Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Το Πηγάδι

Ήταν μια μέρα φθινοπωρινή και ζεστή. Λίγα φύλλα είχαν πέσει στο έδαφος και πολλά σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό πάνω από τη γκρίζα πόλη. Ο συγγραφέας περπατούσε στον παραλιακό δρόμο παρέα με τον σκύλο του, ένα ασπρόμαυρο λαγωνικό. Όταν το σκυλί ήταν ακόμη κουτάβι, χρόνια πριν, του το είχε στείλει ένας γνωστός του  από κάποιο νησί και είχε αποδειχθεί ο καλύτερος σύντροφος που θα μπορούσε να έχει, με ζεστή καρδιά, αφοσίωση και κέφι. Αυτός ο ασπρόμαυρος φίλος με τη μεγάλη γλώσσα έμαθε στον συγγραφέα πόσο όμορφη είναι η καθημερινή βόλτα, του έμαθε την απόλαυση της πρωινής δροσιάς, την υπέροχη μελαγχολία του ηλιοβασιλέματος και τη γλυκιά κούραση μετά το  περπάτημα. Πριν πάρει το κουτάβι στο σπίτι του ο συγγραφέας πάλευε με τον αλκοολισμό του, τον διαλυμένο του γάμο και την μόνιμη ενοχή απέναντι στον γιο του, που συνεχώς απογοήτευε. Είχε μόλις ξεκινήσει να ορθοποδεί και να θεραπεύεται κι αυτή η τετράποδη συντροφιά επιτάχυνε την ανάρρωσή του και του έδωσε χαρά και αγάπη. Ο συγγραφέας ήταν τώρα ένας ευχαριστημένος άνθρωπος, παραγωγικός, με νέα σύντροφο, καλούς φίλους και μια καλή σχέση με το παιδί του, που ενήλικος πια τον είχε από καιρό συγχωρέσει για τα λάθη του.
Κάτι όμως στο φθινόπωρο τον μελαγχολούσε, κάτι τον έτρωγε εκείνες τις μέρες, μια κακή διάθεση που δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον έκανε να μην μπορεί να δουλέψει, να μην θέλει τη συντροφιά κανενός, να μην έχει όρεξη να φάει και μόνο στον σκύλο του με δυσκολία να χαμογελά. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως το φθινόπωρο μελαγχολεί τους λογοτέχνες με τις βροχές του και τον λυπημένο του ουρανό, όμως ο συγγραφέας αυτός δεν υπέκυπτε έτσι στις αλλαγές του καιρού. Πολλές φορές του άρεσε να περπατά στη βροχή και είχε από καιρό βαρεθεί τη ζέστη του καλοκαιριού, τον ιδρώτα και τον ήλιο του μεσημεριού που σε ζαλίζει. Ήταν ίσως οι αναμνήσεις του, αυτές που ξυπνούσαν αυτήν την αδιόρατη θλίψη. Είχε περάσει αρκετά άσχημα φθινόπωρα, για κάποιο λόγο ο αλκοολισμός του κορυφωνόταν αυτήν την εποχή, κάποιο παιδικό τραύμα ίσως ήταν η βαθύτερη αιτία, αλλά τα παιδικά του τραύματα, τα παιδικά του χρόνια, κυρίως η παιδική του ανημποριά ήταν πολύ μακριά και δεν την σκεφτόταν. Την αρρώστια του, όμως, τη σκεφτόταν συχνά. Όχι πια σαν κάποιο εχθρό. Όχι σαν κάτι που του έστειλε ο Θεός για να τον τιμωρήσει. Όχι σαν αδυναμία, αδικία ή ντροπή ή έναν λόγο για να θέλει να πεθάνει. Απλώς σαν ένα κομμάτι του. Σαν ένα από τα πολλά πολλά κομμάτια του, που δεν τον καθόριζαν, χωρίς αυτό όμως δεν θα ήταν αυτός σήμερα έτσι όπως ακριβώς ήταν. 
Τι ήταν λοιπόν σήμερα; Ένας αξιοπρεπής κύριος με τον σκύλο του. Και όχι ένας άντρας που μύριζε άσχημα και κοιμόταν στα σκαλιά της πολυκατοικίας. Όχι ένας φίλος που γεμάτος οργή και παράπονα παραληρούσε στους φίλους του γιατί τάχα δεν τον στήριζαν στις δύσκολες στιγμές του. Όχι ο πατέρας που φώναζε στο παιδί του, που μια φορά το χτύπησε με δύναμη. Όχι ο σύζυγος που έκανε τη γυναίκα του να κλαίει κάθε βράδυ. Όχι εκείνος που περπατούσε για ώρες στους δρόμους χωρίς σκοπό, χωρίς να έχει κάπου να πάει, που φανταζόταν να πέφτει από γέφυρες για να τιμωρήσει τους άλλους, που το πρωί ξυπνούσε και σκεφτόταν πώς θα κλέψει από το σούπερ μάρκετ ένα μπουκάλι βότκα. Όχι δεν ήταν όλα αυτά αλλά ως όλα αυτά είχε κάποτε υπάρξει. Για να γίνει καλά έπρεπε να το αποδεχτεί αυτό το κομμάτι, να το αγκαλιάσει, να το συγχωρήσει κι ύστερα μέρα με τη μέρα να το συρρικνώνει και να δίνει δύναμη σε όλα τα υπόλοιπα κομμάτια του, σε αυτά που τον έκαναν ευπρεπή και ταλαντούχο και δοτικό και ευγνώμονα για τα τόσα όμορφα που δίνει η ζωή στην κάθε της μέρα. Ναι αυτός ήταν σήμερα, ένας αξιοπρεπής άντρας με τον σκύλο του.
Και αυτή του η λύπη η σημερινή; Αυτή η ματαιότητα που έσερνε εκείνο το απόγευμα σε κάθε του βήμα; Το σώμα του ήταν πιο βαρύ, το μυαλό του υπέκυπτε σε άσχημες σκέψεις, κυρίως στον παράλογο φόβο που μπορεί με διάφορους τρόπους να δηλητηριάζει την ευτυχία σαν ένα φίδι κρυμμένο που πετάγεται ξαφνικά. Ναι, θυμόταν τα άσχημα φθινόπωρα, τη φρίκη με την οποία γέμισε την ψυχή του παιδιού του, τον εξευτελισμό στον οποίο υπέβαλλε εκείνος  μόνος του τον εαυτό του. Δεν ήταν οι αναμνήσεις, όμως, που προκαλούσαν το βάρος κι αυτό το ήξερε πια καλά. Οι αναμνήσεις αυτές είχαν πάρει τη χροιά του ουδέτερου γιατί δεν μισούσε πια τον εαυτό του, τους άλλους, την αρρώστια του ή τη μοίρα του και ο γιος του του είχε πει πως τον θαύμαζε γιατί είχε αλλάξει και πως με το παράδειγμά του θα αντιμετώπιζε κι εκείνος τις δυσκολίες του στη ζωή. Τι ήταν λοιπόν αυτή η λύπη;
Ο συγγραφέας το ήξερε, το ήξερε από παιδί χωρίς να το ξέρει, τότε που έγραφε ποιητικές προτάσεις σε χαρτιά και μετά τα έσκιζε για να μην τα δει κανείς ή τότε που χανόταν για ώρες σε μυθιστορήματα για ανθρώπους απελπισμένους. Η ψυχή του συγγραφέα είναι σαν ένα πηγάδι. Καταπίνει πόνο, συναισθήματα, εικόνες, ιστορίες κι ύστερα με τα χέρια του τις βγάζει σαν λέξεις. Ο συγγραφέας παλιά ασχολιόταν πολύ με τις ιστορίες των άλλων. Είχε μεγάλη περιέργεια για το παρελθόν τους, πίστευε πως ήξερε πώς ένιωθαν οι άλλοι και συχνά έβαζε στοιχήματα με τον εαυτό του για την εξέλιξή τους, στοιχήματα που πάντα έχανε γιατί οι άλλοι δεν ήταν σαν τους ήρωές του, πλάσματα του μυαλού του και της ψυχής του που κατεύθυνε εκείνος. Ήταν άνθρωποι ξεχωριστοί με δικές τους σκέψεις, βούληση, δική τους φιλοσοφία και δικές τους επιθυμίες. Τώρα φρόντιζε να μην μπλέκεται με όσα δεν τον αφορούσαν κι αυτό για να διατηρεί μέσα του τη γαλήνη που με τόσους κόπους απέκτησε. Όμως αυτό που είχε μέσα του, αυτό το πηγάδι, το ήξερε, δεν θα γέμιζε ποτέ. Και θα περνούσε έτσι πολλά απογεύματα ή πρωινά, ανήσυχος, με μια θλίψη από το πουθενά στην ψυχή του, με μια τρομερή αίσθηση ανικανοποίητου εκεί που σε όλα ήταν ικανοποιημένος.
Ο ασπόμαυρος τετράποδος φίλος του συγγραφέα γάβγισε σε μια μικρή σκυλίτσα που τον προσπέρασε όλο χάρη. Ο συγγραφέας κοίταξε τον ουρανό από τη μια του άκρη ως την άλλη. Ο μισός ήταν γεμάτος σύννεφα σκούρα γκρίζα που περίμεναν να ξεσπάσουν κι ο άλλος μισός είχε τυλιχτεί στο απαλό ροζ του σούρουπου. Δυο μεσήλικες αγκαζέ έκαναν τη βόλτα τους μπροστά του. Τι γλυκό ζευγάρι, μπορεί να είναι μαζί από φοιτητές, σκέφτηκε ο συγγραφέας και τους ακολούθησε με το βλέμμα του ενώ έσπευσε να επαναφέρει τον σκύλο του που είχε απομακρυνθεί. Μια αγάπη, ίσως, χρόνων περπατούσε αγκαζέ κι ο συγγραφέας σκαρφιζόταν την επόμενη ιστορία του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου