Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

ΓΑΤΕΣ

Η αυλή μας ήταν γεμάτη γάτες. Γάτες ασπρόμαυρες, κανελλί, ολόλευκες και μία που είχε όλα αυτά τα χρώματα μαζί. Οι γάτες είναι ζώα παράξενα. Όταν ξεκινούν την ύπαρξή τους είναι πολύ γλυκά και αθώα πλασματάκια, η φωνούλα τους εκλιπαρεί για τη μητρική φροντίδα και μπορούν να χωρέσουν σε μια παιδική παλάμη. Σιγά-σιγά μεγαλώνουν κι αρχίζουν και γίνονται παιχνιδιάρικα ζωάκια. Θυμάμαι τον παππού μου να παίζει με ένα άσπρο και κανελλί γατάκι κρατώντας στα χέρια του μια κουβαρίστρα. Το γατάκι αυτό δυστυχώς το πάτησε κάποια στιγμή ένα αυτοκίνητο και μάλιστα μπροστά στα μάτια του. Λυπήθηκε τόσο πολύ που το πήρε και το έθαψε στο βουνό. Σε αυτή τη φάση θα μπορούσα, τώρα που εμπιστεύομαι περισσότερο κι εγώ το ένστικτό μου, να λυπηθώ για την απώλεια μιας γάτας. Είναι ακόμη παιχνιδιάρικα πλάσματα, έχουν ωστόσο αρχίσει να κυνηγούν κάποια έντομα και αυτή είναι μόνο η αρχή. Μετά οι γάτες μεγαλώνουν και μπαίνουν στην ηλικία της αναπαραγωγής. Πόσες γάτες πέρασαν από την αυλή μας...Αμέτρητες και δεν θυμάμαι παρά μόνο δύο. Η μία ήταν μια κατάμαυρη γάτα, σε μεγέθυνση θα μπορούσε να θυμίζει πάνθηρα, που είναι ένα ζώο σαρκοβόρο, που μπορεί να σε κάνει κομμάτια φαντάζομαι σε δευτερόλεπτα. Δεν τη θεωρούσα γρουσούζα, όπως μας έμαθαν να λέμε, όμως δεν θα ξεχάσω ποτέ πως μια φορά την είδα να προσπαθεί να κατασπαράξει ένα μικρό σπουργιτάκι κι εγώ τότε ήμουν ένα αγοράκι γύρω στα επτά, οκτώ, ίσως και μικρότερος. Όρμησα πάνω της και πάτησα με δύναμη τα πόδια μου στο έδαφος και έβγαλα τη φωνή που έβγαζε η γιαγιά μου για να μην τις αφήνει να μπαίνουν μέσα στο σπίτι. "Ξουτ!".
Η γάτα με κοίταξε τρομαγμένη και άφησε το σπουργιτάκι, μπορεί να ήταν ζωντανό, μπορεί και όχι,
εγώ πάντως το πήρα και το πήγα στο αναμμένο καντήλι της κουζίνας της γιαγιάς μου και το άφησα εκεί μήπως η φωτιά του το ζεστάνει και βρει πάλι τη ζωούλα του. Μετά η μαμά μου με πήρε και πήγαμε επίσκεψη σε μια θεία μου. Όταν γυρίσαμε, έτρεξα με αγωνία στο καντήλι, το σπουργιτάκι ήταν ασάλευτο και λυπήθηκα τόσο μα τόσο πολύ. Τη μαύρη αυτή γάτα καθώς και όλες τις άλλες
έπρεπε όμως να ανέχομαι στην αυλή μας γιατί υποτίθεται ότι έτρωγαν τα ποντίκια. Η μοναδική γάτα που αγάπησα είχε όλα τα χρώματα μαζί και το τρίχωμά της ήταν φουντωτό. Ενώ όλες οι άλλες δεν μας άφηναν ποτέ να τις πλησιάζουμε, μόνο έτρεχαν όταν ανοίγαμε την πόρτα κι έτρωγαν λαίμαργα τα αποφάγια μας κι ύστερα μας κοιτούσαν υπεροπτικά, η γατούλα εκείνη ήταν διαφορετική. Στην αρχή τη χαϊδέψαμε με το πόδι, ύστερα άρχισε να έρχεται μόνη της και να τρίβεται στα πόδια μας και κάποια στιγμή τη χαϊδέψαμε και το πολύχρωμο τρίχωμά της ήταν τόσο υπέροχο. Έκανε πολύ όμορφα γατάκια και ήταν η μοναδική γάτα που μας επέτρεπε να πλησιάζουμε τα μικρά της, οι άλλες όλες τα έκρυβαν στο υπόγειο ή πίσω από τα ξύλα που ήταν για το τζάκι και πολλές φορές βρέχονταν από τη βροχή και δεν μπορούσαμε να τα ανάψουμε. Ένα από τα γατάκια της το αγάπησα τρομερά πολύ, ήταν μαύρο και άσπρο, κατά λάθος, όμως η γιαγιά μου το χάρισε νομίζοντας ότι δεν ήταν αυτό το αγαπημένό μου και πάλι λυπήθηκα τρομερά τότε. Τη μαμά του, όμως, αυτή την υπέροχη γατούλα την είχαμε για πολλά χρόνια ακόμη, συνέχιζε να μας αφήνει να την πλησιάζουμε και πέθανε, όταν ήμουν δεκατεσσάρων, νομίζω. Και πάλι λυπήθηκα πολύ. Δεν ξέρω γιατί θυμάμαι τώρα την αυλή με τις γάτες, κάποτε κατηγόρησα τη γιαγιά μου που τις έδιωχνε, όταν έμπαιναν μέσα, τώρα τις βλέπω κι εγώ και νιώθω τρομερό εκνευρισμό. Και όταν ήμουν μικρός κάποια στιγμή προσπάθησα να επιτεθώ σε μία με μια ρόγα σταφύλι, της το πέταξα με ορμή κι εκείνη τρόμαξε κι έφυγε. Ήμουν άτυχος, όμως. Γιατί πάνω στη ρόγα αυτή υπήρχε μια σφίγγα, που τσίμπησε το δάχτυλό μου και πόνεσα πολύ και ένιωσα πως ήμουν πολύ κακό παιδί. Όπως και να΄χει τέτοιες παιδικές αναμνήσεις δεν έχουν και πολλή σημασία. Η λύπη και ο πόνος, σωματικός ή ψυχικός καθώς και οι αποχωρισμοί όταν έχεις μάθει να τα αντέχεις δεν είναι παρά  αστείρευτος πλούτος και όταν κάποια στιγμή στη ζωή σου ξεφυλλίσεις όλες σου τις λύπες κι όλους σου τους πόνους τους σωματικούς ή ψυχικούς κι όλους σου τους αποχωρισμούς μπορείς να νιώσεις τόσο δυνατός και να μπορέσεις να σκαρφαλώσεις με τα χέρια σου στο πιο ψηλό βουνό και να φωνάξεις πως είσαι καλά χωρίς να σε νοιάζει αν θα σε ακούσει κάποιος ή αν οι φωνές που έρχονται είναι απλώς αντίλαλοι της δικής σου φωνής. Οπότε ναι, δεν έχει σημασία τι γινόταν τότε σε αυτήν την αυλή με τις γάτες. Σημασία έχει πως τώρα και χωρίς αυτές
στο υπόγειο δεν έχουμε κανένα ποντίκι και πως τελικά είχε τόσο δίκιο ο καλύτερος μου παιδικός φίλους που πάντα έλεγε πως δεν τις άντεχε και πως προτιμάει τα σκυλάκια, όχι επειδή είναι παιχνιδιάρικα, αλλά επειδή ξέρουν να αγαπούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου