Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Το τελευταίο ραντεβού με τη Δεσποινίδα Φοβία

"Είμαι ηθοποιός. Και ολίγον φοβική. Φοβάμαι τα ύψη, τις αρρώστιες, τα ατυχήματα, τα σκυλιά, τους επικίνδυνους ανθρώπους και διάφορα άλλα. Καλλιτέχνης, καταλαβαίνετε... Όλοι εμείς οι καλλιτέχνες κάποιο πρόβλημα πρέπει να έχουμε! Αν δεν υποφέρεις από κάτι, δεν στρέφεσαι στην τέχνη. Δεν  προσπαθείς να εκφραστείς, να διαφύγεις ή έστω να διερευνήσεις, όταν έχεις αληθινή γαλήνη." Κάπως έτσι συστηνόταν πάντα, όταν γνώριζε κάποιον και συνήθως της χαμογελούσαν με συμπάθεια.
   Ολίγον φοβική. Ή και πολύ; Από μικρή; Δεν μπορούσε να θυμηθεί από πότε. Ίσως να ήταν και έφηβη. Μα πραγματικά, δεν μπορούσε να ξέρει. Μήπως αφότου ενηλικιώθηκε; Είναι παράξενο να ψάχνεις τον εαυτό σου στο παρελθόν και να μη θυμάσαι. Όπως και να' χει, κάποια στιγμή στη ζωή της άρχισε να έχει κοντά της αυτήν την παράξενη φίλη. Τη Δεσποινίδα Φοβία. Ναι, αν έπρεπε να την περιγράψει, θα ήταν δεσποινίδα μεσήλικη. Μοναχική, ψηλή, αδύνατη και στρυφνή. Με μαύρη, μακριά στενή φούστα, κουμπωμένο πουκάμισο μέχρι τον λαιμό, κότσο και γυαλιά. Κατά βάση αγέλαστη, μα καμιά φορά της ξέφευγε και κανένα γελάκι. Κάπως έτσι ήταν η Δεσποινίς Φοβία. Ερχόταν να την επισκεφθεί συχνά. Πριν τις πρεμιέρες, πριν τα ταξίδια, συνήθως πριν κάθε αλλαγή, πριν κάθε τι νέο. Πριν κάτι σχεδιάσει, πριν καν ονειρευτεί.
"Τι κάνεις;", τη ρωτούσε αυστηρά η Δεσποινίς Φοβία εκείνα τα βράδια.
"Να εδώ, ετοιμάζομαι...", της έλεγε εκείνη και της  άφηνε λίγο χώρο για να καθίσει δίπλα της.
"Σε βρίσκω πολύ χαλαρή και καθόλου σε επαγρύπνηση. Οι καιροί είναι επικίνδυνοι. Η πόλη είναι επικίνδυνη. Η ζωή είναι επικίνδυνη", έλεγε η δεσποινίς Φοβία με μια ψιλή, σχεδόν τσιριχτή φωνή.
"Εντάξει, συνήθως κάπως επιβιώνουμε", απαντούσε εκείνη.
"Όχι πάντα. Πρέπει να είσαι έτοιμη για όλα."
"Εντάξει, μουρμούριζε απρόθυμα εκείνη. Τι πρέπει να κάνω;"
"Να προετοιμάζεσαι. Σκέψου ένα σενάριο για την κάθε πιθανότητα. Πώς θα σε βρει το κακό και πώς μετά θα δράσεις. Τι πιθανές διέξοδοι υπάρχουν από την κρίση. Τι θα σε βοηθήσει και τι όχι. Τελικά αναλογίσου αν θα μπορέσεις να τα καταφέρεις μόνη σου ή αν θα χρειαστείς άλλα άτομα."
Η Δεσποινίς Φοβία κουνούσε το δάχτυλο και τα μάτια της ήταν σχεδόν κλειστά, όταν έδινε τις οδηγίες.
"Αν θα μπορέσω να τα καταφέρω μόνη μου; Δεν νομίζω...", εκεί άρχιζε να νιώθει πραγματικά άβολα.
"Τότε πρέπει να προετοιμαστείς ακόμη περισσότερο. Να σκεφτείς πώς θα τα καταφέρεις, αν θα εντελώς είσαι μόνη σου στην κάθε πιθανή κατάσταση. Γιατί πάντα υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο, ξέρεις."
"Μα είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να τα σκέφτομαι όλα αυτά."
"Το ξέρω. Μα οι καιροί είναι δύσκολοι. Η ζωή είναι δύσκολη. Οι κίνδυνοι καιροφυλακτούν."
"Ναι, το είπαμε αυτό, Δεσποινίς Φοβία!",επαναστατούσε εκείνη.
"Το είπαμε, ναι! Το υπενθυμίζω γιατί είναι μεγάλης σοβαρότητος!", ανέβαζε αυστηρά τον τόνο της φωνής της η Δεσποινίς Φοβία.
"Νομίζω πως θέλω να κοιμηθώ τώρα", της έλεγε εκείνη και τα μάτια της έκλειναν.
"Φυσικά. Κοιμήσου, γλυκιά μου. Θα σε επισκεφθώ ξανά σύντομα..."
Ύστερα η Δεσποινίς Φοβία την αγκάλιαζε. Δεν ήταν ζεστή η αγκαλιά της μα την είχε συνηθίσει. Την είχε συνηθίσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσε να ζει χωρίς εκείνη. Όλα τα συνηθίζει κανείς. Ακόμη και μια δυσάρεστη, θα έλεγε κανείς, τέτοια αγκαλιά. Κι ύστερα ξάπλωνε για να κοιμηθεί. Άλλοτε τα κατάφερνε, άλλοτε όχι. Την άλλη μέρα ξυπνούσε και κάποια στιγμή ως το μεσημέρι η Δεσποινίς Φοβία εμφανιζόταν πάλι. Μα τελικά, αν φίλος είναι αυτός που βλέπεις πιο συχνά από όλους, η Δεσποινίς Φοβία ήταν η καλύτερή της φίλης αναμφισβήτητα. Κι αυτό γινόταν για χρόνια.
   Εκείνο το βράδυ, μετά από μια επιτυχημένη παράσταση ήρθε στο καμαρίνι της να τη συγχαρεί ένας γνωστός σκηνοθέτης. Κάπως ιδιόρρυθμος, είχε ακούσει, μα με πολύ καλό όνομα και μεγάλη φήμη. Εκείνη συστήθηκε όπως πάντα.  Ολίγον φοβική.
"Ολίγον φοβική. Φοβάμαι τα ύψη, τις αρρώστιες, τα ατυχήματα, τα σκυλιά, τους επικίνδυνους ανθρώπους και διάφορα άλλα. Καλλιτέχνης, καταλαβαίνετε... Όλοι εμείς οι καλλιτέχνες κάποιο πρόβλημα πρέπει να έχουμε. Αν δεν υποφέρεις από κάτι, δεν στρέφεσαι στην τέχνη. Δεν  προσπαθείς να εκφραστείς, να διαφύγεις ή έστω να διερευνήσεις, όταν έχεις αληθινή γαλήνη."
Περίμενε να της χαμογελάσει ο σκηνοθέτης. Συνήθως όλοι της χαμογελούσαν με συμπάθεια.
"Μμμμμ, ολίγον φοβική; Αληθινά δεν σας ταιριάζει καθόλου κάτι τέτοιο! Δεν θα έπαιρνα ποτέ στον θίασό μου ένα άτομο ολίγον φοβικό! Ποιος αληθινός καλλιτέχνης μπορεί να ενδώσει στον φόβο; Η τέχνη είναι τόλμη, είναι θάρρος, είναι δύναμη! Μα πραγματικά γιατί χρειάζεστε να είστε ολίγον φοβική; Αλήθεια, το έχετε σκεφτεί ποτέ;"
Εκείνη πραγματικά δεν ήξερε τι να πει. Δεν της είχε ξανασυμβεί να μην της χαμογελούν. Και τι ερώτηση ήταν αυτή; Γιατί χρειαζόταν να είναι ολίγον φοβική;
"Δεν θα σας έπαιρνα ποτέ σε παράστασή μου, αν και έχετε σίγουρα ταλέντο", συνέχισε ο σκηνοθέτης και την αποχαιρέτισε φιλώντας της το χέρι κάπως ψυχρά. Έφυγε με σηκωμένο το κεφάλι, σαν θιγμένος και με γρήγορα βήματα.
Εκείνη τώρα ένιωσε πραγματικά άσχημα. Περίεργα. Θύμωσε. Μα πιο πολύ απόρησε. Συνήθως γινόταν εύκολα συμπαθητική στους γύρω της, οι περισσότεροι δε προσπαθούσαν να την προστατέψουν και πολύ συχνά τη θαύμαζαν παρά τη δυσκολία της.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήρθε και κάθισε αθόρυβα δίπλα της η δεσποινίς Φοβία.
"Δεσποινίς Φοβία! Με τρομάξατε!", της φώναξε ταραγμένη, όταν την είδε ξαφνικά.
"Έτσι πρέπει!", είπε η δεσποινίς Φοβία και γέλασε κοφτά και η φωνή της βγήκε σαν σφύριγμα.
Ένιωσε περίεργα. Σαν να μην την ήθελε τώρα.
"Οι καιροί είναι δύσκολοι και επικίνδυνοι, η πόλη είναι επικίνδυνη αλλά και η επαρχία μερικές φορές. Οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει επικίνδυνοι, ω, αυτή είναι η πιο φρικτή αλήθεια..."
"Δεσποινίς Φοβία, να σας ρωτήσω κάτι;", τη ρώτησε με θάρρος. Είχε θάρρος. Στο κάτω-κάτω καλλιτέχνης ήταν!
"Ακούω", είπε η Δεσποινίς Φοβία και καθάρισε τα γυαλιά της.
"Γιατί έρχεστε συνεχώς;"
"Γιατί με χρειάζεσαι."
"Γιατί σας χρειάζομαι;"
"Για παρέα."
"Για παρέα;"
"Εσύ με καλείς."
"Εγώ σας καλώ;"
"Με τον τρόπο σου. Επειδή βαριέσαι εύκολα. Επειδή έχεις μεγάλη φαντασία. Επειδή σου αρέσει να σε προσέχουν, να σε προστατεύουν, να σε φροντίζουν."
Δεν ήξερε τι να πει. Μα πραγματικά δεν το είχε καταλάβει πως τα έκανε όλα αυτά.
"Δεσποινίς Φοβία..."
"Ακούω", είπε η Δεσποινίς Φοβία και ίσιωσε τη μαύρη της φούστα.
"Νομίζω...", είπε δειλά.
"Ναι;", είπε η Δεσποινίς Φοβία και έφτιαξε λίγο τον κότσο της.
"Νομίζω πως δεν θα σας ξαναχρειαστώ άμεσα. Ευχαριστώ για την παρέα σας. Ήταν αρκετά δυσάρεστη τόσα χρόνια, μα... Ήταν έστω κι έτσι κάποια παρέα."
"Όπως νομίζεις. Αντίο."
Η Δεσποινίς Φοβία τής έσφιξε το χέρι.
"Ξέρω ότι δεν σου άρεσαν οι αγκαλιές μου", είπε μόνο.
"Αντίο. Και πάλι, ευχαριστώ για όλα..."
"Ίσως τα ξαναπούμε."
"Ίσως. Ίσως κι όχι", η φωνή της ήταν τρομερά αποφασιστική αλλά όπως ενός παιδιού, που δεν ξέρει αν θα τα καταφέρει τελικά. Αυτό ήταν. Η Δεσποινίς Φοβία εξαφανίστηκε.
     Το καμαρίνι, σαν αν είχε καθαρίσει από ρυπαρό αέρα. Και εντελώς μόνη, συστηνόταν στον καθρέφτη της.
"Ηθοποιός. Και πρώην ολίγον φοβική..."
Και τώρα, μετά από αυτό το τελευταίο ραντεβού με τη Δεσποινίδα Φοβία, αυτός ο συνήθως αγέλαστος καθρέφτης, όπως συνήθως όλοι όσοι τη γνώριζαν,  της χαμογελούσε...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου