Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Λαβύρινθοι

Δεν ήξερε αν ήταν μέρα ή νύχτα, αν τα μάτια του ήταν ανοιχτά ή κλειστά, αν κοιμόταν ή αν ήταν ξύπνιος. Ξαπλωμένος, ακινητοποιημένος σε ένα κρεβάτι, δεν μπορούσε να θυμηθεί από πότε ήταν εκεί και ο χρόνος κυλούσε παράξενα, σαν να μην είχε ροή, σαν το παρελθόν να είχε γίνει ένα ατέλειωτο παρόν και το μέλλον φάνταζε μακρινό με παράξενα χρώματα, καθόλου αληθινά αλλά τόσο ελκυστικά και όμορφα.

Είχε μεθύσει το προηγούμενο βράδυ; Μάλλον. Ήταν ένας συνηθισμένος, νεαρός φοιτητής, χωρίς καμία ιδιαίτερότητα, που το προηγούμενο βράδυ στενοχωρημένος για έναν λόγο ανθρώπινο, όχι όμως και τόσο μοναδικό όσο νόμιζε, ήπιε πάρα πάρα πολύ χαμένος σε μια τεράστια παρέα, που διασκέδαζε και χόρευε όλη τη νύχτα μέσα στα φώτα ενός γεμάτου μπαρ και στον εκκωφαντικό ήχο έντονων μουσικών που έμπαιναν στο σώμα του.

Και τώρα τι ώρα ήταν; Τι ώρα είχε γυρίσει; Πώς; Δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τις τελευταίες καληνύχτες, το αν οδήγησε εκείνος ή αν κάποιος τον έφερε στο φοιτητικό του διαμέρισμα και τον βοήθησε να ξαπλώσει κι ύστερα έφυγε. Δεν μπορούσε καν να καταλάβει τι φορούσε, τα ίδια αυτά τα ιδρωμένα ρούχα της χθεσινής βραδιάς ή μπορεί και να ήταν μισόγυμνος, αλλά δεν είχε καμία αίσθηση και δεν ήξερε. Θα περάσει, σκέφτηκε, αλλά τότε το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει σαν να χόρευε και κάτι σαν φόβος άρχισε να τον κυριεύει.

Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόνο να μείνει εκεί, ακίνητος, εγκαταλελειμμένος, καθηλωμένος, μα γιατί είχε πιει τόσο, αναρωτήθηκε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα, μόνο την εκκωφαντική μουσική που έμπαινε στο σώμα του, τους φίλους του που κινούνταν μακριά σαν σε άλλο ρυθμό και τον εαυτό του αποξενωμένο και το αλκοόλ να κατεβαίνει στο λαρύγγι του και να τον καίει ολόκληρο, όμως δεν μπορούσε να σταματήσει. Μόνο αυτό μπορούσε να θυμηθεί, πως δεν μπορούσε να σταματήσει και τώρα δεν ήξερε αν βρισκόταν σε κάποιο δωμάτιο νοσοκομείου με σπασμένα κόκαλα γιατί αν είχε οδηγήσει δεν υπήρχε περίπτωση να έφτανε κάπου αβλαβής.

Το δωμάτιο, που δεν μπορούσε να το δει, μόνο να το νιώσει, γύριζε ασταμάτητα και κάποια στιγμή οι τοίχοι του έγιναν σαν λαβύρινθοι κι εκείνος βρέθηκε εγκλωβισμένος και με το μυαλό του προσπάθησε να τρέξει. Θα τα καταφέρω, είπε στον εαυτό του, θα βγω από αυτά τα πέτρινα, τραχιά, δαιδαλώδη εμπόδια και πήρε φόρα αποφασισμένος. Όμως οι τοίχοι ήταν πολλοί, κάποιοι σχεδόν αόρατοι έπεφταν πάνω του ή έπεφτε πάνω τους εκείνος και τα χέρια του μάτωναν. Έπεφτε, σηκωνόταν με το πείσμα ενός παιδιού που δεν γνωρίζει κίνδυνο ή απελπισία και άρχιζε πάλι να χάνεται μέσα τους, τα πόδια του τον πονούσαν, τα χέρια του ήταν γεμάτα γρατζουνιές και σιγά-σιγά οι τοίχοι των λαβύρινθων άρχισαν να υψώνονται τόσο απειλητικά, που φοβήθηκε πως θα πέθαινε από ασφυξία και άρχισε να φωνάζει ξαπλωμένος και παραδομένος στο τέλος. Κάποια στιγμή άρχισε να βρέχει ή να χιονίζει και έβρεξε ή χιόνισε για μέρες, το πόσο δεν έχει σημασία, ύστερα μικρά ροδοπέταλα άρχισαν να πέφτουν και σαν να του έδειχναν τον δρομο. Ένας λαβύρινθος τη φορά, ένας δρόμος, στο κέντρο του μπορούσε να νιώσει μια μικρή ηλιαχτίδα να χαϊδεύει το πρόσωπό του κι ύστερα κι άλλος λαβύρινθος, κι άλλος, μα πότε θα τελείωναν, δεν ήξερε αλλά αυτά τα ροδοπέταλα του έδιναν μια ελπίδα. Έτσι πέρασε αμέτρητους λαβύρινθους, κάθε φορά νόμιζε πως όλα επιτέλους τελείωναν κι όμως κάποιος άλλος λαβύρινθος ξεκινούσε πάλι από την αρχή, όμως τα ροδοπέταλα συνέχιζαν από το πουθενά να πέφτουν και αυτές οι μικρές ηλιαχτίδες δεν τον άφηναν να παραιτηθεί. Και τελικά πέρασε όλους τους λαβυρίνθους και επιτέλους βγήκε στο φως και στην ησυχία, που τον περίμεναν σαν τίποτα από όσα προηγήθηκαν να μην είχαν γίνει ποτέ.

Οι κινήσεις του δωματίου σιγά-σιγά άρχισαν να μειώνονται κι ύστερα έγινε πάλι ακίνητο, ένα συνηθισμένο δωμάτιο με τέσσερις αδιάφορους τοίχους χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, άψυχους. Εκείνος ακόμη δεν ήξερε πού ήταν και μέσα του φοβόταν πως είχε παραλύσει στο ατύχημα και πως ίσως ήταν στην εντατική και το κορμί του χαροπάλευε και το τέλος ήταν κοντά. Μα γιατί μέθυσα τόσο; αναρωτιόταν συνεχώς και τα έβαζε με τον εαυτό του ξανά και ξανά και ξανά.

Κάποια στιγμή ο χρόνος άρχισε πάλι να κυλάει σαν χρόνος και το τικ τακ του ρολογιού που είχε δίπλα στο κομοδίνο του από τα παιδικά του χρόνια ακούστηκε τυπικό και σωτήριο. Είμαι στο δωμάτιό μου;, αναρωτήθηκε. Μάλλον. Δεν είμαι στο νοσοκομείο, δεν παρέλυσα. Ανακουφισμένος ένιωσε τα δάχτυλα των ποδιών του να κουνιούνται κι ύστερα σήκωσε τα πόδια του κι ύστερα τα μάτια του κατάφεραν να ξεχωρίσουν το φως της μέρας που έμπαινε από τις μισάνοιχτες γρίλιες και μετά και τα ίδια του τα πόδια άχαρα υψωμένα. Σήκωσε λίγο το κεφάλι του και επεξεργάστηκε το σώμα του. Ακόμη όλα ήταν θολά αλλά μπορούσε να διακρίνει πως από τη χθεσινή νύχτα είχε μείνει μόνο η κοντομάνικη μπλούζα του, που μύριζε κάπνα, αλκοόλ και ιδρώτα. Και τα χέρια του ήταν γεμάτα μελανιές και γρατζουνιές με ξεραμένο αίμα, ίσως τελικά να είχε προκαλέσει κάποιο ατύχημα και το αυτοκίνητό του να βρισκόταν κάπου κατεστραμμένο τώρα, ίσως να έπεσε καθώς ανέβαινε τα σκαλιά για να φτάσει στο διαμέρισμά του. Μπορούσε, όμως, να κουνήσει το σώμα του κι αυτό του έδινε μια μικρή ανεπαίσθητη χαρά και τον έκανε να παραγκωνίζει για λίγο όλες τις άσχημες σκέψεις και κυρίως τον φόβο ότι αυτή η χθεσινή νύχτα προκάλεσε κάτι που θα μπορούσε να είναι ανεπανόρθωτο, όπως το να έχει σκοτώσει οδηγώντας μεθυσμένος κάποιον άτυχο περαστικό και η αστυνομία ήδη να τον κυνηγούσε.

Κάποια στιγμή, λίγο ή πολύ μετά, δεν έχει σημασία, σηκώθηκε. Έβγαλε τη μπλούζα του και μπήκε στο μπάνιο κρατώντας τη σφιχτά. Δεν ήθελε να τη βάλει στα άπλυτα και χωρίς να το σκεφτεί πολύ,
άνοιξε το μικρό παράθυρο και την πέταξε στον ακάλυπτο. Ύστερα έριξε πολύ, πολύ νερό στο πρόσωπό του και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ένα πρόσωπο σκυθρωπό, σαν ξένο, ένας εαυτός ταλαιπωρημένος που δεν έβλεπε και πολύ συχνά, γιατί ήταν ένας νεαρός χαμογελαστός, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, τα μαλλιά του μύριζαν κι αυτά ποτισμένα από τον τόσο καπνό και κάτω από το μάτι, εκεί που ίσως θα μπορούσε να κυλήσει ένα δάκρυ, ένα μικρό, κόκκινο σημαδάκι. Έριξε κι άλλο νερό στο πρόσωπό του. Μα γιατί μέθυσα τόσο;, αναρωτήθηκε και τα έβαλε πάλι με τον εαυτό του για την έλλειψη αυτοσυγκράτησης. Αυτό το είδωλο που αντίκρυζε δεν του άρεσε, αλλά όσο νερό κι αν έριχνε με τις γρατζουνισμένες του παλάμες δεν έφευγε γιατί πολύ απλά ήταν μόλις η επόμενη μέρα και η ταλαιπωρία από ένα ξενύχτι δεν φεύγει παρά λίγες μέρες μετά.

Κάποια στιγμή κουράστηκε να στέκεται όρθιος στον νιπτήρα, πόνεσαν τα πόδια του και άλλωστε, αν θυμόταν καλά, είχε πολλές υποχρεώσεις εκείνη τη μέρα και έπρεπε γρήγορα πάλι να βρει τον εαυτό του και σε αυτές να ανταποκριθεί. Άνοιξε τη μεγάλη βρύση πάνω από τη μπανιέρα, το κρύο νερό σε όλο του το σώμα ίσως τον ανακούφιζε περισσότερο και τον έκανε να ξυπνήσει για τα καλά.

Ο ήχος του νερού στη μπανιέρα που γέμιζε είχε πια καταλάβει τον χώρο κι εκείνος έριξε μια τελευταία ματιά στο κουρασμένο είδωλό του. Δεν μπορούσε να χαμογελάσει, όμως, σκέφτηκε ότι ήταν μια πολύ δύσκολη νύχτα. Και την είχε αντέξει. Ίσως αυτό για εκείνη τη στιγμή να αρκούσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου