Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Το Δάνειο


Ο γιος μου με κοίταξε θυμωμένος. Ύστερα πήρε το μπουφάν του κι έφυγε. Έμεινα μόνος στο μεγάλο σαλόνι και πιο μόνος ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξανανιώσει. Ήθελε να κάνει την επανάστασή του και βρήκε τον χειρότερο τρόπο. Ήταν όμως πολύ ευφυής τρόπος, σε αυτό δεν μπορούσα παρά να τον παραδεχτώ. Μου είχε μοιάσει αλλά τώρα δεν ήταν καιρός για περηφάνιες. Πότέ άλλωστε δεν έδειξα ότι ένιωθα περήφανος για εκείνον και γι'αυτό άλλωστε με τιμωρούσε τώρα. Το πρόβλημα ήταν ότι είχε κληρονομήσει το πείσμα μου, ήμουν σίγουρος ότι δεν μπορούσα να τον μεταπείσω τώρα και πολύ φοβόμουν για εκείνον. Για αυτό είναι οι γονείς, για να φοβούνται για τα παιδιά τους, μου έλεγε η γυναίκα μου, που ήταν πάντα πολύ συνεσταλμένη και αφοσιωμένη στην οικογένειά μας. Όχι, εγώ ήθελα να είμαι ένας ελεύθερος γονιός, ένας ελεύθερος άνθρωπος πάνω από όλα και το παιδί μου ήθελα να είναι κι αυτό ελεύθερο. Ο φόβος είναι μια αλυσίδα, δεν σε αφήνει να κουνηθείς και μια ζωή μέσα στον φόβο είναι μια ζωή χαμένη. Όλες οι δυνατότητές τελματώνουν μέσα στον φόβο και εγκλωβίζεσαι. Σαν να είσαι βυθισμένος μέσα στη λάσπη, κάπως έτσι θα το έγραφα αν ήμουν συγγραφέας ή ποιητής αλλά εγώ ήμουν πάντα άνθρωπος πρακτικός και τα πολλά λόγια δεν μου άρεσαν ποτέ. Και για αυτό με τιμωρεί ο γιος μου. Δεν ήμουν ποτέ σαν τη μάνα του που ήταν στοργική, δοτική και φοβική πάνω από όλα. Εγώ δεν πήγα ποτέ στο σχολείο για να ρωτήσω αν ήταν καλός μαθητής γιατί δεν με ενδιέφερε. Μου αρκούσε το παιδί μου να είναι καλός άνθρωπος και επειδή ήξερα ότι ήταν έξυπνος όπως εγώ θα έβρισκε τον δρόμο του. Σε δύο τάξεις ήταν σημαιοφόρος και δεν πήγα στην παρέλαση. Η γυναίκα μου έκλαιγε γοερά, εκείνος με περιφρονούσε. Δεν μου αρέσουν οι παρελάσεις, είχα πει μόνο και είχα μείνει στο σπίτι και τις δύο αυτές χρονιές βυθισμένος σε ένα βιβλίο. Νομίζα πως βίωνε μια παρατεταμένη εφηβεία που τον έκανε να μου φωνάζει κατάμουτρα σε κάθε μας καυγά πως δεν ήμουν ποτέ ευχαριστημένος από εκείνον, πως δεν ήξερε τι άλλο έπρεπε να κάνει για να τον καμαρώσω κι εγώ όπως κάνουν όλοι οι γονείς, πως σε κάθε του επίτευγμα η περιφρόνησή μου ήταν το χειρότερο σαμποτάζ. Μα δεν σε περιφρονώ, παιδί μου, του έλεγα και εμένα μου αρκούσε. Πίστευα ότι αρκούσε και σε εκείνον αλλά τελικά οι άνθρωποι στους οποίους δίνεις πολλά θέλουν μόνο να παίρνουν και τα λίγα ισοδυναμούν για αυτούς με το τίποτα. Η γυναίκα μου τον παίνευε τόσο πολύ στους φίλους μας που μου ερχόταν εμετός αλλά την αγαπούσα και κατάπινα την αηδία μου, ήξερα άλλωστε πως εκείνη δεν είχε δουλέψει ποτέ, δεν είχε στη ζωή της τίποτε άλλο πέρα από την οικογένειά της για να καυχιέται και να νιώθει χρήσιμη. Εγώ ήμουν επιτυχημένος έμπορος και έκανα, χωρίς να θέλω να το περηφανευτώ και μεγάλο φιλανθρωπικό έργο ως διαχειριστής της κληρονομιάς μιας πλούσιας άκληρης πελάτισσάς μου, που με εμπιστεύτηκε στη διαθήκη της. Δεν είχα ανάγκη να ζω μέσα από το παιδί μου και ποτέ δεν θεώρησα τους καλούς βαθμούς ή τα πτυχία κάτι αξιέπαινο. Ήμουν και ο ίδιος κάτοχος πτυχίου, δεν είχα κοπιάσει ιδιαίτερα για αυτό, ούτε μπορώ να πω ότι με βοήθησε όσο το κοφτερό μυαλό μου στα επαγγελματικά μου εγχειρήματα. Η γυναίκα μου όμως δεν σπούδασε, με δυσκολία τελείωσε το σχολείο κι ύστερα παντρεύτηκε, νόμιζε πως το άριστα είναι κάτι σημαντικό και πως έπρεπε να το κυνηγάμε και να το δείχνουμε. Η γυναίκα μου πέθανε πριν έναν χρόνο αφήνοντας ένα τρομερό κενό στη ζωή μας αλλά πάνω από όλα στη σχέση μου με τη γιο μου. Χωρίς εκείνη σχεδόν δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Στην αρχή ερχόταν αρκετά συχνά. Το ξέρω ότι με αγαπάει και ότι φοβόταν μήπως πάθω κι εγώ από τη στενοχώρια. Εγώ είχα διεργαστεί μέσα μου τον θάνατό της καιρό πριν πεθάνει, ήταν άλλωστε άρρωστη δύο χρόνια και είχε ταλαιπωρηθεί αρκετά. Την αγαπούσα, ήταν μια καλή γυναίκα και με φρόντιζε, έζησα μια ήρεμη ζωή μαζί της χωρίς εντάσεις ευχάριστες ή δυσάρεστες. Το νήμα της ζωής της ήταν να κοπεί, δεν ήταν ούτε πολύ νέα, ούτε τρομερά μεγάλη, έτσι όμως είναι η ζωή, ερχόμαστε για να φύγουμε και κάθε μέρα είναι ένα βήμα που πλησιάζει στο τέλος μας ακόμη κι αν εμείς κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε, αυτό είναι όμως που προκαλεί την ταραχή μας και όχι το ίδιο το τέλος που είναι το πιο φυσικό όλων. Ευτυχώς εγώ έχω καλή υγεία ακόμη και μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου, ξέρω να μαγειρεύω και μπορώ να πληρώνω μια καθαρίστρια για το σπίτι. Η μοναξιά είναι επίσης κάτι που μπορώ να αντιμετωπίσω μιας και με τη γυναίκα μου ήμουν αναγκασμένος να βιώνω μια μοναξιά υπαρξιακή εφόσον σε τίποτα δεν συμφωνούσαμε και δεν υπήρχε ουσιαστική κατανόηση μεταξύ μας, μόνο υποχωρούσε πότε ο ένας πότε ο άλλος αναγκαστικά για να μπορούμε να κυβερνάμε αυτο το καράβι, που ήταν η οικογένειά μας, και να μην βουλιάξει. Ο γιος μου όταν είδε ότι ήμουν ψύχραιμος απέναντι στον  θάνατο της γυναίκας άρχισε να με κατηγορεί ότι δεν την αγάπησα ποτέ. Στην αρρώστια της δεν είχα φανεί καθόλου ψύχραιμος και θα έπρεπε να το θυμάται, εγώ την είχα πενθήσει πριν πεθάνει επειδή την έβλεπα να υποφέρει. Και εκείνη τη μέρα που προσπαθώ τόση ώρα να σας περιγράψω είχαμε έναν έντονο καυγά επειδή τον απέλυσαν και μου ζήτησε χρήματα για να κάνει δεύτερο μεταπτυχιακό στο εξωτερικό κι εγώ του είπα ότι θα ήταν καλύτερα να έρθει να δουλέψει μαζί μου και ίσως αυτό να ήταν καλύτερο από μεταπτυχιακό. Με κατηγόρησε με τρομερά λόγια, με είπε αλλαζόνα, υποκριτή, μισάνθρωπο, οπισθοδρομικό.
"Μακάρι να μπορούσα να βρω χρήματα για να σου επιστρέψω τα όσα έχεις πληρώσει για μένα και να μην σου χρωστάω τίποτα", ήταν τα τελευταία του λόγια.
Την επόμενη μέρα μου τηλεφώνησε ο δικηγόρος μου, ο γιος του είναι ασκούμενος δικηγόρος στο γραφείο του και φίλός του γιου μου. Ο γιος μου ήθελε να ζητήσει δάνειο για να μου δώσει τα χρήματα και να "γίνει επιτέλους το ελεύθερο παιδί που πάντα ήθελα", όπως είπε στον φίλο του. Θεέ μου, τι αμαρτίες πληρώνω. Το κακό ήταν ότι χάρη σε έναν γνωστό του, επειδή είναι πολύ κοινωνικός όπως κι εγώ, κατάφερε να πάρει ένα μικρό δάνειο. Τα χρήματα τα κατέθεσε στον εταιρικό μου λογαριασμό και όσες φορές κι αν προσπάθησα να του μιλήσω μου έκλεισε το τηλέφωνο.

Και τώρα εγώ πρέπει να κάνω διαθήκη γιατί φοβάμαι πως αν πεθάνω ξαφνικά τα χρήματα μπορεί να χαθούν και να μην βρεθούν ποτέ στα χέρια του και να έχει να ξεπληρώσει και αυτό το δάνειο μέσα σε όλες τις δυσκολίες που θα αντιμετώπισει στη ζωή του με τέτοιο κεφάλι που έχει.
Αυτά ζω τώρα, έχω εκτός από το πένθος μου να διαχειριστώ και την αγωνία μου για τα καμώματα του γιου μου και είμαι και άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας και κάθε πρωί καταριέμαι τη γυναίκα μου για τα όσα μπράβο βγήκαν τα όσα χρόνια τον μεγάλωνε από το στόμα της. Νιώθω πολύ αδικημένος αλλά έχω καθαρή τη συνείδησή μου και το ξέρω ότι στο βάθος με αγαπάει και με θαυμάζει πολύ και πως όλο αυτό δεν είναι παρά μια ανόητη επανάσταση ίσως για την ηλικία του δικαιολογημένη αν και αρκετά καθυστερημένη. Τα πολλά λόγια όμως τελικά μπορεί να καταστρέψουν αυτό που πάνε να φτιάξουν και αυτό είναι ένα παράδειγμα αυτής της τρομερής αλήθειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου