Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

α έ ρ α ς

   

Ξύπνησε ξαφνικά τα ξημερώματα. Σαν κάτι να είχε ξεχάσει. Μέσα στη νύχτα πίεσε το μυαλό της να θυμηθεί όλες τις υποχρεώσεις της εβδομάδας. Κάτι μέσα της χτυπούσε πάντα σαν ρολόι. Όχι ιδιαίτερα καλοκουρδισμένο, όμως κατάφερνε να λειτουργεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε ξεχάσει. Δεν μπορούσε πάλι να κοιμηθεί και σηκώθηκε. Ήπιε ένα ποτήρι νερό στην κουζίνα και κοίταξε την ατζέντα της. Είδε την ημερομηνία. 20 Ιουλίου. Του Προφήτη Ηλία. Θυμήθηκε και χαμογέλασε. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Η νύχτα είχε αρχίσε να φεύγει, το φως θα ερχόταν. Σαν σήμερα θα γιόρταζε ο παππούς της. Χαμογέλασε πάλι κοιτάζοντας την αυγή που έστελνε τα πρώτα της χρώματα.
  Ο παππούς της ξυπνούσε τέτοια ώρα κάθε πρωί. Ανέβαινε στο άλογό του και επέστρεφε το μεσημέρι. Κοιμόταν και το απόγευμα ξυπνούσε. Τριγύριζε στο σπίτι σαν να μην ήταν από ύλη, σαν ένα μικροκαμωμένο ξωτικό που βρέθηκε κατά τύχη στο σπίτι τους και ανυπομονούσε να βγει πάλι στο δάσος για να μιλήσει με τα πουλιά. Το  βράδυ κοιμόταν νωρίς κι ένιωθες πως η καρδιά και το μυαλό του ήταν ελαφριά. Δεν έδινε σημασία σε πολλά. Είχες την εντύπωση πως αγνοούσε τα πρόσωπα γύρω του, τις καταστάσεις, τους επισκέπτες, τις καθημερινές έγνοιες. Μόνη του έγνοια ήταν το άλογό του. Σε εκείνο μιλούσε πολύ. Ήταν ένα λευκό, ψηλόλιγνο άλογο. Απορούσες πώς σκαρφάλωνε σ'αυτό έτσι μικροκαμωμένος που ήταν, πως μπορούσε και ισορροπούσε. Περίεργο πράγμα η ισορροπία έτσι αλλιώς. Το άλογο του κλεισμένο σε έναν μικρό στάβλο δίπλα στην αυλή τους και ο παππούς κλεισμένος στο σπίτι σαν να ασφυκτιούσαν λίγο. Κάθε αυγή όμως έφευγαν μαζί, χάνονταν στον κόκκινο ορίζοντα με μια τρομερή αίσθηση ενότητας. Ο παππούς όταν αρρώστησε κι άρχισε να ξεχνάει και πάλι έφευγε πάνω στο άλογο. Ήταν πεισματάρης και έδινε την αίσθηση πως κάτι από κάπου μακριά τον καλούσε. 
  Είχαν περάσει πολλά χρόνια. Εκείνη ήταν τότε κοριτσάκι, τώρα διένυε την ενήλικη ζωή. Ο παππούς είχε πάψει από καιρό να υπάρχει. Είχε μείνει μόνο σε φωτογραφίες ξεθωριασμένες, μακρινές. Τόσο ξεθωριασμένη ήταν και η παιδική της ηλικία. Πάλευε μερικές φορές να θυμηθεί πώς έτρεχε μικρή, πως πηδούσε τους τοίχους με τα γδαρμένα γόνατα, πώς φώναζε τότε. Δεν θυμόταν. Λες και σωροί από άλλα πρόσωπα, από άλλες στιγμές, από τόσες ανούσιες και άσκοπες δραστηριότητες να κάλυψαν τα πάντα. Κι όμως αυτή η μνήμη του παππού με το άλογο ξεπήδησε και η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Όλα αυτά υπήρξαν κάποτε και ήταν μέσα της κάπου.
     Θυμήθηκε την πρωινή λειτουργία στο ξωκλήσι πάνω στον βράχο. Δεν της άρεσε να ξυπνάει νωρίς, όμως ένιωθε πως έπρεπε να είναι εκεί, για να τιμήσει τον παππού που γιόρταζε. Η εικόνα του Προφήτη Ηλία της έφερνε μια άγρια αίσθηση. Ίσως κάτι από αυτό το άγριο να είχε ο παππούς της. Ίσως να ήταν μέσα της, δικό της κι αυτό να φοβόταν. Ένα ξωκλήσι πάνω στο βράχο, ένα λευκό άλογο που τρέχει την αυγή. Τα είχε ζήσει αυτά, ήταν δικά της. Ήθελε τόσο πολύ να καλύψουν το τώρα, να καλύψουν το μάταιο, να γίνει όπως τότε. Που δεν την ένοιαζε. Που απλώς σκαρφάλωνε. Απλώς φώναζε. Απλώς υπήρχε. 
   Μια χρονιά, θα ήταν επτά ή οκτώ χρόνων δυο κεριά, από αυτά τα πολλά που είχαν έξω στο ξωκλήσι έπεσαν στη φούστα της. Ήταν η καλή της φούστα, την είχε διαλέξει η μαμά της για όλες αυτές τις καλές στιγμές του καλοκαιριού. Στην αρχή φοβήθηκε. Έτρεξαν πάνω της γυναίκες κι έσβησαν τη φωτιά. Ευτυχώς δεν κάηκε. Όμως δυο μεγάλες τρύπες έμειναν στη φούστα της. Αυτήν την πολύχρωμη φούστα που τώρα έπρεπε να υπομείνει τρύπια μπροστά σε όλον αυτόν τον κόσμο. Ήθελε όμως να δείξει δυνατή και δεν έκλαψε. Μόνο πήρε το λαστιχάκι που είχε στα μαλλιά της και το έδεσε στη φούστα με τρόπο που να μην φαίνονται πια οι τρύπες. Είχε μανία να προσπαθεί να μπαλώνει τα προβλήματα με βιασύνη και ορμή. Από τότε. Υπέμεινε την ταπείνωση εκείνου του πρωινού και γύρισε στο σπίτι στενοχωρημένη. Η φούστα της είχε καταστραφεί και όλοι στο χωριό την είδαν να φοράει τρύπιο ρούχο. Ο παππούς ούτε που το πρόσεξε. Ή μάλλον την κοίταξε λίγο και δεν έδωσε σημασία. "Να είσαι λεβέντρα", της είπε μόνο. Ύστερα μουρμούρισε κάτι όπως συνήθως. Τα λόγια του συχνά ήταν ένα μουρμούρισμα, ένα σφύριγμα του αέρα. Ίσως μόνο το λευκό του άλογο, αυτός ο αληθινός ο φίλος του, να τα καταλάβαινε. 
    Τώρα ήταν τόσο μακριά. Το λευκό άλογο και ο παππούς. Και τα προβλήματά της ήταν τώρα τρύπες σαν αυτές στην πολύχρωμη φούστα, που όλο πάλευε να τις κλείσει κι όλο αυτές έχασκαν χαιρέκακα κι εκείνη έκρυβε συνεχώς την ταπείνωση και τον θυμό και έσφιγγε τα δόντια. Όμως κάποτε ήταν παιδί και πετούσε και κάποτε ανέβαινε κι εκείνη στο άλογο στην αγκαλιά του παππού και ήταν τότε ελεύθερη και κάποτε έτρεχε δίχως να σταματάει. Λαχάνιαζε και της κοβόταν η ανάσα κι όμως έτρεχε γιατί τότε μπορούσε να μη σταματά, άντεχε και δεν την ένοιαζε τίποτα. 
    Ο ουρανός είχε βαφτεί εδώ και πολλή ώρα κόκκινος. Η μέρα ξεκινούσε. Δεν ήθελε να σηκωθεί από την καρέκλα, δεν ήθελε να πάει στη δουλειά της. Ήθελε μόνο να γίνει αέρας. Να περάσει τους δρόμους της πόλης, να τρέξει στις εθνικές οδούς. Να φτάσει στην ήσυχη κοιλάδα, να χαϊδέψει τα δέντρα της, τα λουλούδια, ακόμη και τους μικρούς της θάμνους. Να βρεθεί στο μικρό χωριό που τώρα τόσο σπάνια έβλεπε. Αθόρυβα να διαβεί στα σοκάκια του. Να την καταλάβει μόνο κάποιο παιδί που θα κλωτσάει κάπου εκεί μια πέτρα. Κι ύστερα να μπει στο σπίτι χωρίς να την ακούσει κανείς. Να τρέξει στο δωμάτιό του παππού. Κι εκεί  να τον σκουντήσει. Να του τραβήξει το χέρι.
"Σήκω, πάμε," να του πει.
Αυτή να είναι παιδί κι αυτός να είναι πάλι εδώ και το λευκό, το ψηλό άλογο να ζει κι αυτό ξανά και να τους περιμένει.

Στη Γ.Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου