Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

η κορυφή

Ο ορειβάτης έχει μόλις φτάσει σε μιαν ακόμη κορυφή. Ήταν ίσως η πιο δύσκολη. Είχε ονειρευτεί και είχε προετοιμαστεί για χρόνια για αυτή την ανάβαση. Είχε διαβάσει βιβλία, που είχαν γράψει άλλοι ορειβάτες που είχαν κάνει την ίδια διαδρομή και είχε υπολογίσει την κάθε του κίνηση. Είχε πάρει μαζί του με ακρίβεια όλα όσα θα χρειάζονταν, το αγαπημένο του παγούρι με το νερό του και πολλά προστατευτικά σκοινιά. Είχε σχεδόν μάθει απ'έξω κάθε δύσβατο σημείο και ήξερε πολύ καλά πώς να το αποφύγει. Ήταν πολύ κουραστική αυτή η προσπάθεια, είχε ιδρώσει όσο καμιά άλλη φορά. Ήταν χειμώνας και το κρύο πάγωνε το πρόσωπό του, σχεδόν το έκανε να το νιώθει ξένο, να μην ανήκει στο  ζεστό σώμα του. Ο ορειβάτης είχε συνηθίσει βέβαια και τις δύσβατες πορείες και το έντονο κρύο, είχε άλλωστε πάντα μαζί του τον αγαπημένο του χακί σκούφο, που προστάτευε τα αυτιά του αν και καμιά φορά τον έκανε να μην ακούει καλά τα κελαηδίσματα των πουλιών. Δεν τον ενοχλούσε, όμως, το να στερείται στη ζωή γιατί για εκείνον σημασία είχε μόνο η προσπάθεια, ο κόπος, η αναρρίχηση, τα γδαρμένα του χέρια τού έδιναν χαρά. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά σε κάθε τέτοια εμπειρία, ήταν συγκλονισμένος από τον ίδιο του τον εαυτό που τα κατάφερνε ακόμη μια φορά. Κι αν καμιά φορά παραπατούσε και κινδύνευε να πέσει, σαν κάποιος να τον προστάτευε από ψηλά, πάντα τα κατάφερνε και ανακτούσε πάλι την ισορροπία του και η καρδιά του ερχόταν πάλι στη θέση της και τότε νοερά έκανε τον σταυρό του και ευχαριστούσε τη ζωή ή τη μοίρα ή τον Θεό ή αυτό το κάτι που τα ορίζει όλα στα σημαντικά σταυροδρόμια της ύπαρξής μας. Ύστερα συνέχιζε σαν τίποτα να μην είχε συμβεί, σαν ο κίνδυνος να ήταν απλώς ένα όνειρο, ούτε καν εφιάλτης, ένα ενοχλητικό, αδιόρατο όνειρο, από το οποίο ξυπνούσε ξαφνικά ιδρωμένος και ύστερα άλλαζε πλευρό και κοιμόταν ξανά ήσυχος. Αυτά λοιπόν λίγο πολύ είχαν γίνει και να τος πάλι στην κορυφή, σε αυτή τη σπάνια κορυφή που λίγοι ορειβάτες είχαν κατακτήσει με τόση ευκολία όσο εκείνος και που στα περισσότερα βιβλία όλοι περιέγραφαν με λόγια τρομακτικά, κάποιοι ακόμη δεν είχαν συνέλθει από αυτή τη δύσκολη ανάβαση και άλλοι έλεγαν ότι δεν θα έκαναν την ίδια απόπειρα ποτέ. Εκείνος όμως με την ευκολία που είχε στη δυσκολία τα κατάφερε ακόμη μια φορά και τώρα έχωνε το σημαιάκι του στο χώμα για να το φωτογραφίσει μετά από λίγο, όταν θα ξεδιψούσε με το νερό το πολύτιμο που είχε στο παγούρι του. Αλλά ας δούμε πιο προσεκτικά τις κινήσεις του ορειβάτη γιατί αυτή η στιγμή θεωρείται η πολύτιμη, η στιγμή της κορύφωσης της προσπάθειας, η ανταμοιβή, η νίκη του εαυτού.
Ο ορειβάτης καταρχής αισθάνεται δικαιωμένος απέναντι στον εαυτό του, όχι τόσο για τη σωματική ευκολία που κατέδειξε αλλά για τη σωστή προετοιμασία που έκανε εξετάζοντας λεπτομέρειες που στους περισσότερους ορειβάτες φάνταζαν ανούσιες. Συχνά τον υποτιμούσαν οι άλλοι ή τον χλεύαζαν επειδή είχε μια εμμονή τρομακτική με λεπτομέρειες παράταιρες, όμως, αυτές οι λεπτομέρειες στον υπολογισμό της διαδρομής του τον έκαναν να τα καταφέρει τόσο καλά τώρα και να είναι εδώ μόνος και ελεύθερος με το σημαιάκι του, όταν όλοι οι άλλοι πάλευαν ακόμη με κορυφές που εκείνος δεν χρειάστηκε καν να ανέβει για εξάσκηση. Ήταν το μυαλό του παράξενο και υπολόγιζε παράξενα, δεν είχε καταλάβει κι ο ίδιος πόσο παρά τώρα σε αυτή τη διαδρομή, τη δύσκολη, τη δύσβατη, τη μοναχικότερη όλων. Χάρη στο μυαλό του λοιπόν και δευτερευόντως στο σώμα του τα είχε καταφέρει αλλά οι άλλοι δεν θα τολμούσαν να το πιστέψουν και ως συνήθως θα φρόντιζαν να υποτιμήσουν το εγχείρημα του, την τόλμη του και το όνειρό του.
Επιστρέφουμε στην παγωνιά αυτής της κορυφής είναι η παγωνιά της μοναξιάς. Ο ορειβάτης καλύπτει κάπως καλύτερα τα αυτιά του, άλλωστε τόσο ψηλά δεν υπάρχουν πουλιά, δεν υπάρχει ήχος, δεν υπάρχει τίποτε να ακούσει παρά μόνο τους χτύπους της καρδιάς του που έχουν επιβραδύνει τρομακτικά. Βγάζει το πολύτιμο νερό από το παγούρι του και πίνει μια γουλιά μόνο, του αρκεί γιατί ήταν πάντα και τρομακτικά ολιγαρκής και φυσικά αυτό τον βοήθησε στην κατάκτηση κάθε κορυφής. Κι ύστερα παίρνει τη φωτογραφική του μηχανή, μια πολύ μικρή ειδική φωτογραφική μηχανή που χωράει στην τσέπη του παντελονιού του για τέτοιες περιστάσεις και φωτογραφίζει το σημαιάκι του για να το δείξει στους φίλους του. Θα μπορούσε να στείλει τη φωτογραφία και σε περιοδικά ή ακόμη χειρότερα να φωτογραφηθεί και ο ίδιος, όμως, αυτό θα ήταν κάτι τόσο τρομακτικά ανούσιο που θα άδειαζε όλη του η καρδιά τη στιγμή εκείνη αν αναγκαζόταν να το κάνει για κάποιο λόγο. Ευτυχώς δεν χρειάζεται και απλώς εκείνος φωτογραφίζει το μικροσκοπικό του σημαιάκι που ανεμίζει μόνο του μέσα στην παγωνιά.
Κι ύστερα ο ορειβάτης παγώνει. Το σώμα του όλο παγώνει, το μυαλό του παγώνει, οι αισθήσεις του παγώνουν, η σκέψη του παγώνει, δεν υπάρχει τίποτα, δεν είναι τίποτα παρά ένα κομμάτι πάγος σε αυτήν την κορυφή, που την ανέβηκε τόσο μα τόσο εύκολα αλλά το τέλος της διαδρομής δεν μπορεί να το αντέξει. Μετά από λίγο ανακτά κάπως τις αισθήσεις του και κοιτάζει κάτω. Ίλιγγος, νιώθει μια παρόρμηση να πέσει όμως δεν θα το έκανε ποτέ γιατί ο οδηγός του στη ζωή ήταν πάντα η ίδια η ζωή. Κι ύστερα ο πάγος θρυμματίζεται, γίνεται κομμάτια και φεύγει από μέσα του και μένει ένα κενό παράξενο, άδειο, αδυσώπητο.
Κοιτάζει τα γδαρμένα του χέρια. Αυτή τη στιγμή ούτε αυτά δεν μπορούν να του δώσουν λίγη χαρά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου