασμένη έτρωγα τα ψάρια, εκείνος έβαζε στο στόμα του τα ψαροκόκαλα. Τον χτύπησα δυνατά στην πλάτη κι ευτυχώς πετάχτηκε το κόκαλο που είχε στο στόμα του. Μα τα πόδια μου είχαν κοπεί από τον φόβο. Αν είχε καταπιεί άλλα; Αν πάθαινε τίποτα; Τηλεφώνησα στον γιατρό και μου είπε ότι αν όντως είχε καταπιεί ψαροκόκαλα θα το καταλάβαινα από τη συμπεριφορά του, θα ένιωθε δυσφορία και θα έκλαιγε. Το παιδί φαινόταν καλά, μα εγώ ένιωθα τόσες τύψεις, τόσο φόβο, που ήθελα να πεθάνω."
   Η νεαρή μητέρα άκουγε με προσοχή την ιστορία, ενώ η μικρούλα ανέβαινε και κατέβαινε στην τραμπάλα βγάζοντας ακατανόητες λεξούλες. Η γυναίκα με τα μαύρα συνέχισε.
"Ήμουν τόσο νέα. Σαν χθες ήταν. Σε βλέπω τώρα με το παιδάκι σου και με θυμάμαι. Σαν χθες ήταν. Τώρα και οι δυο μου γιοι είναι στο εξωτερικό. Τα εγγόνια μου τα βλέπω δυο φορές τον χρόνο. Σαν χθες ήταν. Κι όμως, αν με ρωτούσες, εκείνη η μέρα που ο γιος μου έφαγε τα ψαροκόκαλα, μου είχε φανεί σαν αιώνας."
      Η νεαρή μητέρα ήθελε να της πει πως κι εκείνης η χθεσινή νύχτα της είχε φανεί σαν αιώνας, αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε πως η γυναίκα με τα μαύρα ήταν κάποτε στη θέση της και πως κι εκείνη κάποτε θα ερχόταν στη δική της θέση. Θα μιλούσε σε κάποια νεαρή μητέρα τριάντα χρόνια μετά για την εποχή που η κόρη της ήταν μικρούλα. Πώς θα ήταν άραγε εκείνη η εποχή; Το ίδιο αποξενωμένη; Ή μήπως οι άνθρωποι, κουρασμένοι από την αβάσταχτη τωρινή μοναξιά τους θα είχαν αρχίσει να βλέπουν ο ένας τον άλλον; Να ακούνε ο ένας τον άλλον αληθινά; Μια εποχή που δεν θα θεωρείται παραξενιά το να καλημερίζεις έναν άγνωστο στον δρόμο σε μια μεγαλούπολη; Πιο πιθανό της φαινόταν στο μέλλον να πετάνε τα αυτοκίνητα και οι άνθρωποι να έχουν αποικίσει τη Σελήνη. Μα από την άλλη ποτέ δεν ξέρεις. Το μέλλον υπάρχει μόνο για να μας εκπλήσσει.
    Το κοριτσάκι άρχισε να γκρινιάζει γιατί μάλλον είχε νυστάξει. Εκείνη κοίταξε το ρολόι της και είδε πως είχε περάσει η ώρα.
"Να πάω κι εγώ στην εκκλησία. Η μικρούλα σου μου έκανε την καλύτερη παρέα. Μου θύμισε τα παιδιά μου μικρά. Σου το ορκίζομαι. Σαν χθες ήταν", είπε η κυρία με τα μαύρα.
"Καλή Ανάσταση...", ψέλλισε η νεαρή μητέρα και έβαλε το χεράκι της κόρης της μέσα στο δικό της.  Της φάνηκε τόσο μικρό. Δεν θα ήταν λοιπόν για πάντα έτσι.
     Οι δυο γυναίκες χωρίστηκαν και για μια στιγμή ξεπήδησε από τα μαύρα σύννεφα για λίγο ο ήλιος. Ύστερα ξανακρύφτηκε και ο ουρανός ταίριαζε πάλι απόλυτα με τον ήχο της καμπάνας. Αυτόν τον ακούραστο, βαρύ ήχο, που αντηχούσε στην άδεια γειτονιά, στην άδεια πόλη, στη μοναξιά αυτών των λίγων που έμειναν και στο κενό, αυτό το μικρό κενό του καθένα μας, που προχωρά και προχωρά και συνεχίζει χωρίς μερικές φορές να συνειδητοποιεί πως κάθε μέρα έστω και λίγο από κάπου φεύγει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου