Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Ο ΜΟΤΣΑΡΤ ΕΠΑΙΖΕ ΠΙΑΝΟ ΤΡΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Η κυρία Μ. γύρισε στο σπίτι της. Στα χέρια της βάραιναν οι σακούλες του σούπερ μάρκετ. Την έλεγαν κυρία Μ. ή κυρία Σ. ή κυρία Π, δεν έχει τόση σημασία. Οι σακούλες θα μπορούσαν να είναι από οποιοδήποτε σούπερ μάρκετ. Αυτή η πληθώρα είναι μερικές φορές βαρετή. Όλα τόσα πολλά κι όλα ίδια. Η κυρία, ας την πούμε κυρία Μ, γύρισε λοιπόν στο σπίτι της. Ήταν απόγευμα. Ήταν κουρασμένη. Η δουλειά της, δουλειά γραφείου, δεν έχει και τόση σημασία να πούμε τι δουλειά ακριβώς. Όλες αυτές οι δουλειές γραφείου μερικές φορές φαντάζουν τόσο ίδιες. Χαρτιά και υπολογιστές, τηλέφωνα και εκνευρισμένοι συνάδελφοι ή απαιτητικοί πελάτες. Και αυτή η αίσθηση πως η ζωή σου δεν σου ανήκει, πως η μέρα σου χάνεται και κάτι σου κλέβουν. Κάτι πολύτιμο, κάτι σημαντικό, κάτι που δεν θα βρεις ποτέ ξανά. Αυτήν την αίσθηση είχε ακριβώς η κα Μ. εκείνη την ημέρα. Πως κάτι της στερούσαν. Μη νομίζετε πως το συνειδητοποιούσε ιδιαίτερα. Οι άνθρωποι δεν συνηθίζουν να συνειδητοποιούν. Μόνο μια αδιόρατη αίσθηση τους κυνηγά σαν σκιά κι ύστερα δρουν χωρίς να σκέφτονται. Έτσι και η κυρία Μ. Μπήκε μέσα στο σπίτι, άφησε τις σακούλες κάτω κι όταν ένιωσε μια σουβλιά στη μέση της φώναξε.
"Ήρθα! Γιατί το σπίτι είναι άνω κάτω;". Μια κοπέλα, η κοπέλα που πρόσεχε το παιδί της έτρεξε να συμμαζέψει ένα επιτραπέζιο παιχνίδι από το πάτωμα. Στην προσπάθειά της να κάνει γρήγορα σκόνταψε και παρά λίγο να πέσει. Η κυρία Μ. εκνευρίστηκε με την άτσαλη κίνηση αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν τόσο, μα τόσο κουρασμένη.
Ο γιος της κυρίας Μ. βγήκε από το δωμάτιό του. Έτρεξε να την αγκαλιάσει. Ήταν πέντε χρόνων. Εκείνη βούλιαζε, βούλιαζε σε αυτήν την απαίσια, ακατονόμαστη αίσθηση. Η αγκαλιά του παιδιού ήταν σαν νερό που πέρασε από ανοιχτή παλάμη.
"Έμαθες να γράφεις το όνομά σου;", ρώτησε η κυρία Μ. το παιδί.
Το παιδί άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα για τη μέρα του στο νηπιαγωγείο. Η κυρία Μ. επέμεινε.
"Έμαθες να γράφεις το όνομά σου;"
Το παιδί αγνοούσε την ερώτηση και μιλούσε για τα παιχνίδια που έπαιξαν και τους δυο φίλους του που μάλωσαν γιατί ο ένας πήρε το μολύβι του άλλου.
"Έμαθες να γράφεις το όνομά σου;"
Το παιδί σταμάτησε να μιλάει και πήγε στην κοπέλα που το πρόσεχε. Σαν να ζητούσε προστασία, εκείνη όμως ήταν φοβισμένη από την κακή διάθεση της κυρίας Μ. και δεν του έδωσε σημασία.
"Ίσως να προσπαθήσετε λίγο κι εδώ..."
"Μα όταν γυρίζει από το νηπιαγωγείο θέλει να παίζει", είπε η κοπέλα με ξεψυχισμένη φωνή κι έκανε ένα βήμα πίσω.
"Να του το μάθεις παίζοντας! Δημιουργικά! Βρες τρόπο. Παιδαγωγός είσαι."
"Μάλιστα...", είπε η κοπέλα και κοίταξε το παιδί. Δεν ξέρουμε ποιος ήταν πιο τρομαγμένος.
"Και με το πιάνο τι έγινε;"
Το παιδί άρχισε να βήχει. Ύστερα άρχισε να τρέχει μέσα στο σπίτι.
"Πρόσεχε!", φώναξε η κυρία Μ.
Το παιδί αγνόησε τη φωνή. Πήρε δύο μαξιλάρια και άρχισε να τα κουνάει. Ένα βάζο πάνω στο τραπέζι με κίτρινα τριαντάφυλλα παρασύρθηκε στη δίνη του παιδιού κι έπεσε κάτω.
"Έσπασε το βάζο!", φώναξε η κυρία Μ. Άρχισε να νιώθει απελπισία. Οι σουβλιές στη μέση της έρχονταν τώρα ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Οι σακούλες ήταν κάτω, δεν ήθελε να τις αδειάσει. Τα σπασμένα γυαλιά της έφεραν δάκρυα στα μάτια.
"Μην πατάς εκεί!", φώναξε πάλι. Το παιδί την αγνόησε. Λίγο μετά φώναξε κι αυτό. Η κάλτσα του μάτωσε. 
"Εσύ τι κοιτάς και δεν βοηθάς;", φώναξε η κυρία Μ. αυτή τη φορά στην κοπέλα. 
"Ναι...πού έχετε σκούπα;", ρώτησε αυτή ξεψυχισμένα. Με την άκρη του ματιού της κοίταξε το ρολόι της. Το ωράριό της είχε τελειώσει εδώ και 45 λεπτά.
"Άσε! Θα πάω εγώ. Κράτα τον μακριά από τα γυαλιά", είπε η κυρία Μ. και η φωνή της έκοβε σαν γυαλί.
Η κοπέλα χάιδεψε το κεφάλι του παιδιού. Το παιδί πονούσε αλλά ευτυχώς δεν είχε κοπεί πολύ.
Η κα Μ. ήρθε λίγο μετά με τη σκούπα κι ένα φαράσι.
"Μπορείς να μαζέψεις τα γυαλιά; Πονάει πολύ η μέση μου..."
Η κοπέλα υπάκουσε. Ο θυμός της, αυτός ο θυμός των ανθρώπων που φοβούνται πολύ τους άλλους, έγινε ένας φρικτός πονοκέφαλος.
"Δεν μου είπες τι έγινε με το πιάνο...", είπε η κυρία Μ. στην κοπέλα.
Το παιδί άρχισε να κλαίει.
"Ηρέμησε, αγάπη μου, δεν είναι τίποτα. Πάω να σου φέρω ιώδιο. Βγάλε την κάλτσα σου", είπε η κα Μ. και έφυγε. Λίγα λεπτά αργότερα γύρισε με βαμβάκι, ιώδιο κι ένα χανσαπλαστ. 
"Πέτα και την κάλτσα", είπε στην κοπέλα, που πήγε να αδειάσει το φαράσι στα σκουπίδια αλλά εκείνη δεν την άκουσε.
"Δεν μου είπες τι έγινε με το πιάνο!", φώναξε η κυρία Μ. για να την ακούσει η κοπέλα στην κουζίνα.
Η κοπέλα βγήκε από την κουζίνα χλωμή. Άρχισε να μαζεύει τα κίτρινα τριαντάφυλλα. Τα αγκάθια τρυπούσαν τα δάχτυλά της αλλά αυτό ήταν κάτι αμελητέο.
"Μα πες μου, έμαθε κανένα τραγούδι στο πιάνο;"
"Όχι", είπε η κοπέλα.
Το αγόρι πήρε το επιτραπέζιο. Έριξε τα περιεχόμενά του στο πάτωμα κι ύστερα πήγε και τράβηξε τη μπλούζα της μητέρας του.
"Έλα να παίξουμε, μαμά!"
"Όχι τώρα, αγάπη μου. Δεν βλέπεις ότι συζητάω;"
"Δεν έμαθε κανένα τραγούδι. Λυπάμαι", είπε η κοπέλα.
"Ξέρεις, διάβαζα για τον Μότσαρτ τις προάλλες. Εσύ θα ξέρεις σίγουρα μιας και έχεις σπουδάσει πιάνο. Έπαιζε πιάνο τριών χρόνων."
"Ναι, στα οκτώ του χρόνια συνέθετε..."
"Ο μικρός αγαπά πολύ τη μουσική. Το ξέρω ότι μπορεί να παίξει πιάνο. Το έχει μέσα του. Έχει πολύ ρυθμό αυτό το παιδί..."
"Πάντως δεν θέλει να του μάθω τραγούδι..."
"Μαμά, έλα να παίξουμε!", τσίριξε ο μικρός.
Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Ο σύζυγός της κυρίας Μ. μπήκε μέσα. Επέστρεψε από τη δουλειά του. Ελεύθερος επαγγελματίας εκείνος. Με πολλούς στόχους. Ελπίδες για ανέλιξη. Με όνειρα για κέρδη. Με ιδιαίτερη αγάπη για το χρήμα. "Δύσκολοι καιροί αλλά με δουλειά, πολλή δουλειά, θα τα καταφέρουμε", έλεγε στην κυρία Μ., όταν του παραπονιόταν πως δεν διέθετε χρόνο στην οικογένεια. Ο σύζυγος της κυρίας Μ. κοίταξε εκνευρισμένος τα νερά στο πάτωμα, τις γεμάτες σακούλες και την κοπέλα, που δεν είχε φύγει ακόμη, ενώ είχε καταστήσει σαφές πως όταν γύριζε στο σπίτι του δεν την ήθελε στα πόδια του.
"Μπαμπά!", έτρεξε το παιδί προς το μέρος του.
Εκείνος το αγκάλιασε. Είχε δύσκολη μέρα. Όλα τον τελευταίο καιρό έδειχνε πως πια δεν ήταν στόχος τα μεγάλα κέρδη που ονειρευόταν αλλά το να καταφέρει να συντηρήσει την εταιρεία του. Στο μυαλό του ένα μόνιμο μαύρο σύννεφο. Η αγκαλιά του παιδιού έφυγε γρήγορα, όπως οι κόκκοι άμμου στην κλεψύδρα.
Η κυρία Μ. είδε το συννεφιασμένο πρόσωπο του άντρα της. Το βλέμμα του σιγά-σιγά αγρίευε. Έτσι αγρίευε κάθε φορά που γύριζε πεινασμένός και το φαγητό δεν ήταν έτοιμο στο τραπέζι.
"Πήγαινε καλή μου... Τα λέμε αύριο. Και όπως είπαμε, προσπάθησε να του μάθεις ένα τραγούδι στο πιάνο. Ο Μότσαρτ δηλαδή τόσο καλύτερος ήταν;", είπε η κυρία Μ. και άρχισε να γελάει μόνη της με το αστείο της. Η κοπέλα βιαστικά πήρε το μπουφάν και την τσάντα της. Ήθελε να αποχαιρετίσει το παιδί μα δεν τόλμησε. Έφυγε ψαχουλεύοντας τα τσιγάρα στην τσάντα της, ονειρευόταν εδώ και ώρα τη στιγμή που θα κάπνιζε μακριά από τη κα Μ.
"Αυτό το πιάνο που έπιασε όλο το σαλόνι θα το πετάξω!", είπε ο σύζυγος της κυρίας Μ. κι ύστερα σκέφτηκε πως αν το πουλούσε θα μπορούσε να επενδύσει τα χρήματα σε διαφήμιση για την εταιρεία του.
"Μπαμπά, να σου πω τι κάναμε σήμερα στο νηπιαγωγείο;"
"Είμαι πολύ κουρασμένος, αγόρι μου. Πήγαινε στο δωμάτιό σου να παίξεις και θα έρθω μετά", είπε ο σύζυγος της κυρίας Μ.
"Μα έτσι λες και δεν έρχεσαι ποτέ!", διαμαρτυρήθηκε το παιδί.
"Πήγαινε!", του φώναξε η κυρία Μ. και ύστερα πήγε να φέρει τη σφουγγαρίστρα για να μαζέψει τα νερά από το σπασμένο βάζο.
Το παιδί πήρε το επιτραπέζιο παιχνίδι και πήγε στο δωμάτιό του κλείνοντας δυνατά την πόρτα.
"Αυτές οι σακούλες γιατί είναι στο πάτωμα; Μόνες τους θα αδειάσουν; Κι αυτή η ματωμένη κάλτσα τι κάνει εδώ πέρα;", φώναξε ο σύζυγος της κυρίας Μ.
Ύστερα μάλωσαν πάνω από τις σακούλες, καθένας τους υποστηρίζοντας πως ο άλλος δεν καταλαβαίνει τι περνάει. Το παιδί έπαιξε μόνο του στο δωμάτιό του με το επιτραπέζιο που ήταν για άνω των δύο παικτών. Ο σύζυγος της κυρίας Μ. μετά αποσύρθηκε στο γραφείο του. Η κυρία Μ. έπλυνε τα πιάτα. Την πονούσε τόσο πολύ η μέση της. Ύστερα βοήθησε το παιδί της να κάνει μπάνιο και μετά να φορέσει τις πιτζάμες του. Του έδωσε το γάλα του και το έβαλε για ύπνο. Το φίλησε για καληνύχτα, μπορεί και όχι. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το βράδυ, όταν έκανε κι εκείνη ένα καυτό ντους προσπαθώντας να καθαρίσει από πάνω της μια ακόμη τιποτένια μέρα.
Την ώρα που ο μικρός κοιμόταν βαθιά μέσα σε ένα υπέροχα διακοσμημένο παιδικό δωμάτιο και ο άντρας της διάβαζε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες για την παγκόσμια οικονομία, η κυρία Μ. είπε να χαρίσει στον εαυτό της μια στιγμή χαλάρωσης. Είχε διαβάσει πως επιβάλλεται οι εργαζόμενες μαμάδες να έχουν λίγο χρόνο για τον εαυτό τους. Έβαλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κάθισε στον καναπέ. Στο στερεοφωνικό έπαιζε Μότσαρτ. 
Η κυρία Μ. κοιτούσε το μεγάλο πιάνο και ονειρευόταν πως το παιδί της αύριο θα μάθαινε ένα τραγούδι. Ναι, αυτό ήταν κάτι που θα την έκανε ευτυχισμένη. Ναι, για τέτοιες όμορφες στιγμές αξίζουν όλες οι ταλαιπωρίες που περνάει μια μητέρα και σύζυγος.
Στην κουζίνα είχε ξεχάσει να αδειάσει μία σακούλα. Στη σακούλα ήταν το πρωινό γάλα του παιδιού. Το επόμενο πρωί θα φώναζε πανικόβλητη, όταν συνειδητοποιούσε πως το γάλα είχε χαλάσει. Μα τώρα οι νότες του Μότσαρτ χόρευαν στο σαλόνι, τα όνειρά της χόρευαν, η μέση της πονούσε κι αυτή η αδιόρατη αίσθηση πως κάτι της έκλεβαν μεγάλωνε χωρίς να το καταλαβαίνει. Σαν σκιά που σε ακολουθεί κι όταν ξαφνικά τη βλέπεις, είναι τρομακτική και είναι πολύ αργά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου