Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Το μικρό, μωρουδιακό γάντι...

Το μικρό, μωρουδιακό γαντάκι μπήκε στο κουτί δίπλα στο ταίρι του. Από κάτω τους μερικά μωρουδιακά ρούχα και λίγα παιχνίδια. Κι ακόμη πιο κάτω λίγα γυναικεία και λίγα αντρικά ρούχα. Στον πάτο του κουτιού δύο κουβέρτες. Η γυναίκα έκλεισε το κουτί με κολλητική ταινία και πάνω με μαρκαδόρο έγραψε τα περιεχόμενά του. Ύστερα το άφησε στο χωλ, δίπλα στην πόρτα και πήγε στην κουζίνα να δει το φαγητό που μαγειρευόταν. Το κοριτσάκι της κοιμόταν ήσυχο στο παιδικό δωμάτιο, στο οποίο ξεχώριζε η φανταχτερή κουρτίνα με τις νεράιδες κι ένας μεγάλος μπεζ αρκούδος που έμοιαζε ευχαριστημένος. 
Η γυναίκα ανακάτεψε το φαγητό. Η εικόνα τής έφερε στο μυαλό την εικόνα μιας τεράστιας κατσαρόλας με όσπρια, που είχαν μαγειρέψει κάποιες εθελόντριες σε ένα από τα νησιά όπου κατέφταναν κάθε μέρα χιλιάδες πρόσφυγες από τη Συρία και κάποιοι έμεναν εκεί. Το χαμόγελο των γυναικών εκείνων δεν ήξερε αν ήταν αρκετό για να ανακουφίσει τον πόνο αυτών των ανθρώπων, που στο μυαλό της ήταν αδιανόητος. Κι από την άλλη άκουσε κάποιον σε ένα ρεπορτάζ στις ειδήσεις να λέει πως εκεί κάτω από τα αστέρια κοιμούνταν πολύ πιο ήσυχοι από ό,τι στα σπίτια τους που κατέτρωγε ο πόλεμος και πως εκεί, χωρίς φαγητό, χωρίς στέγη, χωρίς ρούχα ένιωθαν ευγνωμοσύνη και ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Τα όρια του ανθρώπου απλώνονται μακριά, καλύτερα να μην ξέρει κανείς τι μπορεί να αντέξει, σκέφτηκε η γυναίκα κι ύστερα έσβησε το μάτι της κουζίνας και πήγε στο σαλόνι.
Το απόγευμα επέστρεψε ο άντρας της από τη δουλειά. Ήταν κουρασμένος αλλά η μικρή του κόρη που γελούσε στην αγκαλιά του τού πρόσφερε στιγμές πιο σημαντικές από αυτές της ξεκούρασης. Η γυναίκα άφησε την κόρη της και τον άντρα της στο παιδικό δωμάτιο να παίζουν, πήγε στο μεγάλο υπνοδωμάτιο και άνοιξε τη ντουλάπα για να διαλέξει ρούχα. Ξαφνικά τα ρούχα της τής φάνηκαν πολλά, η ντουλάπα έγινε κάπως πνιγηρή, όταν στο μυαλό της έφερε τις γυναίκες που είχε δει στην εφημερίδα, που πήραν μαζί τους φεύγοντας μόνο ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, τα παιδιά τους. Ντύθηκε βιαστικά χωρίς να προσέξει τον συνδυασμό παντελονιού και μπλούζας, όπως έκανε συνήθως. Φόρεσε το μπουφάν της, πήρε το κουτί που ήταν στο χωλ και βγήκε από το σπίτι.
Στον δρόμο το δέμα της φάνηκε βαρύ αλλά δεν θα τολμούσε να παραπονεθεί. Στο μυαλό της άρχισε να μετράει τα ρούχα που έδωσε και να αναρωτιέται αν έπρεπε να δώσει κι άλλα. Τα μικρά γαντάκια ήταν τα αγαπημένα της. Δώρο από τη γιαγιά της μικρής, ζέσταιναν τα χεράκια της τον χειμώνα στις βόλτες τους. Αν ένα άψυχο ρούχο μπορεί να νιώσει, αυτά τα γαντάκια ήταν πολύ τυχερά σκέφτηκε. Τύλιξαν αυτά τα μικρά χεράκια, όμως ένα παιδικό χεράκι έχει τόση ζεστασιά που τα γάντια, αν μπορούσαν να νιώσουν, θα ζεσταίνονταν κι αυτά. Αν και τον περισσότερο περσινό χειμώνα το κοριτσάκι της τον πέρασε ασφαλές, σκεπασμένο στην κούνια του. Η γυναίκα προσπάθησε να μετρήσει τις φορές που φορέθηκαν τα γάντια. Ναι, ήταν λίγες, σκέφτηκε, ίσως τα γάντια να ένιωσαν μοναξιά όλον τον χειμώνα μέσα σε ένα συρτάρι. Μα τι ανοησίες σκέφτομαι, είπε στον εαυτό της. Προσπάθησε να προχωρήσει πιο γρήγορα, αλλά το κουτί την εμπόδιζε. Μετά από δεκαπέντε λεπτά κι ενώ έξω είχε αρχίσει να κάνει κρύο και να σκοτεινιάζει έφτασε στα γραφεία του Δήμου. Μπήκε μέσα σπρώχνοντας την πόρτα με την πλάτη της και κατευθύνθηκε στο γραφείο που υποψιάστηκε ότι έπρεπε να πάει. Ήταν ένα γραφείο σχεδόν πνιγμένο στα δέματα.
Η γυναίκα μίλησε λίγο με την υπάλληλο. Ναι, είχαν μαζέψει πολλά δέματα. Οι ανάγκες, όμως, ήταν πολλές. Η κατάσταση τούς ξεπερνούσε. Ναι, είχαν αρκετούς εθελοντές. Αλλά ο αριθμός των προσφύγων ήταν συνταρακτικός. Ναι, και κάποιοι γιατροί. Ποιον να πρωτοπροσέξουν, όμως. Δεν το χρειαζόταν αυτό η χώρα, είχε ήδη τις δικές της δύσκολες στιγμές. Από την άλλη όλοι έχουμε μια ιστορία προσφυγιάς στις οικογένειές μας, δεν είμαστε λαός που θα γυρίσει το κεφάλι σε ανθρώπους σε τόση ανάγκη. Τέτοια είπαν κι ύστερα η γυναίκα έφυγε. Η διαδρομή της επιστροφής ήταν πιο ευχάριστη γιατί δεν είχε το δέμα στα χέρια της. Έφτασε γρήγορα στο σπίτι. Όταν μπήκε, βρήκε τον άντρα της αγκαλιά με την κόρη της να χορεύουν. Λίγο μετά έπιασε βροχή. Το κοριτσάκι θα έκανε το μπάνιο του και θα κοιμόταν. Η κουρτίνα με τις νεράιδες θα έκλεινε και ο ευχαριστημένος αρκούδος ίσως κοιμόταν κι αυτός.
Την επόμενη μέρα το πακέτο ταξίδεψε με ένα πλοίο. Στιβαγμένο μαζί με άλλα δέματα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη αν και είχε αρχίσει να μπαίνει ο χειμώνας. Όταν έφτασαν στο νησί, τα δέματα συνάντησαν τους εθελοντές που περίμεναν στο λιμάνι. Τα μετέφεραν χωρίς να παραπονεθούν για το βάρος τους, ευχαριστημένοι που είχαν κι άλλα ρούχα και είδη πρώτης ανάγκης να μοιράσουν. Ύστερα τα πήγαν στον χώρο που είχαν διαθέσει για αυτόν το σκοπό. Δύο εθελόντριες άρχισαν να ανοίγουν τις κούτες και να ομαδοποιούν τα ρούχα σε ανδρικά, γυναικεία, παιδικά. Ένα γυναικείο χέρι έφτασε στα δύο μικρά, μωρουδιακά γαντάκια.
Το ίδιο βράδυ τα γαντάκια ζέσταιναν δυο μικροσκοπικά χεράκια λίγο μελανιασμένα. Το μωρό είχε ίσως πυρετό, η αγκαλιά της μητέρας του δεν μπορούσε να το ανακουφίσει. Έκανε κρύο. Τα άστρα έλαμπαν πάνω στον καθαρό ουρανό. Η μητέρα του μωρού προσευχόταν. Αν τα άψυχα ρούχα κάποιες φορές μπορούσαν να νιώσουν, ίσως και λίγο να δάκρυζαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου