Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Το Φύλλο

 
Στην Κατερίνα Ν.

Μόλις πάτησε τα πόδια του στο νησί, ένιωσε την ισορροπία του να χάνεται. Το σώμα του μούδιασε, βάρυνε και νόμιζε πως θα λιποθυμούσε. Στάσου όρθιος, είπε στον εαυτό του και προσπάθησε να χαμογελάσει. Αυτή θα ήταν η ζωή του από εδώ και στο εξής. Μια προσπάθεια να χαμογελάσει. Μια προσπάθεια να ξυπνήσει το πρωί χωρίς αυτό το πλάκωμα στο στήθος του. Μια προσπάθεια να ονειρευτεί χωρίς να φοβάται το απρόσμενο που μπορεί να κάνει τη ζωή σου χίλια κομμάτια. Μια προσπάθεια να συνεχίσει να ζει κι όμως η απώλεια τον τραβούσε σαν μαγνήτης σε μια άβυσσο σκοτεινή και βαριά. Ναι, αυτή θα ήταν η ζωή του. Μια προσπάθεια να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τον αδερφό του. Να συνεχίσει να θέλει να ζει, να συνεχίσει να αγαπάει, να συνεχίσει να βρίσκει όμορφα πράγματα σε αυτόν τον κόσμο που πια δεν του φαινόταν όμορφος καθόλου.
  Το  νησί συνέχιζε να είναι όμορφο και χωρίς εκείνον. Ναι, ο ουρανός ήταν καθαρός, κάποια πουλιά κελαηδούσαν στα δέντρα, το πλακόστρωτο γραφικό και αναλλοίωτο και οι μικρές βαρκούλες έπλεαν ανέμελες. Είμαστε μικροί, πολύ μικροί, όλα μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν χωρίς εμάς κι ωστόσο όταν ένας άνθρωπος χαθεί γκρεμίζονται οι ψυχές των δικών του ανθρώπων.
  Εδώ ο αδερφός του είχε περάσει τα πιο όμορφα χρόνια του, τα χρόνια των σπουδών του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων. Από παιδί ήθελε να γίνει ναυτικός. Ήταν από οικογένεια ναυτικών, το θαλασσινό νερό έτρεχε στο αίμα του, τα μακρινά ταξίδια ήταν για αυτόν κάλεσμα στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Εκείνος ήθελε μια ζωή πιο ασφαλή, πιο συνηθισμένη, στη ζωή του ναυτικού έβλεπε μόνο δυσκολίες, αποχωρισμούς και μοναξιά. Ο αδερφός μου όμως λάτρευε τα καράβια, λάτρευε τα ταξίδια κι αυτόν τον δρόμο από μικρός ανακοίνωσε πως θα ακολουθούσε. 
  Είχε προλάβει να κάνει μόλις δύο μεγάλα ταξίδια και στο τρίτο έγινε το κακό. Χάθηκε. Έτσι ξαφνικά. Εξαφανίστηκε από το πλοίο. Χωρίς ίχνη. Χωρίς να αφήσει τίποτα πίσω του που να μπορούσε να εξηγήσει τι κακό τον βρήκε. Και όλα αυτά σε ένα λιμάνι στην άκρη του κόσμου. Έγιναν έρευνες, δεν βρέθηκε ποτέ ζωντανός ή νεκρός. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Μίλησαν για αυτοκτονία. Εκείνος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν το δεχόταν. Υπήρχε η πιθανότητα της δολοφονίας. Όμως κανείς δεν ασχολήθηκε. Το θέμα κουκουλώθηκε. Εκείνος και η οικογένειά του δεν μπόρεσαν να μάθουν τι συνέβη και το παιδί τους εξαφανίστηκε. Και με αυτήν την πραγματικότητα έπρεπε τώρα να ζουν. Δεν ήξεραν αν έπρεπε να τον κλαίνε ή να τον περιμένουν. Ανάμεσα στην ελπίδα και στην απελπισία ακροβατούσαν όλον αυτόν τον καιρό προσπαθώντας να αντέξουν αυτό το ξαφνικό, αδιανόητο γεγονός που κατακερμάτισε όλα όσα μέχρι τότε ήξεραν, την ίδια τη ζωή, την ουσία και την πραγματικότητα, τον ίδιο τους τον εαυτό.
  Τα συναισθήματα με τα οποία πάλευε ήταν άγρια, μέσα του ζούσε τώρα εκείνος τρικυμίες, εκείνος που πάντα ήθελε μια ζωή απλή, χωρίς αναταραχές, χωρίς εντάσεις, εκείνος τώρα σαν να πνιγόταν σε μια θάλασσα αόρατη που τον τραβούσε σε έναν πάτο μαύρο. Κι όμως ποια δύναμη είχε μέσα του ακόμη δεν είχε καταλάβει και συνέχιζε κάθε μέρα να ζει. Συνέχιζε να αναπνέει, να ξυπνάει το πρωί, να κοιμάται το βράδυ, να σκέφτεται, να μην χάνει τα λογικά του σε μια κατάσταση που η τρέλα θα μπορούσε να είναι και σωτήρια αν τον έκανε έστω και για λίγο να μην πονάει. Και αυτός ο απέραντος θυμός, η λύσσα για αυτούς που νόμιζε πως έφταιγαν, η οργή για την αδιαφορία ανθρώπων που θα μπορούσαν να έχουν βοηθήσει, αυτός ο θυμός τον έκανε να τρομάζει με τον ίδιο του τον εαυτό αλλά του θύμιζε πως ήταν ακόμη ζωντανός, πως δεν είχε παραιτηθεί, πως στη ζωή του είχε αποφασίσει να δρα και όχι να αφήνεται.
  Μια μητέρα με δυο αγοράκια περπάτησε μπροστά του και τότε τα μάτια του βούρκωσαν. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ πόσο είχε επιθυμήσει, όταν ήταν μικρός, ένα αδερφάκι. Πόσο είχε προσευχηθεί για αυτό. Πόση αγαλλίαση είχε νιώσει, όταν είδε τη μητέρα του να κρατάει αγκαλιά αυτό το μωράκι που μετέπειτα έγινε ο αγαπημένος του σύντροφος. Ήταν πάντα προστατευτικός απέναντί του. Ήταν ο μεγάλος αδερφός. Τώρα είχε χάσει τον ρόλο του. Ο αδερφός του δεν ήταν πουθενά, ο κόσμος φάνταζε πολύ πιο επικίνδυνος από ό,τι τότε και εκείνος δεν ένιωθε μεγάλος, παρά μικρός, μικρός, ασήμαντος και επώδυνα ανήμπορος απέναντι στην καταστροφική τροπή που μπορεί να φέρει ξαφνικά η κάθε μέρα.
  Περπάτησε και τα μάτια του έτρεχαν. Δεν τον ένοιαζε αν τον κοιτούσαν οι περαστικοί. Δεν τον ένοιαζε που ήταν άντρας κι έκλαιγε. Κι αν θα τον χαρακτήριζαν αδύναμο δεν θα ήταν ψέμα. Ήταν αδύναμος αλλά τουλάχιστον εκείνος το ήξερε. Εκείνος  μπορούσε να καταλάβει πόσο ρευστά είναι όλα, πως μπορεί να χαιρετίσεις τον πιο αγαπημένο σου άνθρωπο και να μην τον ξαναδείς ποτέ, πως τη μια υπάρχεις, την άλλη χάνεσαι, πως μπορούν όλα να αλλάξουν ξαφνικά, να κατρακυλήσει η ζωή σου, να γκρεμιστεί σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, να χαθούν όσα ήξερες, να μην βρίσκεις πουθενά τον παλιό, χαρούμενο εαυτό σου. Ένιωθε σαν κοινωνός μιας μεγάλης αλήθειας, ναι, ήταν αδύναμος αλλά αυτή η επίγνωση τον έκανε πιο δυνατό. Οι άνθρωποι γύρω του περπατούσαν, γελούσαν, μιλούσαν, ζούσαν, τις περισσότερες φορές χαμένοι, μπερδεμένοι, τελματωμένοι σε καταστάσεις που ήταν κατασκευάσματα του εαυτού τους. Πάλευαν για τον έλεγχο σε μια ζωή που ανεξέλεγκτη μας οδηγεί εκεί που θέλει να μας οδηγήσει. Εκείνου η ζωή είχε βγει εκτός ελέγχου. Είχε δει πως ήταν. Τώρα τίποτα επουσιώδες δεν μπορούσε να τον ταράξει, να τον πληγώσει, να τον φοβήσει. Η επαφή του με την αδυναμία του τον είχε κάνει να στέκεται καλύτερα στα πόδια του και να μην τον σοκάρουν πια πράγματα που πριν μπορεί να τον έκαναν να τρέμει. Περπατούσε και τα μάτια του έτρεχαν, τα πόδια του, όμως, τα ένιωθε δυνατά γιατί ήταν αποφασισμένος αυτή τη φρικτή εξέλιξη που του έφερε η ζωή να την αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια.
  Έφτασε στο μικρό εκκλησάκι. Μπήκε μέσα, οι εικόνες σιωπηλές σαν να τον καλοδέχτηκαν, όπως και κάθε πονεμένο άνθρωπο. Εκεί είχε ανάψει ένα κεράκι ο αδερφός του πριν κάνει το πρώτο του ταξίδι. Τώρα θα άναβε εκείνος ένα κεράκι. Δεν είχε λόγια μέσα του να πει στον Θεό. Ήταν θυμωμένος με τον Θεό. Μα μπορείς να θυμώσεις στον Θεό;, σκεφτόταν κάποιες φορές που η ψυχή του άντεχε να σκεφτεί με καθαρότητα αυτό που συνέβη. Ο Θεός δεν σου υποσχέθηκε ποτέ τίποτα. Έχουμε μάθει να παίρνουμε στη ζωή μας, να απλώνουμε τα χέρια και να ζητάμε, να μην ικανοποιούμαστε ποτέ, να μην ευγνωμονούμε, να μην ευχαριστούμε. Κι όταν έρθει η απώλεια θυμώνουμε. Η απώλεια είναι στη ζωή η μόνη αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Ό,τι είμαστε, ό,τι έχουμε κάποτε θα το χάσουμε, ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό. Κανείς ποτέ δεν μας προετοιμάζει κι όμως είναι τόσο απλό όσο ένα φύλλο που πέφτει από ένα δέντρο το φθινόπωρο. Είμαστε φύλλα και πέφτουμε και μετά γινόμαστε πάλι ένα με το χώμα και από εμάς κάτι καινούριο φυτρώνει. Ο αδερφός του ήταν ένας άνθρωπος ζωντανός, αγαπούσε, χαιρόταν, μάθαινε, χαιρόταν. Μπορεί στα εικοσιτρία του χρόνια να πήρε και να έδωσε χαρά κι αγάπη όση ποτέ δεν δίνουν και δεν δέχονται άνθρωποι που πεθαίνουν σε βαθιά γεράματα. Όλοι θα θυμούνταν το χαμόγελό του, το κέφι του και την καλοσύνη του, αυτό το φύλλο κι αν έπεσε τόσο νωρίς δεν πήγε χαμένο, δεν το έσπρωξε ο άνεμος να χαθεί στις βρωμιές του δρόμου, βυθίστηκε στο χώμα και από εκεί σίγουρα κάτι όμορφο, ένα λουλούδι ή ένας μικρός χαριτωμένος θάμνος θα φυτρώσει. Κι αν είναι ζωντανός;, δεν μπορούσε να μην το σκέφτεται, να μην βασανίζεται, να μην καίγεται από αυτό το ερώτημα. Κι αν είναι ζωντανός, όταν η ζωή το θελήσει, ο άνεμος θα τον φέρει πάλι κοντά του. Προς το παρόν έπρεπε να μάθει να αντέχει την απουσία του και να μάθει να διαχειρίζεται αυτή τη βαριά αβεβαιότητα, τόσο βαριά, σχεδόν ασήκωτη για να μπορέσει να τη σηκώσει κανείς. Όσο όμως άντεχε λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα και πιο πολύ, τόσο με αυτή την ουσία της ζωής, την αλήθεια της ερχόταν πιο κοντά, τόσο πιο δυνατός γινόταν κουβαλώντας στην πλάτη του την οδύνη, την ανημπόρια του, την άγνοιά του απέναντι στην πραγματικότητα. Άναψε το κεράκι. Δεν προσευχήθηκε. Δεν ζήτησε συγγνώμη για τις κακές του σκέψεις. Δεν ήλπισε. Δεν σκέφτηκε τίποτα. Απλώς ένιωσε, καλοδέχτηκε εκείνη τη δική του, απόλυτα προσωπική στιγμή με όλο του το είναι.
  Όταν έβγαινε, σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό. Θα βρέξει, σκέφτηκε. Εκείνη την ώρα, ένα κίτρινο φύλλο ξέφυγε από το κλαρί του, χόρεψε λίγο στον αέρα και έπεσε απαλά και αθόρυβα, σαν να φοβήθηκε να διαταράξει την ησυχία αυτού του θλιμμένου μεσημεριού.
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου