Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Δραματική Έξοδος

Παραμονή Χριστουγέννων. Κι εκείνη βρισκόταν μόνη της σε μια άδεια καφετέρια στην παραλιακή κωμόπολη, που ζούσε με την οικογένειά της εδώ και λίγο καιρό. Γιατί μόνη; Οι γιορτές είναι οικογενειακές στιγμές ευτυχίας και αγάπης, πώς μπορεί μια μάνα να αφήνει τα παιδιά της μια τέτοια μέρα και να καπνίζει ασταμάτητα κοιτάζοντας με λύπη τις αραγμένες βαρκούλες; Κι όμως το έκανε! Τώρα όλοι θα είναι καλύτερα,  έλεγε στον εαυτό της μα κοιτούσε με αγωνία τον δρόμο μήπως τη δει κανένας γνωστός και την άλλη μέρα κυκλοφορούσαν τερατώδη κουτσομπολιά. Και τότε δεν θα την ξέπλενε ούτε ο ποταμός των δακρύων που έβραζε μέσα της!
  Ήταν μια δύσκολη χρονιά. Ο άντρας της μετά από τέσσερις μήνες ανεργίας τής ζήτησε να μετακομίσουν στη μικρή κωμόπολη. Θα βοηθούσε τον αδερφό του να ανακαινίσουν κάποια δωμάτια που νοίκιαζαν και θα εργαζόταν εκεί. Είχε κουραστεί να εργάζεται ως υπάλληλος και η μία εταιρεία μετά την άλλη να κλείνει. Εκείνη ήταν καθηγήτρια Αγγλικών. Με λίγη καλή τύχη θα έβρισκε κάποιους μαθητές. Τα παιδιά, που περνούσαν τα καλοκαίρια τους με τον παππού και τη γιαγιά είχαν φίλους εκεί και δεν έφεραν αντίρρηση. Ένιωθαν τη στενοχώρια του πατέρα τους και ήθελαν να τον στηρίξουν. Εκείνη έβλεπε μια μελαγχολία στα μάτια του μεγάλου της γιου, που καθότι στην εφηβεία ήταν ερωτευμένος. Μα δεν της μιλούσε για αυτό. Δεν της μιλούσε για τίποτα. Η κόρη της από την άλλη, αν και ήταν μόλις δέκα χρόνων, ήταν μια κινούμενη αντίδραση απέναντί της. Θα προτιμούσε να της μιλά λιγότερο ή μάλλον να την κρίνει λιγότερο. Να την κάνει λιγότερο να νιώθει ότι ήταν η πιο αποτυχημένη μητέρα και σύζυγος στον κόσμο. Το πιο αποτυχημένο ανθρώπινο πλάσμα που πάτησε τα πόδια του σε αυτή τη γη.
   "Δικό σου είναι το πρόβλημα, της έλεγε ο άντρας. Προσπαθείς να μας ελέγξεις όλους. Προσπαθείς να ελέγξεις αυτά που συμβαίνουν. Δεν αφήνεσαι καθόλου στη χαρά και στην ηρεμία. Αγχώνεσαι και  συνεχώς γκρινιάζεις για όλα". Αυτά της έλεγε μα εκείνη δεν άντεχε να επεξεργαστεί τα λόγια του και να σκεφτεί πόση αλήθεια υπήρχαν μέσα τους. Ήταν τόσο θυμωμένη. Εκείνη είχε κάνει τη μεγάλη θυσία για χάρη τους. Άφησε την πόλη και πήγε να μείνει σε ένα μέρος που πριν της ήταν αδιάφορο, τώρα το μισούσε. Δεν είχε φίλες εκεί. Απέφευγε τις γειτόνισσες γιατί τις θεωρούσε εκνευριστικές. Ακόμη δεν είχε βρει μαθητές. Όλα ήταν χάλια. Και οι δικοί της τη μισούσαν.
   Τι την έκανε, όμως, να τους αφήσει Παραμονή Πρωτοχρονιάς; Κατάλαβε πόσο πολύ τη μισούσαν. Ήταν όρθια και μαγείρευε. Είχαν μείνει μόνο τα κοτοπουλάκια πανέ σε ένα πλαστικό σακουλάκι και περίμεναν να ψηθούν. Για χιλιοστή φορά γκρίνιαξε πως την πονούσε το γόνατό της σε μια προσπάθεια να τους πείσει να συμμαζέψουν λίγο το σπίτι. Κανένας δεν της έδωσε σημασία. Ύστερα άρχισε, όπως συνήθως να φωνάζει.
"Γιατί φωνάζεις πάλι; Θέλεις να χαλάσεις και τη σημερινή γιορτινή μέρα;", της είπε ο άντρας της εκνευρισμένος.
"Σας λέω να συμμαζέψετε λίγο. Πονάει το γόνατό μου. Έχω πεθάνει από το πρωί!"
"Πέθανε, δεν σε αντέχω άλλο!", της είπε εκείνος κι αμέσως έδειξε πως το μετάνιωσε.
Αυτό που έκανε την καρδιά της να σκιστεί στα δύο ήταν η απάντηση της κόρης της.
"Καλά της λες! Έλεος πια!"
    Εκείνη τότε σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα σηκώθηκε ήρεμα.
"Φεύγω", είπε μόνο.
"Φύγε", της είπε ο άντρας της και επέστρεψε στο μήνυμα που έγραφε στο κινητό του.
Την έπιασε απελπισία. Πήρε το σακουλάκι με τα κοτοπουλάκια και του το πέταξε στο κεφάλι. Εκείνος έσκυψε λίγο και το απέφυγε κι ύστερα πάλι επέστρεψε στο κινητό του. Βουρκωμένη, ηττημένη και νιώθοντας πως ζούσε ένα τρομερό δράμα φόρεσε το μπουφάν της κι έναν σκούφο και βγήκε έξω χτυπώντας την πόρτα. Τώρα καθισμένη στην άδεια καφετέρια αναρωτιόταν αν σκεφτόταν όντως να αυτοκτονήσει ή αν απλώς φαντασιωνόταν τους δικούς της να κλαίνε μετανιωμένοι πάνω από το νεκρό της σώμα, επειδή τόσο πολύ την πλήγωσαν. Δεν της άρεσε η ιδέα του θανάτου της, όχι, θα ήταν πολύ άδοξο να τελειώσει η ζωή της εδώ, οπότε άρχισε να σκέφτεται άλλους τρόπους με τους οποίους θα τους τιμωρούσε. Θα μπορούσε να βρει εραστή, να φύγει μαζί του στο εξωτερικό και να γεννήσει το μωρό του. Αυτό το μωρό θα την αγαπούσε. Νοστάλγησε την εποχή που κρατούσε τα παιδιά της στην αγκαλιά της κι αυτή η αγκαλιά ήταν όλος ο κόσμος τους.
     Ύστερα σκέφτηκε τα κοτοπουλάκια. Ήταν σίγουρη ότι ο άντρας της δεν θα σήκωνε το σακουλάκι. Κι αν χαλούσαν; Ήταν το αγαπημένο φαγητό του γιου της. Και θα ήταν κρίμα να χαλάσουν. Δεν είναι καιροί για να πετάμε φαγητό. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στο σπίτι και να πει σε όποιον σήκωνε το τηλέφωνο να βάλει τα κοτοπουλάκια πάλι στην κατάψυξη, αφού κανείς τους δεν είναι ικανός να τα ψήσει. Μα έτσι θα χαλούσε τη δραματική της έξοδο. Ήθελε να αναρωτιούνται πού πήγε. Να βγουν να την ψάξουν. Σιγά μην το έκαναν. Και οι τρεις θα βυθίζονταν στα κινητά και τους υπολογιστές τους. Ή θα έτρωγαν το φαγητό που έφτιαξε με τόσο κόπο βλέποντας τηλεόραση. Θα απολάμβαναν την ηρεμία της απουσίας της. Όπως κι εκείνη τώρα απολάμβανε την ηρεμία του να βρίσκεται μακριά από το χαοτικό τους σπίτι.
    Ναι, ίσως ήταν υπερβολική με την τάξη. Μπορεί να είχαν κάποιο δίκιο. Ήθελε να είναι τα πάντα στο σπίτι και στη ζωή σε τάξη. Να μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά. Να είναι όλα καθαρά και τακτοποιημένα. Να ζουν χωρίς υπερβολές, εθισμούς, κινδύνους της εποχής. Να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Όταν κάποιος ήταν στενοχωρημένος, κάτι κατέρρεε μέσα της, γιατί ένιωθε πως έφταιγε εκείνη. Ήθελε να διορθώσει τα πάντα. Κυρίως αυτήν την καταραμένη εποχή, που σκότωνε τα όνειρα. Ένιωθε συχνά πως ήταν ένα μικρό γρανάζι μέσα σε έναν πελώριο κόσμο, που έπρεπε κάπως να κινηθεί για να προχωρήσει αυτός ο κόσμος, έστω και λίγο. Όμως τα πάντα την ακινητοποιούσαν κι έτσι κι ο κόσμος έμενε στα ίδια ή ακόμη χειρότερα γύριζε πίσω.
     Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Ο γιος της. Ήταν θυμωμένη και μαζί του. Θα μπορούσε να την υπερασπίζεται και δεν έλεγε τίποτα. Άφηνε τους άλλους δύο να την εξοντώνουν κι εκείνος έγραφε ποιήματα για αποχωρισμούς που σκοτώνουν και ηλιοβασιλέματα που δεν είδαν μαζί και για το φθινόπωρο που έριξε τα φύλλα της καρδιάς του σε μια θάλασσα από χιονόνερο. Της ήταν τόσο δύσκολο να τα πάρει αυτά στα σοβαρά. Οι έγνοιες την είχαν κάνει να ξεχάσει πώς είναι ο εφηβικός νους, ο πρώτος έρωτας, το ξεκίνημα της ζωής. Της ήταν δύσκολο να συνειδητοποιήσει πως ο γιος της σιγά-σιγά γινόταν άντρας. Ίσως αυτό να τη θύμωνε γιατί δεν ήταν έτοιμη να γεράσει ακόμη. Δεν απάντησε στο τηλέφωνο. 
    Κάπνισε το έκτο τσιγάρο και ήπιε δυο γουλιές ζεστή σοκολάτα. Σκέφτηκε πάλι με λύπη τα κοτοπουλάκια στο πεταμένο σακουλάκι. Μπήκε στον πειρασμό να στείλει μήνυμα στον γιο της να τα μαζέψει και να τα ψήσει μόνος του για να μη στερηθεί την αγαπημένη του γεύση αλλά ήθελε να είναι αμετακίνητη απέναντι σε όλους. Κι αν έφευγε με μια από τις μικρές βάρκες; Τη στιγμή που άρχισε να αναρωτιέται τι χρειάζεται να κάνει κάποιος για να κλέψει μια βάρκα άκουσε παιδικά γέλια. Γύρισε και είδε στον έρημο και σκοτεινό δρόμο ένα τσούρμο μικρά παιδιά με χριστουγεννιάτικα τρίγωνα. Ένα από αυτά, ένα αδύνατο αγόρι κρατούσε ένα φωτισμένο καραβάκι. Τα συνόδευε ο χαμογελαστός παπάς της μικρής κωμόπολης. Στάθηκαν μπροστά της και άρχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα. Και τότε έβαλε τα κλάματα.
      Θυμήθηκε τον εαυτό της να τραγουδάει τα κάλαντα με ενθουσιασμό που έκανε την καρδιά της να έτοιμη να σπάσει. Πού είχε πάει άραγε αυτό το μικρό κορίτσι; Σίγουρα δεν ζούσε πια μέσα της. Μάλλον την εγκατέλειψε αγανακτισμένο κάποια στιγμή κι εκείνη δεν το είχε καταλάβει. Τα παιδιά τραγουδούσαν φωνάζοντας κι εκείνη έκλαιγε με ανακούφιση, λύπη και νοσταλγία, χαρά και ελπίδα. 
"Βγήκα χωρίς να πάρω λεφτά...", είπε μόλις τελείωσαν και τότε σκέφτηκε με τρόμο πως δεν είχε λεφτά για να πληρώσει τη ζεστή σοκολάτα και φοβήθηκε πως θα την έβαζαν να πλύνει φλιτζάνια.
"Αγάπη, μόνο αγάπη", είπε ο γλυκός παπάς.
Ένα μικρό κοριτσάκι με μια μακριά καστανή κοτσίδα την αγκάλιασε.
"Γιατί κλαις;", τη ρώτησε.
Δεν ήξερε τι να πει μα τους κοιτούσε με τόση ευγνωμοσύνη για αυτή τη μικρή στιγμή και ήταν σαν να τους τα είπε όλα.
       Όταν ξεμάκραιναν και οι φωνές τους άρχισαν να χάνονται στην ερημιά, διάβασε το μήνυμα του άντρα της. "Έψησα τα κοτοπουλάκια και σε περιμένουμε. Θα πλύνω εγώ τα πιάτα.", της είχε γράψει μόνο. Με κατακόκκινα μάτια φώναξε τη σερβιτόρα και της είπε πως θα της έφερνε τα χρήματα το επόμενο πρωί. Εκείνη την κοίταξε παραξενεμένη μα της χαμογέλασε.
       Σηκώθηκε κι άφησε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα της στο τραπέζι. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο γόνατο μα περιέργως δεν την ενόχλησε.Φόρεσε το μπουφάν κι αγκάλιασε τον εαυτό της. Έκανε κρύο, μα ταίριαζε τόσο στη στιγμή.  Φεύγοντας κοίταξε μια τελευταία φορά τις μικρές βάρκες. Την κοιτούσαν γλυκά μα την αποθάρρυναν να χαθεί στη θάλασσα μέσα στη νύχτα. Μα δεν την πείραζε καθόλου αυτό. Τώρα είχε μέσα της ένα φωτισμένο, χριστουγεννιάτικο καράβι...

   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου