Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Το Ορυχείο

Σε τρένο καθόμουν σκεπτικός
Με έγνοιες, ύφος σκυθρωπό
Δεν σήκωνα το βλέμμα
Δεν κοίταζα τις πόλεις έξω
-από τα μάτια μου περνούσαν
γρήγορα, χάνονταν

Ένας επιβάτης ξαφνικά
Δίπλα μου κάθισε
Ηλικίας απροσδιόριστης
Με χαμόγελο παιδικό
Στα μεγάλα του μάτια

Μου μίλησε με όρεξη
Σαν να μην είδε το ύφος το βαρύ
Τα μακριά μου δάχτυλα
Που έπαιζαν νευρικά
Το βλέμμα που απέφευγε
Τα μάτια του με θράσος

Μου είπε περίπου τα εξής
Για χρόνια ήταν σε ορυχείο κλεισμένος
Έσκαβε, πέτρες χτυπούσε
Μεθοδικά, πειθαρχημένα
Τον ήλιο δεν έβγαινε να δει
Μόνο συνέχιζε εκεί
Με πείσμα εμμονικό
Μέχρι να βρει, όπως είπε
Αυτό που έψαχνε

Και κάποια μέρα
-είχε περάσει καιρός πολύς
δεν ήξερε για πόσο ήταν
κλεισμένος στο σκοτάδι-
Είδε στις πέτρες
Τον εαυτό του

"Χαρούμενος ανέβηκα
Όταν το τρένο πέρασε μπροστά μου
Τώρα χαρούμενα τον κόσμο
Από μέσα θα κοιτάζω
Το τρένο αυτό
Που θα με οδηγήσει δεν με νοιάζει
Εγώ θα είμαι πάντα ευτυχισμένος", είπε
Και κοίταξε γλυκά ένα δέντρο
Που άρχισε να φεύγει μακριά μας
Καθώς το τρένο ξεκινούσε 
-θα είχε χρόνια να δει δέντρο
κλεισμένος μέσα στο ορυχείο 

Παράξενος αυτός ο άνθρωπος
Σκέφτηκα τότε μόνο
Κι ύστερα δεν τον κοίταξα ξανά
Γιατί είχα τα δικά μου να αναλογιστώ
Είχα ιδέες και στόχους
Δεν ήθελα με παραλογισμούς αγνώστων
Να ασχολούμαι

Χρόνια μετά
Βρέθηκα κι εγώ
Στο δικό μου, σκοτεινό
Και σιωπηλό αβάσταχτα
Ορυχείο

Και μάλλον είμαι τυχερός

Τουλάχιστον ξέρω
Τι ψάχνω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου