Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Αυπνία

Συνέχεια του διηγήματος "Επίσκεψη από τον Συγγραφέα"

Ο μεταφραστής βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Στο μυαλό του τριγύριζαν τα λόγια του συγγραφέα, που είχε συναντήσει πριν μερικές μέρες. Όλη η ζωή του είχε αναποδογυρίσει. Δίπλα
η γυναίκα του βαριανάσαινε, ένιωθε πως την αγαπούσε περισσότερο τώρα για κάποιον άγνωστο λόγο.
Η εικόνα του συγγραφέα, όμως, τον είχε στοιχειώσει. Εκείνος είχε τόσα χρόνια πατήσει σε λάθος μέρη, είχε διαμορφώσει μια ζωή βασισμένη σε ιδέες που δεν ίσχυαν. Τόση απογοήτευση, τόση κακία που είχε στρέψει εναντίον ανθρώπων που ήταν απλώς διαφορετικοί. Και νόμιζε πως και ο συγγραφέας ήταν έτσι. Μόνος, αποκλεισμένος σε έναν δικό του πύργο με μοναδική αγάπη το γράψιμο, όμως, όχι, εκείνος αν και τόσο ηλικιωμένος μπορούσε να γελάει σαν παιδί. Μετά τη συζήτησή τους τού είχε πει πόσα πράγματα απολάμβανε ακόμη. Περιπάτους, πολλές φορές επισκεπτόταν τις κορυφές βουνών με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού πάντα και όσο του επέτρεπε η ηλικία του και το σώμα του χαιρόταν τόσο αυτό, όσο και την ψυχή του με τη βοήθεια πολλών φίλων.

Εκείνος, ο μεταφραστής είχε πια καταλάβει πόσο μόνος, πόσο αδαής είχε ζήσει όλα αυτά τα χρόνια
με τη σκιά του αγαπημένου του συγγραφέα στο μυαλό του πλαστή. Είχε εξιδανικεύσει όλα αυτά τα βιβλία που μιλούσαν για έρωτες απελπισμένους ανθρώπων μόνων, που τις γυναίκες δεν τολμούσαν
να πλησιάσουν. Κι όμως, ο συγγραφέας ήταν για χρόνια παντρεμένος και πολύ ευτυχισμένος, φαινόταν άλλωστε στο χαμόγελό του. Οι ευχαριστημένοι άνθρωποι χαμογελούν με τρόπο που καταλαβαίνεις. Τότε τι ήταν όλα αυτά τα απελπισμένα ερωτικά γράμματα, που έγραφαν οι ήρωες των βιβλίων του σε κορίτσια ή γυναίκες μυστηριώδεις ή σε νεράιδες, σε κάποια παραμύθια του, που χόρευαν σε λίμνες τα ξημερώματα; Τον είχε ρωτήσει, έπρεπε κι αυτός να μάθει να βλέπει τον έρωτα
στη σωστή του διάσταση.
"Μυθοπλασία", αγαπητέ, είχε χαμογελάσει πάλι ο συγγραφέας πιο στοργικά αυτή τη φορά.
Ο μεταφραστής τον κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει, αυτός ο άνθρωπος τον μπέρδευε συνεχώς με τις απαντήσεις του. Ο συγγραφέας ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του, που τόσο έδειχνε να απολαμβάνει.
"Είναι κάποιες φορές που ξυπνάω πριν ξημερώσει και τότε όλα μοιάζουν χωρίς νόημα. Συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους, μην νομίζεις ότι είναι κάτι φοβερό. Όλοι κάποιες φορές μένουμε ολομόναχοι, εμείς και οι καθρέφτες μας, οι άλλοι γύρω μας είναι μακριά ακόμη κι αν είναι δίπλα, ξυπνάνε μέσα παλιοί εφιάλτες, παλιά όνειρα, γινόμαστε πάλι παιδιά και θέλουμε μόνο να βγούμε να τρέξουμε δίπλα σε κάποιον αγαπημένο φίλο. Τέτοιες στιγμές μοναξιάς, η πέννα μου παίρνει φωτιά.
Γράφω με πέννα, δεν ξέρω αν σου το είπα. Πρώτα με την πέννα σε κάποιο από τα αγαπημένα μου
σημειωματάρια φτιάχνω τον σκελετό του βιβλίου μου κι ύστερα η γραφομηχανή μου παίρνει φωτιά.
Έχω φυσικά και υπολογιστή, είμαι άνθρωπος της εποχής μου. Όμως η κόκκινη αγαπημένη μου γραφομηχανή είναι για τα κείμενα αυτά της μοναξιάς, όταν τις νύχτες η γυναίκα μου κοιμάται κουρασμένη από τη δική της καθημερινότητα, ματαιωμένη από τα δικά της ανέλπιδα όνειρα, πονεμένη από πόνους που εγώ δεν γνωρίζω. Τότε η κόκκινη γραφομηχανή μου είναι ένα μαγικό χαλί,
που με πάει στα όνειρα που έκανα νέος, τότε που η καρδιά μου χτυπούσε παθιασμένα και δυνατά, όμως στη ζωή μου υπήρχαν εμπόδια που δεν γνώριζα καν πως θα μπορούσα σε τέτοια μεγάλη ηλικία να ξεπεράσω απλώς γράφοντας. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. Είσαι πολύ κλεισμένος στο δικό σου μυαλό. Πρέπει να το ανοίξεις, να ανοίξεις την ψυχή σου, να δεις μια ανατολή πολύ προσεκτικά.
Μια ανατολή μπορεί να πάρει πολλά χρώματα, ανάλογα με τις μουσικές που θα ντύσουν την ψυχή σου τη στιγμή που ο ήλιος κόκκινος ξεπροβάλλει πάνω από μια θάλασσα, ένα βουνό, τη στιγμή που ο ουρανός υποδέχεται αυτό το κάτι καινούριο, την καινούρια στιγμή, το καινούριο σήμερα. Είναι η ελπίδα η ανατολή, μην χάνεις την ελπίδα σου σε μικροψυχίες, μάταια κλάματα και καταδιώξεις από ανθρώπους που σε αγαπούν με όλη τους την ψυχή, όχι γιατί θέλουν κάτι από σένα, αλλά απλώς επειδή είσαι εσύ, αυτός ο μοναδικός άνθρωπος, όπως και όλοι."

Ο μεταφραστής μπερδεμένος άκουγε τα λόγια του, η ψυχή του σαν να άνοιγε σιγά-σιγά εκείνη την ώρα, όμως είχε μάθει στη ζωή του να ζητάει απαντήσεις συγκεκριμένες, να ζητάει την επαναληπτικότητα, το σίγουρο, την ασφάλεια που είναι τελικά μια ψευδαίσθηση.
"Πρέπει να φύγω, είπε ο συγγραφέας. Κι αν κάτι δεν κατάλαβες για μένα, διάβασε τα βιβλία μου πάλι ξανά, από την αρχή, με την ψυχή σου αυτή τη φορά, με το σώμα σου, με την καρδιά σου που μπορεί να χτυπήσει ξαφνικά και να μην ξέρεις γιατί, με κάποιο πόνο που μπορεί το σώμα σου να ταράξει στιγμιαία, με τον εαυτό σου ολόκληρο. Το μυαλό και οι εξηγήσεις είναι για τα όσα μικρά δεν θα μας γεμίσουν ποτέ."

Τώρα ο μεταφραστής άυπνος, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, πήγαινε να κοιμηθεί και μια μουσική που έπαιζε στο ξενοδοχείο την ώρα που έφευγε ο συγγραφέας είχε κολλήσει στο μυαλό του και τον ξυπνούσε σαν ανυπόμονα. Η γυναίκα του δίπλα στριφογύριζε ενοχλημένη στον ύπνο της από την ανησυχία του. Σηκώθηκε, προσπαθώντας να κάνει βήματα ανάλαφρα, ένιωθε όμως πως τα βήματά του στην ησυχία της νύχτας ακούγονταν παντού. Από τη μισάνοιχτη πόρτα, κοίταξε την κόρη του που κοιμόταν ήσυχη και ένιωσε ελπίδα για πρώτη φορά, το μέλλον δεν θα κατέστρεφε, αν αυτό δεν είχε στο μυαλό του. Κι ύστερα βγήκε στον κήπο. Γύρω του το πράσινο μέσα στη νύχτα σκοτεινό, τα δέντρα βουβά, η ησυχία με θόρυβο που ξεκούφαινε τα τόσο βουλωμένα για χρόνια αυτιά του. Τριγύρισε για ώρα μέσα στα σκοτάδια κι ύστερα κάποια στιγμή άρχισε να βγαίνει το πρώτο φως εκείνης της μέρας που περίμενε να φέρει τα δικά της απρόοπτα.

Κοίταξε στον ουρανό, μετά από λίγη ώρα ο ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει πίσω από τα δέντρα. Ήταν γεμάτος, κόκκινος κι όσο η ώρα περνούσε ο ήλιος άρχισε να γίνεται πιο ζεστός και πιο πολύ να τον τυφλώνει. Τα πουλιά απλώς κελαηδούσαν σαν τίποτε από όλα αυτά να μην είχε πια σημασία. Και τότε ο μεταφραστής ένιωσε μέσα του τα λόγια του συγγραφέα, χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό, χωρίς τίποτα,
λόγια ντυμένα στο σώμα του για αυτά τα λίγα λεπτά.

Κι ύστερα ο ήλιος ανέβηκε κι άλλο και αυτή η καινούρια η μέρα ξεκινούσε. Και ο μεταφραστής φαντάστηκε τον συγγραφέα να κοιτάζει κι αυτός τον ήλιο να ξεπροβάλλει μέσα από τη θάλασσα, να τον σκέφτεται και να χαμογελάει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου