Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Κάστρο στην άμμο

Καθόταν στο σχετικά μικρό μπαλκόνι του, απέναντι από τα δέντρα. Ήταν μεσημέρι, καλοκαίρι, είχε ζέστη αλλά εκείνος δεν ζεσταινόταν και του φαινόταν παράξενο. Η γυναίκα του μέσα ίδρωνε και του έλεγε να αγοράσουν καινούριο κλιματιστικό αλλά εκείνος άκουγε μόνο το θρόισμα των φύλλων. Ησυχία. Αυτό που πάντα αποζητούσε. Ηρεμία. Αυτό το καλοκαίρι ήταν διαφορετικό.
            Τα δέντρα έχουν μια δική τους γλώσσα που ποτέ δεν θα καταλάβουμε. Μπορούν να χορέψουν με τον αέρα, να στείλουν ανάσες, να φανούν ίσως και τρομακτικά τις νύχτες στο σκοτάδι, όμως πάντα είναι θεραπευτικά. Όταν ήταν παιδί, ένας μακρινός του συγγενής είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο για λίγες μέρες. Ο πατέρας του για κάποιο λόγο τον είχε πάρει μαζί του. Για να μάθεις, του έλεγε πάντα, όταν εκείνος τον ρωτούσε γιατί έκανε κάτι που του φαινόταν περίεργο. Ο πατέρας του τον μεγάλωσε μόνος του, με τη βοήθεια ενός πολύ καλού του φίλου, παράδοξη παιδική ηλικία, αλλά τι είναι συνηθισμένο τελικά σε αυτή τη ζωή, σκέφτεται τώρα. Το θέμα είναι ότι τότε σε εκείνο το ψυχιατρείο, είδε πόσο θεραπευτικά είναι τα δέντρα. Οι άνθρωποι κάπνιζαν λυπημένοι, βουτηγμένοι σε σκέψεις παράξενες, σκοτεινές, όμως κάτι εκεί τους βοηθούσε κι αυτό ήταν η ησυχία, η απομόνωση, η απομάκρυνση από καθετί τοξικό επιβάλλει η εποχή μας. Αυτό το έλεγε συχνά ο πατέρας του για τις τοξικότητες των εποχών, αλλά όταν ήταν μικρός δεν το καταλάβαινε. Όλα τα κατάλαβε πολύ αργότερα.
            Επιστροφή στα δέντρα λοιπόν και στο μικρό μπαλκόνι, όπου ο ήρωάς μας κάθεται ήρεμος χωρίς να ιδρώνει μέσα στο καλοκαιρινό μεσημέρι. Δεν τον αγγίζει τίποτα πια, όλα έχουν καθαρίσει, όλα έχουν φύγει, μπορεί να ακούει μόνο αυτά τα πουλιά που σε κάποια παράξενη γλώσσα μιλούν κι αυτά και οι λίγοι θόρυβοι από τον δρόμο δεν περνάνε καν μέσα από τα αυτιά του. Λίγο πιο πέρα είναι η θάλασσα και γι’αυτό στον ουρανό πετούν γλάροι. Τα πιο όμορφα πουλιά για εκείνον είναι οι γλάροι γιατί τα φτερά τους είναι μεγάλα, μπορούν να αγκαλιάζουν και κυρίως να πετούν πολύ, πολύ μακριά και από πολύ μακριά να φαίνονται. Κάθε φορά που τώρα βλέπει έναν γλάρο, θυμάται πόσο ελεύθερος είναι και δεν υπάρχει στον κόσμο καμία μεγαλύτερη ευτυχία από αυτό. Όμως για να φτάσει εκεί, ο δρόμος δεν ήταν εύκολος.
            Όλα ξεκίνησαν πριν τρία χρόνια, τότε που η καρδιά του άρχισε να καταρρέει αν και στην αρχή δεν το καταλάβαινε.  Από τα δεκαοκτώ του εργαζόταν ως οδηγός ταξί, ήταν μια δουλειά καθιστική, κουραστική, μονότονη μερικές φορές και η μόνη του παρηγοριά ήταν το ραδιόφωνο. Κάποιες φορές έμπαιναν στο ταξί πελάτες που του μιλούσαν για τις ζωές τους, πελάτες απελπισμένοι, κουρασμένοι, φοβισμένοι, οργισμένοι, το συναίσθημά τους κατέκλυζε το μικρό, κίτρινο ταξί του γιατί έπεφτε όλο πάνω του. Πόσα βάσανα έχει ο κόσμος, σκεφτόταν κάθε φορά και έκανε υπομονή και προσπαθούσε να τους παρηγορήσει και όσο το δυνατόν καλύτερα να τους πάει στον προορισμό τους χωρίς να τους συγχύσει περαιτέρω. Κάθε φορά που έκλειναν την πόρτα, όμως, έμενε μόνος και αυτό το συναίσθημά τους ήταν εκεί, μέσα, μπορούσε να το νιώσει στα δερμάτινα καθίσματα, μπορούσε ακόμη να ακούσει τα παράπονά τους, ακόμη κι όταν εκείνοι είχαν από ώρα φύγει. Και φυσικά κάποιοι πελάτες ήταν χαρούμενοι και του έπιαναν κουβέντα για τον καιρό ή για συναυλίες ή για διάφορα άλλα αλλά εκείνος κουραζόταν όλο και περισσότερο με τα χρόνια και αυτή τη χαρά των άλλων δεν μπορούσε να την εκτιμήσει όσο θα έπρεπε.
            Και φυσικά είχε και τα οικογενειακά του θέματα. Δεν έχει σημασία τι ακριβώς ήταν αυτά. Είχε θλίψη για τον πρόωρο χαμό της μητέρας του, είχε την έγνοια του πατέρα του, αργότερα τη γυναίκα του, τα παιδιά του, προβλήματα με άλλους συγγενείς και φίλους, το οικονομικό άγχος φυσικά, όλα αυτά μαζεύονταν, μαζεύονταν και έτσι η καρδιά του άρχισε να καταρρέει κι εκείνος ούτε που το καταλάβαινε.
            Στην αρχή ταχυπαλμίες, μετά έντονο βάρος στο στήθος, κάποια στιγμή δεν μπορούσε να αναπνεύσει και κατέληξε να πονάει τόσο πολύ ένα βράδυ που άρχισε να ουρλιάζει. Η γυναίκα του, τα παιδιά του φοβήθηκαν τότε. Πήγαν όλοι μαζί στο νοσοκομείο. Εκεί άρχισαν να γίνονται ένα σωρό εξετάσεις και ύστερα οι επισκέψεις στους καρδιολόγους και καθένας είχε και άλλη άποψη μέχρι που η κατάστασή του επιδεινώθηκε τόσο πολύ που του είπαν ότι θα χρειαζόταν μεταμόσχευση καρδιάς. Όλοι και όλα πάγωσαν. Αυτό θα ήταν το τέλος; Αρρώστια; Θάνατος; Η φρίκη άρχισε να απλώνεται σε όλο του το κορμί, ένιωσε μέσα του να μαυρίζει, να λιώνει, να σαπίζει, ο φόβος τα είχε κυριεύσει όλα και αυτός ήταν ένας λαβύρινθος που φάνταζε χωρίς τελειωμό.
            Κάποια στιγμή πήγε σε έναν καρδιολόγο που ανακάλυψε τυχαία στο διαδίκτυο. Δεν ήξερε γιατί πήγε, μια φωνή μέσα του τού είπε να πάει και την άκουσε. Του έδειξε τις εξετάσεις, του είπε ποια χάπια του είχαν δώσει οι άλλοι γιατροί και για τη μεταμόσχευση. Ο καρδιολόγος ήταν σοβαρός, πολύ σοβαρός αλλά κάτι είχε στο βλέμμα διαφορετικό από τους άλλους. Του είπε πολύ λίγα πράγματα, άγγιξαν, όμως, την ψυχή του.
"Δεν μπορώ να σας πω τίποτε διαφορετικό όσον αφορά στη σωματική σας κατάσταση ως γιατρός παρά να μπείτε σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδιάς. Σαν άνθρωπος, όμως, μπορώ να σας δώσω μία και μόνο συμβουλή και αν θέλετε την ακούτε. Βρείτε έναν τρόπο να ηρεμήσετε, ακόμη κι αν αυτός είναι πολύ παράδοξος. Στον καθένα η ηρεμία έρχεται με διαφορετικό τρόπο, θα έλεγα ότι αξίζει να την αναζητήσετε αλλά δεν επιμένω γιατί είναι δική σας επιλογή το αν θα πιστέψετε σε αυτό που σας λέω." Ύστερα σταμάτησε απότομα, του έκοψε την απόδειξη αμίλητος, πληρώθηκε, του την έδωσε και μετά κάτι σημείωσε σε ένα μικρό μπλοκάκι που τον έκανε να νιώσει άβολα γιατί καταλάβαινε ότι έπρεπε να φύγει, περίμεναν πολλοί ασθενείς έξω. «Ευχαριστώ», είπε χωρίς να ξέρει γιατί. Άλλωστε δεν του είχε πει τίποτα το σπουδαίο, όλοι ξέρουν πως η ηρεμία βοηθάει στις αρρώστιες. Όμως, κάτι μέσα του είχε γίνει.
            Οι επόμενοι μήνες ήταν πολύ δύσκολοι. Έπρεπε να κάνει συνεχώς εξετάσεις, να παίρνει τα φάρμακά του, δεν μπορούσε να δουλέψει, ήταν μέσα στο σπίτι συνεχώς εκνευρισμένος και αμίλητος, περίμενε μόνο να έρθει το τέλος να ησυχάσει από την ατελείωτη δυστυχία. Κάποια στιγμή η γυναίκα του την ώρα που έπιναν τον καφέ στο μπαλκόνι χωρίς να μιλάνε του είπε με ύφος σοβαρό και αποφασισμένο.
«Είναι πολύ ψυχοφθόρο για τα παιδιά να σε βλέπουν έτσι. Κι εγώ δεν το αντέχω. Καλύτερα να πας στο εξοχικό που έχτισε ο πατέρας σου να ηρεμήσεις λίγο και όταν νιώσεις καλύτερα, θα σε περιμένουμε εδώ με όλη την αγάπη μας. Όμως, αν μείνεις και είσαι έτσι, θα καταρρεύσω κι εγώ.»
            Κι έτσι πήγε στο εξοχικό τους, ένα μικρό σπίτι δύο δωματίων στη θάλασσα, που το είχε χτίσει ο πατέρας του με τα ίδια του τα χέρια, όταν εκείνος ήταν πολύ μικρός. Θυμάται λίγες στιγμές από αυτό το χτίσιμο. Ο πατέρας του στον ήλιο μαυρισμένος, ίδρωνε, πάλευε με τον καύσωνα, αλλά δούλευε αδιάκοπα, δεν σταματούσε παρά μόνο για να φάει ένα μικρό γεύμα και να πιει νερό κι ύστερα πάλι συνέχιζε. Εκείνου δεν του άρεσε το σπίτι γιατί το έβρισκε πολύ μικρό και δεν χωρούσε μέσα άνετα όλη του η οικογένεια, γι’αυτό και είχε πάψει από καιρό να πηγαίνει. Όμως τώρα που ήταν άρρωστος και μόνος και ίσως και ετοιμοθάνατος η ενέργεια του σπιτιού άρχισε κάτι μέσα του να θεραπεύει.
            Κι ύστερα άρχισε να τον επισκέπτεται η μικρή ανιψιά του. Την έφερε ο αδερφός του μια φορά που πήγε να τον δει κι εκείνος ξετρελάθηκε μαζί της γιατί τόσα χρόνια βουτηγμένος στην αρνητικότητα και στα προβλήματά του δεν την είχε προσέξει πραγματικά. Ήταν τόσο έξυπνη, τόσο χαριτωμένη, τόσο γελαστή, είχε κι εκείνη μια ενέργεια μαγική, όπως το σπίτι. Μετά την πρώτη της επίσκεψη, παρακάλεσε τον αδερφό του να την πηγαίνει και να την αφήνει εκεί για όσο το δυνατόν περισσότερη ώρα για να παίζουν. Κι έτσι αφέθηκε στη μαγεία της παιδικής ζωής. Χωρίς χρόνο, χωρίς όρια, μόνο παιδικό γέλιο και κλάμα, τα συναισθήματά του άρχισαν τότε να μεταλλάσσονται κάπως. Ξεχάστηκαν όλα τα άλλα, η αρρώστια, τα  οικογενειακά και τα οικονομικά προβλήματα, το πόσο πολύ είχε βαρεθεί τη δουλειά του, όλα απομακρύνθηκαν κι εκείνος ζούσε μόνο για τις στιγμές που η ανιψιά του ερχόταν κι έπαιζαν μαζί στη θάλασσα με ένα παιδικό κουβαδάκι κι έφτιαχναν κάστρα.
            Τι μαγική στιγμή να φτιάχνει κάστρο στην άμμο ένα παιδί. Πόσα όνειρα μπορεί να κάνει τότε. Ναι, κάποτε ήταν κι αυτός παιδί, θυμήθηκε κι έφτιαχνε κι εκείνος κάστρα. Αλλά δεν άντεχε το κύμα που ερχόταν πάνω τους ή τους αδιάφορους μεγάλους που μπορεί να πατούσαν πάνω τους και να τα κατέστρεφαν ή και τους ίδιους του τους φίλους που δεν ονειρεύονταν όσο κι εκείνος. Με αυτό το παιδί, όμως, ήταν αλλιώς. Έγινε πάλι παιδί κι εκείνος κι άρχισε να ονειρεύεται. Ξέχασε την αρρώστια του, τη μεταμόσχευση καρδιάς, τα ξέχασε όλα και όταν τα σαββατοκύριακα ερχόταν η οικογένειά του να τον επισκεφθεί τον έβρισκε όλο και καλύτερα. Η γυναίκα του είναι ένας βράχος στη ζωή του, ποτέ δεν θα ξεχάσει την υπομονή της σε αυτή τη δοκιμασία, την ψυχραιμία της, την αντοχή της. Και τα παιδιά του εκεί που πριν ήταν θλιμμένα από τη δυστυχία του και την αρρώστια του και φοβούνταν ότι θα τον έχαναν για πάντα, άρχισαν και πάλι να χαμογελούν.
            Πέρασε πολύς χρόνος έτσι, πάρα πολύς. Δεν θυμάται πόσος γιατί έτσι απομονωμένος στο μικρό σπιτάκι, με την περιστασιακή παρέα ενός παιδιού σε μόνιμη βάση ο χρόνος χάθηκε, έμεινε μετέωρος, η ζωή του ήταν μόνο θάλασσα, ήλιος, ουρανός, άμμος, πουλιά, γλάροι και κάστρα. Τα χάπια του τα έπαιρνε συστηματικά, δεν παρέλειπε κανένα. Όμως έλεγε ψέματα στη γυναίκα του και για κάποιο λόγο δεν πήγαινε να κάνει τις απαιτούμενες εξετάσεις. Είχε σιχαθεί τόσο πολύ τους γιατρούς και τα νοσοκομεία και αυτό το σύστημα που αρρωσταίνει περισσότερο από τις αρρώστιες. Ήταν ρίσκο το ήξερε και φοβόταν όταν μπορεί κάποια στιγμή να τον έβρισκαν νεκρό στην παραλία από ανακοπή καρδιάς, όμως το προτιμούσε από το να πεθάνει σε ένα κρεβάτι ανάμεσα σε λευκές ρόμπες και αδιαφορία.
            Και κάποια στιγμή τον ενημέρωσαν ότι είχε βρεθεί δότης. Εκείνος σαν να λυπήθηκε. Έπρεπε να φύγει λοιπόν; Έπρεπε να αφήσει την απομόνωση, την ηρεμία, τα παιχνίδια με την ανιψιά του, που τώρα πια την ήθελε μόνο δική του χωρίς άλλα παιδιά, χωρίς άλλους ενήλικες γύρω του; Δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε να το σκάσει και να πάει σε κάποιο μέρος μακρινό, να ζήσει μόνος για πάντα κοντά στη θάλασσα, μακριά από θυμούς, αναστατώσεις, αγωνίες, ανησυχίες, χρήματα, οικογενειακά βάρη και τόσα άλλα που είχε καταλάβει πια καλά πως αυτά τον αρρώστησαν. Όμως, ήταν άνθρωπος υπεύθυνος και αγαπούσε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, δεν θα μπορούσε να τους αφήσει. Ένα πρωί ένιωσε την καρδιά του να σκληραίνει, να γίνεται πέτρα, σηκώθηκε από το κρεβάτι, μάζεψε τα λιγοστά ρούχα που είχε μαζί του και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του τη θάλασσα ή το τελευταίο πανέμορφο κάστρο που άφηνε στην άμμο.
            Η εξέλιξη ήταν αναπάντεχη. Οι γιατροί του είπαν ότι είχε θεραπευτεί. Ότι είχε γίνει θαύμα.
«Όλοι οι ασθενείς με την πάθησή σας παίρνουν αυτά τα χάπια, αλλά σε εσάς ο οργανισμός αντέδρασε. Δεν χρειάζεστε πια μεταμόσχευση. Δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο, όμως, από παράξενα ο κόσμος και οι υγείες άλλο τίποτα», του είπε η γιατρός στο νοσοκομείο κι ύστερα σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και παρήγγειλε έναν καφέ.
            Αυτά έγιναν λίγο πολύ και τώρα ήταν καλά. Σιγά-σιγά όλα επανήλθαν και συνήθισε τη φασαρία στο σπίτι, το οικονομικό άγχος, τους φίλους που τον περίμεναν κι εκείνοι με αγάπη. Άρχισε πάλι να δουλεύει στο ταξί, όμως, με έναν μαγικό τρόπο τώρα δεν τον βάραινε ο πόνος και το άγχος κανενός και όταν του μιλούσαν οι πονεμένοι πελάτες του λίγα τους έλεγε. Και δεν ίδρωνε ποτέ, ενώ εκείνοι οι κακόμοιροι βαριανάσαιναν μέσα στον καύσωνα, ζητούσαν να βάλει κλιματισμό, κουνούσαν βεντάλιες, μιλούσαν για την καταστροφή του κλίματος ή περίμεναν τις διακοπές τους για να ξεφύγουν από τις αμέτρητες μέρες κούρασης, που είχε φέρει κι αυτή η χρονιά. Κι εκείνος δεν ίδρωνε ποτέ και χαμογελούσε.
            Την ανιψιά του την έβλεπε τώρα ανάμεσα στους άλλους συγγενείς. Την έβλεπε με χαρά, με θαυμασμό για το πώς μεγάλωνε, με νοσταλγία καμιά φορά για τα παιχνίδια τους στην άμμο και κυρίως με τεράστια ευγνωμοσύνη γιατί εκείνη ήταν τελικά η θεραπεία του. Εκείνη  παρασυρόταν από τα παιχνίδια με τα παιδιά του ή τις συζητήσεις με τους γονείς της και δεν έδειχνε να του δίνει πολλή σημασία, όμως, ήταν κάποιες μαγικές στιγμές, που κοιτάζονταν με νόημα και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον και οι ακόμη πιο μαγικές στιγμές ήταν όταν το ένιωθε αυτό χωρίς να κοιτάζονται. Όταν την έβλεπε να κάθεται σε μια γωνίτσα μόνη της, μακριά από τα άλλα παιδιά και τους μεγάλους και να παίζει για λίγο ήσυχη με κάποιο παιχνίδι. Αυτό του αρκούσε. Κι εκείνη αμέσως χαμογελούσε χωρίς, όμως, να σηκώσει το κεφάλι της και να τον δει, μόνος κι αυτός εκείνες τις στιγμές ανάμεσα στους μεγάλους να την κοιτάζει έτσι με τόση αγάπη.
           Τώρα είναι απέναντι από τα δέντρα του στην ησυχία που πάντα αποζητούσε και δεν το ήξερε. Και τα πουλιά τραγουδάνε τα ακατανόητα τραγούδια τους στα δέντρα και ο αέρας περνάει μέσα από τα φύλλα και αυτό το θρόισμα είναι το μεγαλύτερο βάλσαμο στην ψυχή του που θα έχει ποτέ ακόμη κι αν χάσει τα πάντα. Μέσα η οικογένειά του είναι χαρούμενη γιατί έγινε καλά χωρίς να χρειαστεί εγχείρηση κι εκείνος σκέφτεται αύριο να πάει να δει εκείνον τον παράξενο γιατρό, που του είχε συστήσει την ηρεμία και τόσο άβολα τον είχε κάνει να νιώσει έτσι ξαφνικά. Θα πάει να τον δει λοιπόν αύριο, δεν θα καθίσει πολύ, όμως, απλώς θα ενημερώσει ότι είναι καλά, θα ευχαριστήσει κάπως τυπικά κι ύστερα θα φύγει και θα ευχηθεί να γίνουν καλά όλοι αυτοί οι λυπημένοι καρδιοπαθείς που θα ιδρώνουν στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου του.
            Αυτό σκέφτεται τώρα και αναρωτιέται τι να απέγινε εκείνο το κάστρο που άφησε στην άμμο άθικτο τη μέρα που έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Δεν θα μπορέσει ποτέ να μάθει. Μπορεί όμως να φαντάζεται πού και πού ότι κανένα κύμα και καμιά αδιαφορία δεν θα φτάσει ποτέ εκεί να το καταστρέψει.

Το διήγημα βασίζεται στην ιστορία που πριν λίγες μέρες μου αφηγήθηκε ένας οδηγός ταξί, που φορούσε μακρυμάνικο πουκάμισο και ήταν μεσημέρι και δεν ίδρωνε, για το πώς ενώ ήταν σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδιάς, κατάφερε μόνος του, όταν απομονώθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από τους "αντιπάλους" του, όπως είπε που τώρα τους αντιμετωπίζει, και βλέποντας μόνο τη μικρή του ανιψιά και κανέναν άλλον να θεραπεύσει το πρόβλημά του και να μην χρειαστεί τελικά μεταμόσχευση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου