Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

"Αγκάλιασε το χάος..."

    
Ήταν Κυριακή μεσημέρι και προσπαθούσε λίγο να κοιμηθεί. Ο Μάιος γινόταν σιγά-σιγά καλοκαίρι και οι ανοιχτές μπαλκονόπορτες έφερναν ήχους από τα απέναντι διαμερίσματα. Το κελάηδισμα ενός καναρινιού τής έφερε μια γλυκιά αίσθηση, δευτερόλεπτα μετά όμως θυμήθηκε το καναρίνι που είχε μικρή που κελαηδούσε όμορφα μα πετάριζε μέσα στο κλουβί φυλακισμένο κι ύστερα πέθανε ξαφνικά κι εκείνη νόμιζε πως ήταν δικό της λάθος. Τα παιδιά είναι τόσο εύκολο να πάρουν όλα τα κρίματα του κόσμου πάνω τους κι ύστερα να τα κουβαλούν στις πλάτες τους και να γίνουν ενήλικες με μια απροσδιόριστη ενοχή, να νιώθουν πως σε κάθε κατάσταση κάποιο λάθος έκαναν, κάπου έχουν φταίξει. "Αγκάλιασε το χάος", άκουσε μια φωνή από το όνειρό της κι ωστόσο θα έπαιρνε όρκο πως ήταν ξύπνια. Το καναρίνι συνέχιζε το τραγούδι του και μια γειτόνισσα μιλούσε ακατάπαυστα στο τηλέφωνο και γελούσε και η φωνή από το εσωτερικό υπερπέραν συνέχιζε, "Αγκάλιασε επιτέλους το χάος!". Κι εκείνη σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου άρχισε να αφήνεται στους συνειρμούς της και να σκέφτεται και να προσπαθεί να απαντήσει σε αυτή τη φωνή, που κάπου μέσα στα βάθη του εαυτού της υψώθηκε και ίσως της έλεγε κάτι πολύ σημαντικό, ίσως ήταν απλώς παραμιλητό του ύπνου.
     Το χάος είναι παντού. Στο διαμέρισμά της η ντουλάπα της έχει ανακατεμένα καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα ρούχα, όλο λέει πως θα κάνει την πρέπουσα τακτοποίηση κι όλο το αναβάλει χωρίς να ξέρει το γιατί. Τα πιάτα είναι άπλυτα στο νεροχύτη και η βρύση στάζει, η κάθε σταγόνα πέφτει σε μια λιμνούλα κι ύστερα χάνεται. Εκείνη αγωνίζεται να είναι όλα τακτοποιημένα, αν κάτι βρεθεί σε λάθος θέση την κατακλύζει άγχος και τρέχει να το αποκαταστήσει κι όμως αυτά τα αντικείμενα είναι πολύ άτακτα, όλο και αλλάζουν θέση, όλο και παραστρατούν. 
     Το χάος είναι γύρω της. Το διαδίκτυο, η τηλεόραση είναι ένα χάος που σαν μαύρη τρύπα σε ρουφάει λίγο-λίγο κάθε μέρα, που χαιρέκακα σου δείχνει πόσο βίαιος είναι ο κόσμος, πόσο βίαιος είναι ο άνθρωπος. Η κοινωνία θυμίζει μερικές φορές τα ντοκιμαντέρ από τη ζούγκλα, το σαρκοφάγο θα στήσει ενέδρα και θα παλέψει ανελέητα για να ξεσκίσει ένα δύστυχο, αδύναμο ζώο κι ωστόσο αν το ίδιο το σαρκοφάγο μείνει μέρες πεινασμένο, περιφέρεται εξίσου αδύναμο και το λυπάσαι. Ο άνθρωπος είναι χάος, παλεύει καθημερινά για πράγματα που κατά βάθος δεν επιθυμεί, ονειρεύεται και συχνά δεν κυνηγάει τα όνειρά του, κι αν σταθεί τυχερός και τα πραγματοποιήσει, τα κοιτάζει μετά αφ'υψηλού και τα πετάει έξω από την πόρτα του λαχταρώντας αυτή τη φορά κάτι πιο δύσκολο, πιο λαμπερό ή απλώς κάτι πιο μάταιο. 
       Το χάος είναι μέσα της. Οι συγκινήσεις εναλλάσσονται πολλές φορές με απόσταση λεπτών, μία με κάτι θα χαρεί, μία θα λυπηθεί, θα ελπίσει κι ύστερα θα απογοητευτεί ατελείωτα κι ύστερα πάλι θα ενθουσιαστεί με κάτι καινούριο κι όλο αυτό μπορεί να προκαλεί φθορά ή είναι απλώς ο κύκλος της ζωής της που είναι καταδικασμένη ή ευλογημένη και κινείται αδιάκοπα και δεν μπορεί να παγιωθεί σε ένα συναίσθημα, σε μια ψυχική κατάσταση ή σε έναν στόχο και κυρίως σε μια στιγμή.
      "Αγκάλιασε το χάος", έλεγε η φωνή του ονείρου και το καναρίνι έξω τραγουδούσε μόνο, λυπημένο ή και χαρούμενο, ποιος μπορεί να καταλάβει αληθινά ένα κελάηδισμα. Το όνειρο τώρα είχε εικόνες, ένας δρόμος πλημμυρισμένος κι εκείνη ακινητοποιημένη παρασυρόταν από το νερό κι απομακρυνόταν από την πόλη, ύστερα λουλούδια τεράστια και από κάτω ένα σπίτι γεμάτο παιδιά που γελούσαν χαρούμενα, ύστερα εκείνη η ίδια παιδί να κρατάει το καναρίνι της κι αυτό να της χαμογελά και να πετάει ελεύθερο προς έναν ροζ ορίζοντα. Κι ύστερα το γέλιο της γειτόνισσας τόσο δυνατό, εκνευριστικό μα και ίσως και λίγο χαριτωμένο κι ύστερα μια κόρνα επίμονη από τον δρόμο που μπήκε στο όνειρό της και άρχισε να ταράζει τις εικόνες, να τις διαλύει, να τις σπάει, όπως σπάει η μπάλα ενός παιδιού ένα τζάμι και το κάνει κομμάτια. 
      Κι ύστερα σηκώθηκε σαν τίποτε όλα αυτά να μην είχαν γίνει. Έστρωσε το κρεβάτι της και χτένισε τα μαλλιά της. Βγήκε στο μπαλκόνι αναζωογονημένη από τον μεσημεριανό ύπνο. Η ζέστη ήταν λίγο ενοχλητική, η κυριακάτικη ησυχία, όμως, πολύτιμη. Είχε αυτή τη συνηθισμένη παρόρμηση να κάνει κάτι, ένιωσε το σώμα της να εκνευρίζεται στην απραγία κι ωστόσο για λίγο σταμάτησε, κοίταξε τα λουλούδια στο απέναντι μπαλκόνι και δεν σκέφτηκε τίποτα. Κι ύστερα προσπάθησε να σκεφτεί τι όνειρο είχε δει, μα ήταν αδύνατο, είχε μόνο μια αίσθηση εκκρεμότητας μέσα της και προσπαθούσε, προσπαθούσε να θυμηθεί μα δεν μπορούσε. Η φωνή του ονείρου είχε αποσυρθεί βαθιά βαθιά στην ψυχή της, μέσα σε αυτόν τον ωκεανό που ρέει μέσα μας και σπάνια τον βλέπουμε. Εκείνη ασυναίσθητα τοποθέτησε τα χέρια της πάνω της έτσι ώστε το ένα να αγκαλιάσει το άλλο. Κι ύστερα μπήκε μέσα και άρχισε να τακτοποιεί το σπίτι κι έπλυνε τα πιάτα αποφασισμένη επιτέλους να φυλάξει όσα χειμωνιάτικα ρούχα είχαν απομείνει στην ντουλάπα της.
     Και η φωνή του ονείρου μέσα στον ατέλειωτο, άγνωστο ωκεανό της ψυχής της χαμογελούσε σίγουρη πως την επόμενη φορά θα ήταν πιο δυνατή, πιο πειστική, πιο φανερωμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου