Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Το ζευγάρι των ειδικών ψυχικής υγείας βρισκόταν στο κρεβάτι του. Ετοίμαζαν τα βιογραφικά τους για το καινούριο βιβλίο τους με οδηγίες για τον σύγχρονο άνθρωπο, που είχαν γράψει μαζί έπειτα από τα πολλά χρόνια εμπειρίας τους στον χώρο. Εκείνος έξυνε πού και πού το καραφλό του κεφάλι, εκείνη με τα μαλλιά της μαζεμένα κότσο και μια παλιά ζακέτα πάνω από το νυχτικό της δάγκωνε με άγχος το στυλό που κρατούσε στο στόμα της.  Πού και πού κοιτάζονταν, αλλά χωρίς να κοιτάζει πολύ ουσιαστικά ο ένας τον άλλον, αντάλλασσαν κάποιες απόψεις τυπικά και επέστρεφαν πάλι στους φορητούς υπολογιστές τους.
            Τα βιογραφικά τους ήταν πολύ μεγάλα, θα φάνταζαν ατελείωτα στα μάτια του αναγνώστη που θα αναζητούσε στο βιβλίο τους την ευτυχία του. Ο εκδότης τούς είχε πει πόσες λέξεις έπρεπε να είναι, αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να περιορίσουν έτσι την τόσο μεγάλη εμπειρία τους και τον παράκουσαν. «Αν γραφτεί με μικρότερα γράμματα θα χωρέσει», είχε πει εκείνη στον εκδότη κι εκείνος είχε συμφωνήσει θεωρώντας πως οι υποψήφιοι αναγνώστες θα θαμπώνονταν περισσότερο από πιο μακρόσυρτα βιογραφικά και θα αγόραζαν πιο εύκολα το βιβλίο.
            Τι περιείχαν λοιπόν τα βιογραφικά αυτών των ειδικών ψυχικής υγείας; Τις σπουδές τους με κάθε λεπτομέρεια και μάλιστα το άριστα, που είχε γραφτεί στα πτυχία τους. Τις εκπαιδεύσεις από τις οποίες είχαν περάσει και με λεπτομέρεια τα πόσα χρόνια διήρκησε η καθεμία. Τα βραβεία με τα οποία τιμήθηκαν από κάποιους Δήμους για τους οποίους είχαν δουλέψει. Και κυρίως την μεγάλη ανάγκη τους να προσφέρουν στους ανθρώπους και το πόσα κατάφεραν τόσα χρόνια δουλεύοντας με ανθρώπους για να τους κάνουν καλύτερους, να δώσουν, να μορφώσουν, να τους γιατρέψουν από τα τόσα κακά των εαυτών τους και τον ατέλειωτο κόπο τον οποίο κατέβαλαν για αυτό.
            Αυτό ήταν κάτι που το ανέφεραν συχνά στις παρέες τους και κυρίως όταν στις παρέες αυτές ήταν άτομα που δεν τους γνώριζαν. Κάποιοι εντυπωσιάζονταν από το επάγγελμά τους. Είναι όντως εντυπωσιακό να γνωρίζει κάποιος τόσα για τους ανθρώπους γενικά και όχι μόνο να γνωρίζει αλλά και να μπορεί να καθοδηγήσει σωστά τον κάθε ταλαίπωρο άνθρωπο να βγει από το προσωπικό του μαρτύριο απλώς συνομιλώντας μαζί του και όχι μόνο αυτό αλλά να μπορεί και μετά να γράψει για αυτό και να δώσει την τεράστια γνώση του σε όλους τους υπόλοιπους ταλαίπωρους ανθρώπους, που μπορεί να μην έχουν χρήματα για ψυχοθεραπεία αλλά ένα βιβλίο μπορούν να το αγοράσουν και να γίνουν καλά. Οπότε, πολλοί εντυπωσιάζονταν από τη δουλειά τους και τους έκαναν με ενδιαφέρον διάφορες ερωτήσεις και τους ζητούσαν να τους ψυχολογήσουν και τους ανέφεραν κάποια όνειρα για να τους τα εξηγήσουν. Εκείνοι απαντούσαν σε όλα γιατί ήταν ειδικοί. Και όταν οι συνομιλητές τους τούς κοιτούσαν με θαυμασμό και τους έλεγαν «Μα πώς αντέχετε να κάνετε αυτή τη δουλειά;», απαντούσαν συνήθως ως εξής με έντονο στόμφο. «Έχω τόσο κουράγιο και επιμονή και κυρίως αγαπώ πολύ τους ανθρώπους».  
            Επίσης είχαν αντίγραφα των πτυχίων τους κορνιζαρισμένα στο σαλόνι τους και πολλές φορές τα κοιτούσαν νιώθοντας τεράστια περηφάνια για τον εαυτό τους που τα κατάφεραν έτσι στη ζωή τους αλλά μερικές φορές και λίγη λύπη, γιατί όταν ήταν νέοι, διάβαζαν πολύ και δεν ήταν χαρούμενοι όσο άλλοι συμφοιτητές τους που έκαναν συνεχώς εκδρομές και έπιναν καφέδες στην παραλία το απόγευμα απολαμβάνοντας το ηλιοβασίλεμα. Η λύπη έφευγε γρήγορα, όμως, κι εκείνοι πήγαιναν στους φορητούς υπολογιστές τους και δούλευαν ασταμάτητα τα βιβλία τους και αν κάποιος φίλος τους τηλεφωνούσε και πρότεινε μια έξοδο, εκείνοι απαντούσαν με στόμφο πάλι ότι είχαν πάρα πολλή δουλειά και πόσο πολυπράγμονες ήταν από παιδιά και αυτό δεν θα μπορούσε φυσικά να αλλάξει τώρα.
            Για τη δουλειά που έκαναν στο γραφείο τους κανείς δεν μπορεί να ξέρει, μερικές φορές ούτε καν οι ίδιοι, παρά μόνο όσοι άνθρωποι βοηθήθηκαν πραγματικά από αυτούς και αυτό η αλήθεια είναι ότι είναι κάτι που για να το ανακαλύψει κανείς πραγματικά χρειάζεται πολύ χρόνο και επεξεργασία. Πολλοί πάντως τούς έλεγαν «ευχαριστώ», άλλοι εξέφραζαν τεράστια, ευγνωμοσύνη ή αγνωμοσύνη, άλλοι θύμωναν και δεν το έλεγαν ποτέ και σταματούσαν χωρίς οι ίδιοι να μάθουν ποτέ το γιατί, λίγο πολύ όπως γίνεται στα γραφεία των περισσότερων ψυχοθεραπευτών.
            Στις παρουσιάσεις των βιβλίων τους πήγαινε πολύς κόσμος και τους άκουγε να μιλάνε για όλα όσα τόσο πολύ εκείνοι ήξεραν για τους ανθρώπους και τις σχέσεις και την ψυχική νόσο στη σημερινή κοινωνία και κάποιοι έφευγαν εντυπωσιασμένοι και ικανοποιημένοι από τις νέες πληροφορίες που είχαν μάθει. Άλλοι τους έλεγαν ψώνια και έφευγαν γελώντας και όταν πήγαιναν μετά για φαγητό τούς κορόιδευαν απολαμβάνοντας το κρασάκι τους επειδή μιλούσαν συνεχώς για τον εαυτό τους. Αυτό συμβαίνει, όμως, στη ζωή. Κανένας άνθρωπος δεν είναι αρεστός σε όλους, το θέμα είναι να αρέσει πραγματικά στον εαυτό του για να είναι χαρούμενος και να απολαύσει όσα μπορεί περισσότερα.
            Επιστρέφουμε, όμως, στο κρεβάτι τους. Επιτέλους έχουν τελειώσει τη συγγραφή των βιογραφικών τους και κοιτάζουν με περηφάνια το βιογραφικό ο ένας του άλλου, νιώθοντας ακόμη πιο περήφανοι για τον εαυτό τους, που κατέφεραν να βρουν έναν σύντροφο τόσο μορφωμένο, τόσο έξυπνο, τόσο άξιο, τόσο καλό επαγγελματία και επιφανή. Αφού κοιτάξουν τα βιογραφικά τους, κοιτάζονται στα μάτια ίσως κάπως αδιάφορα. Η γυναίκα βγάζει τη ζακέτα της και μένει με το νυχτικό της, ο άντρας ξύνει ακόμη μια φορά την καράφλα του και ξαπλώνει πρώτος.
«Καληνύχτα», λέει εκείνος.
«Καληνύχτα», απαντά εκείνη.
Και σβήνουν τα φωτιστικά τους ταυτόχρονα. Το δωμάτιο του ζευγαριού βυθίζεται στο σκοτάδι, γυρίζει ο ένας την πλάτη στον άλλον και αρχίζουν να σκέφτονται με ανυπομονησία την έκδοση του νέου βιβλίου που έγραψαν από κοινού και θα μπει σίγουρα πρώτο στα ράφια.
            Ύστερα κοιμούνται. Και οι δύο ονειρεύονται ακριβώς το ίδιο, τον πατέρα τους να τους κοιτάζει με υψωμένο το δάχτυλο κι εκείνοι να είναι παιδιά μικρά, φοβισμένα, που προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον ικανοποιήσουν αλλά όσο κι αν προσπαθούν είναι μάταιο.
            Το επόμενο πρωί ξυπνούν και δεν θυμούνται τα όνειρά τους. Αλλά και να τα θυμούνταν δεν έχουν συνηθίσει να μοιράζονται τα όνειρά τους μεταξύ τους. Σηκώνονται μηχανικά από το κρεβάτι, άκεφοι, χωρίς να κοιταχτούν ή να πουν «καλημέρα», πηγαίνουν ο ένας μετά τον άλλον στην τουαλέτα για την πρωινή ούρηση κι ύστερα ντύνονται και πίνουν αμίλητοι τον καφέ τους, εκείνη στην κουζίνα, εκείνος στο σαλόνι. Μετά αποχαιρετίζονται κάπως τυπικά, θα έλεγε κανείς, και πάει ο καθένας στο γραφείο του για να μιλήσει σε ανθρώπους και να γράψει για ψυχικό πόνο και ανθρώπινες σχέσεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου