Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Το ξύλινο άλογο

Ήταν μια κουραστική μέρα στη δουλειά και ήθελα μόνο να γυρίσω στο σπίτι και να κάνω ένα ζεστό μπάνιο. Την ώρα που οδηγούσα σε έναν δρόμο πνιγμένο στην κίνηση και στη φασαρία, για κάποιον περίεργο λόγο νοστάλγησα τη γκαρσονιέρα στην οποία έμενα για αρκετά χρόνια ως εργένης πριν παντρευτώ. Ήταν πολύ μικρή και πολύ ακατάστατη, σε καμία περίπτωση δεν έλαμπε από καθαριότητα όπως το αρκετά μεγαλύτερο διαμέρισμα στο οποίο ζω τώρα με την γυναίκα μου και τον γιο μου, ήταν σε χαμηλό όροφο, κάπως σκοτεινή, με κάτι παλιά, φθαρμένα ξύλινα παντζούρια, που πολλές φορές κολλούσαν πεισματικά και ούτε ανέβαιναν, ούτε κατέβαιναν και έμεναν έτσι για εβδομάδες. Το κρεβάτι βρισκόταν κολλημένο στον έναν τοίχο και ήταν κάπως ξεχαρβαλωμένο, με άβολο στρώμα, που έτριζε όχι μόνο σε έντονες ερωτικές στιγμές, αλλά ακόμη κι αν άλλαζα πλευρό, όταν χουζούρευα τα πρωινά. Ήταν ένα διαμέρισμα κλειστοφοβικό, ίσως το εντελώς αντίθετο της ευάερης και ευήλιας τωρινής μου κατοικίας. Κι όμως εκείνη τη στιγμή, που ήμουν κουρασμένος και εκνευρισμένος στο αυτοκίνητο, το νοστάλγησα τόσο πολύ, που ένιωσα να πονάει η καρδιά μου επειδή ποτέ πια δεν θα ξαναγύριζα σ' αυτό. Ήταν σκέψη παράξενη. Αλλά όταν σε μια φευγαλέα, παράξενη σκέψη δεν δίνεις σημασία, φεύγει γρήγορα και είναι σαν να μην ήρθε ποτέ.
    Κάποια στιγμή αρκετά αργότερα και αρκετά πιο εκνευρισμένος και κουρασμένος γύρισα στο σπίτι, όμως με το που γύρισα στην πόρτα το κλειδί η ατμόσφαιρα που ένιωσα με έκανε να θέλω να κάνω μεταβολή και να φύγω τρέχοντας. Ο γιος μου έκλαιγε στον καναπέ, η γυναίκα μου είχε κάτι ανάμεσα σε λύπη, σε πανικό στα μάτια της ή και θυμό. Δεν μου έδωσαν σημασία, όταν μπήκα, αλλά αυτό ήταν κάτι το οποίο είχα από καιρό συνηθίσει. Κι εκεί ξανασκέφτηκα το ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι της γκαρσονιέρας, θα ήταν ωραία να μεταφερόμουν εκεί με έναν μαγικό τρόπο, να ξάπλωνα με τα ρούχα και τα παπούτσια, χωρίς καν να βγάλω το παλτό μου, να έκλεινα τα μάτια για ώρες και κανείς και τίποτα να μην με ενοχλούσε.
         «Το φαγητό σου κρύωσε, άργησες πολύ. Θέλεις να το ζεστάνω πάλι;», μου είπε η γυναίκα μου με ύφος απρόθυμο.
«Όχι, δεν χρειάζεται», της είπα και κοίταξα τον γιο μου. Σκούπιζε τη μύτη του αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει.
«Τι συμβαίνει; Έγινε τίποτα στο σχολείο;», ρώτησα.
«Ναι…», είπε εκείνος και κοκκίνισε από ντροπή κι εγώ ένιωσα τόσο αδύναμος που δεν μπορούσα να πάρω αυτό το τόσο άσχημο συναίσθημα από πάνω του.
«Δεν θυμάσαι ότι σήμερα έδιναν ελέγχους;», με κατακεραύνωσε η γυναίκα μου. «Σιγά μην το θυμόσουν. Εγώ πρέπει να ασχολούμαι με όλα.»
«Α, ναι», είπα. «Και τι έγινε;»
«Δες», η γυναίκα μου μού έδειξε τον έλεγχο.
        Πήρα τον έλεγχο, ταυτόχρονα ένιωθα την πείνα να τρυπάει το άδειο μου στομάχι. Τον κοίταξα προσεκτικά. Όλα δέκα με εξαίρεση ένα οκτώ στην Έκθεση. Πραγματικά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί έκλαιγε, αλλά δυστυχώς μπορούσα να υποψιαστώ.
«Αγόρι μου, μπράβο. Τα πήγες πολύ καλά», είπα, και πήγα να τον αγκαλιάσω.
Εκείνος σαν να αναθάρρησε για λίγο, όμως μετά κοίταξε πάλι τη μητέρα του και μαζεύτηκε πάλι.
«Έπρεπε να έχω σε όλα δέκα. Έπρεπε να είμαι πρώτος. Μια συμμαθήτριά μου που γράφει καλύτερες εκθέσεις βγήκε πρώτη. Τη μισώ.», είπε και ξεκίνησε πάλι να κλαίει με λυγμούς.
«Ποιος σου είπε ότι πρέπει να είσαι πρώτος;», ρώτησα εγώ και κοίταξα έξαλλος τη γυναίκα μου. Είχαμε μαλώσει πάρα πολλές φορές γιατί θεωρούσα ότι τον πίεζε, εκείνη με κατηγορούσε για αδιαφορία.
«Κανείς, είπε ο γιος μου. Εγώ θέλω να είμαι πρώτος. Και τώρα και όταν θα πάω στο γυμνάσιο και για πάντα.»
«Κι εγώ του λέω ότι δεν πειράζει, είπε εκείνη αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν το πίστευε. Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι από αυτόν, έτσι;»
Ο γιος μου συνέχισε να κλαίει κι εγώ πήγα να φάω το κρύο φαγητό μου, γιατί ένιωθα ότι θα λιποθυμούσα. Το βράδυ ακόμη μια φορά μαλώσαμε με τη γυναίκα μου και ξαπλώσαμε με πλάτες γυρισμένες ο ένας στον άλλον.  Εγώ, όμως, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Η εικόνα του γιου μου τόσο δυστυχισμένου με είχε σοκάρει πολύ. Κανένας γονιός δεν θέλει να υποφέρει το παιδί του, πόσο μάλλον όταν δεν υπάρχει ουσιαστικός λόγος. Και τη γυναίκα μου, όμως, για πρώτη φορά την είδα ανήσυχη και φοβισμένη, έστω και αν κατηγορούσε εμένα που οδηγηθήκαμε σε αυτήν την κατάσταση. Ναι, ίσως να τον πίεζε να είναι επιμελής μαθητής, να μην πηγαίνει στο σχολείο αδιάβαστος, να συμμετέχει στο μάθημα, να είναι φρόνιμος. Συχνά του έλεγε τι ωραία που θα ήταν να σπουδάσει, όταν μεγαλώσει, να γίνει άνθρωπος χρήσιμος στην κοινωνία, γιατρός ή δικηγόρος, πόσο περήφανη θα ήταν γι’ αυτόν τότε. Θεωρούσε ότι όλοι οι γονείς τα λένε αυτά στα παιδιά τους και οι δικοί της γονείς της τα έλεγαν κι εκείνη σπούδασε και βρήκε μια καλή δουλειά. Δεν είχε καταλάβει πως αυτά τα λόγια, που σε εκείνη φάνταζαν ως το αυτονόητο ενδιαφέρον του γονιού για το μέλλον του παιδιού του, είχαν για κάποιους λόγους γίνει σαράκι που είχε αρχίσει να τρώει τον γιο μας και να τον κάνει να στερείται τις χαρές, που μόνο σε αυτήν την ηλικία θα είχε την ευκαιρία να ζήσει. «Ζητούσα τη γνώμη σου, να ξεκινήσει δεύτερη ξένη γλώσσα ή ένα άθλημα. Μου έλεγες να κάνω ό,τι θέλω, δεν κάθισες ποτέ να συζητήσουμε για αυτά τα θέματα. Τα βράδια γυρνάς, του χαϊδεύεις λίγο το κεφάλι, παίζετε λίγο στον υπολογιστή και νομίζεις ότι ολοκλήρωσες το καθήκον σου ως πατέρας. Πότε συζήτησες μαζί του; Πότε τον καθοδήγησες; Κι αν εγώ έκανα λάθος, εσύ δεν ήσουν ποτέ εκεί.», είχε πει κλαίγοντας πριν μου γυρίσει την πλάτη. Και ίσως είχε δίκιο, σκεφτόμουν μετανιωμένος.
Θυμήθηκα τη μέρα που μου είπε ότι ήταν έγκυος. Ήμασταν μαζί αρκετό καιρό, ποτέ όμως μέχρι τότε δεν είχα σκεφτεί αν ήθελα να γίνω πατέρας. Της είπα αμέσως ότι θα παντρευόμασταν, ήμασταν σε ηλικία και σε φάση ζωής, που για οποιαδήποτε άλλη απόφαση δεν θα υπήρχαν δικαιολογίες. Όμως σαν να είχα κάπως θυμώσει. Ύστερα όλα έγιναν σαρωτικά, μια δύσκολη εγκυμοσύνη, οι αλλαγές που έφερε η συγκατοίκηση μας, ύστερα η γέννηση του μωρού, ένας τεράστιος αγώνας για εμένα να βρω μια καλύτερη δουλειά κι εκείνη να τα καταφέρει να συνεχίσει να δουλεύει και ως μητέρα, κάπου σε όλα αυτά η σχέση μας χάθηκε, κάπου εκείνη και ο γιος μας έγιναν μια δική τους, κλειστή ομάδα κι εγώ αποτραβηγμένος τους κοιτούσα από μακριά. "Γίνεσαι γονιός. Θέλεις να τα κάνεις όλα σωστά, έχεις μέσα σου αγάπη και καλές προθέσεις και ξαφνικά παγιδεύεσαι σε καταστάσεις χωρίς να το καταλάβεις και δεν ξέρεις πώς να ξεφύγεις. Πώς θα βοηθήσω τώρα τον γιο μου;" Αυτό ήταν το τελευταίο που σκέφτηκα πριν με πάρει ο ύπνος. Κι εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκα μετά από πολύ καιρό τον πατέρα μου.
Ο πατέρας μου ήταν μαραγκός. Έτσι αποκαλούσε εκείνος τον εαυτό του, γιατί ήταν άνθρωπος απλός και ταπεινός. Στην πραγματικότητα ήταν καλλιτέχνης. Έφτιαχνε από μικρά ξύλινα παιχνίδια και μικροπράγματα, μέχρι πανέμορφα σκαλιστά έπιπλα και τέμπλα για εκκλησίες. Αν κάτι μπορώ με ευκολία να θυμηθώ από εκείνον είναι αυτή η απίστευτη γαλήνη που είχε στο πρόσωπό του, όταν δούλευε. Προσηλωμένος για πολλές ώρες σκάλιζε το ξύλο με υπομονή και ηρεμία, του έδινε μορφή κι ύστερα κοίταζε το δημιούργημα του με αγάπη και συγκίνηση και ένιωθε μια πληρότητα που δεν έχω δει στα μάτια κανενός άλλου ανθρώπου ως τώρα. Καθάριζε τα εργαλεία του με προσοχή, ήταν ακούραστος, δεν παραπονέθηκε ποτέ, ούτε κι όταν η μαζική παραγωγή επίπλων άρχισε να απειλεί να τον αφανίσει. Εκείνος συνέχισε να δουλεύει ασταμάτητα και κατάφερε να τα βγάλει πέρα και να επιβιώσει, χωρίς βέβαια ποτέ να περάσουν πολλά χρήματα από τα χέρια του, όμως τον θυμάμαι να μου λέει πόσο χαιρόταν που όσα έφτιαξε, μικρά κομμάτια της ψυχής του μοιράστηκαν όλα αυτά τα χρόνια που δούλεψε σε τόσα σπίτια, σε τόσες ζωές. Κάποια στιγμή το σώμα του άρχισε να τον προδίδει και δεν μπορούσε να δουλέψει άλλο, λίγο καιρό μετά πέθανε και δεν θα ξεχάσω πως τη στιγμή που τον αποχαιρετούσα για τελευταία φορά, αν και καταρρακωμένος από την απώλεια, σκέφτηκα φευγαλέα με ανακούφιση, ότι έζησε τη ζωή που ήθελε κι έζησε ευτυχισμένος.
Δεν με πίεσε ποτέ να ακολουθήσω τη δουλειά του, αν και πολλές φορές όταν ήμουν μικρός, καθόμουν για ώρες κοντά του και είχα μάθει και εγώ να σκαλίζω όμορφα παιχνίδια και ναι, αυτό το άψυχο ξύλο που έπαιρνε μορφή, που γινόταν κάτι άλλο στα χέρια μου γέμιζε την ψυχή μου ομορφιά. Και αυτή την εικόνα είδα στον ύπνο μου. Τον πατέρα μου να μου δείχνει πώς να σκαλίζω ένα μικρό άλογο, κι εγώ με τα παιδικά μου χέρια να χαϊδεύω το ξύλο και να τον κοιτάζω με δέος.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα ήρεμος. Κοίταξα τη γυναίκα μου που κοιμόταν ακόμη. Την κοίταξα προσεκτικά και συνειδητοποίησα ότι εδώ και πολύ καιρό είχα σταματήσει να την κοιτάζω. Είχα σχεδόν ξεχάσει τις λεπτομέρειες του λεπτού της προσώπου της που άλλοτε μου άρεσαν τόσο, τα μικροκαμωμένα χαρακτηριστικά, τον λαιμό της και δεν είχα ποτέ πριν προσέξει τις πρώτες αδιόρατες, λεπτές της ρυτίδες. Εκείνη κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια και σαν να σάστισε. Ύστερα σηκωθήκαμε αμίλητοι και ακολουθήσαμε την καθιερωμένη πρωινή ρουτίνα. Πριν φύγουν για το σχολείο, το δυστυχισμένο βλέμμα του γιου μου, που ίσως έκλαιγε όλη τη νύχτα, με τσάκισε για ακόμη μια φορά. Πήγα στη δουλειά προβληματισμένος, όμως ένα σχέδιο είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό μου μετά το χθεσινό όνειρο.
  Πέρασε η υπόλοιπη εβδομάδα και ήρθε η Κυριακή. Είπα στη γυναίκα μου ότι ήθελα να περάσω λίγο χρόνο με τον γιο μου, μόνος μου, και ότι μπορούσε κι εκείνη να βγει μια βόλτα με την αδερφή της. Με κοίταξε απορημένη, σαν να μην με αναγνώριζε και αρχικά προσπάθησε να φέρει αντιρρήσεις ρωτώντας πού θα πηγαίναμε και τι θα κάναμε. «Είναι έκπληξη, της είπα. Θα σου τα πούμε όλα μετά. Μην ανησυχείς για τίποτα». Η φωνή μου ήταν αποφασιστική και πιο γλυκιά από ό,τι συνήθως κι αυτό την έκανε κι εκείνη να μαλακώσει.  Τηλεφώνησε στην αδερφή της και κανόνισε να πάνε για φαγητό κοιτάζοντάς με όμως με απορία μέχρι να φύγουμε.
Εγώ πήρα τον γιο μου και πήγαμε στο πατρικό μου σπίτι. Στο αυτοκίνητο τού μίλησα για τον πατέρα μου. Δεν το είχα κάνει ποτέ. Θεωρούσα ότι δεν χρειαζόταν γιατί δεν τον είχε γνωρίσει. Όσα λίγα ήξερε για εκείνον ήταν από τις ιστορίες της μητέρας μου. Ο μικρός χάρηκε που θα έβλεπε τη γιαγιά του, αν και κάποια στιγμή μού είπε ότι θα ήθελε να μπορεί να δείξει και σε εκείνη τον έλεγχό του αλλά ντρεπόταν για το οκτώ στην Έκθεση. Όσο κι αν προσπαθούσα με λόγια να τον καθησυχάσω για τους βαθμούς του, δεν έδειχνε να πείθεται. Το μικρόβιο της τελειομανίας, της πρωτιάς είχε μπει μέσα του για τα καλά, μπορούσε να νιώθει καλά μόνο μέσα από επιτεύγματα και επαίνους. Όμως εγώ είχα το σχέδιό μου και ήμουν αποφασισμένος ότι θα έκανα ότι μπορούσα για να τον μάθω να χαίρεται και να είναι καλά χωρίς να πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει, χωρίς να συγκρίνεται με τους άλλους και ανάλογα με εκείνους να τοποθετεί τον εαυτό του, να μάθει να αντέχει την αποτυχία και να την δέχεται σαν μια ευκαιρία για άλλο δρόμο, να χαίρεται το παρόν χωρίς να το στοιχειώνουν οι στόχοι και να προχωρά και να εξελίσσεται μέσα από χαρά και όχι άγχος.
Πήγαμε στο σπίτι της μητέρας μου και καθίσαμε αρκετή ώρα μαζί της. Ούτε οι αγκαλιές και τα λόγια αγάπης της γιαγιάς του τον καθησύχασαν. Το προσωπάκι του ήταν μουτρωμένο, απογοητευμένο, σκυθρωπό. Ύστερα κατεβήκαμε στο εργαστήριο του πατέρα μου. Η μητέρα μου το είχε αφήσει όπως ήταν, με τα εργαλεία του μέσα και κάποια μισοτελειωμένα έργα και μια φορά τον μήνα το καθάριζε. Ο γιος μου βλέποντας αυτό το περίεργο δωμάτιο, φερμένο από μια εποχή τόσο ξένη για εκείνον απόρησε και για πρώτη φορά φάνηκε να ξεχνά την απέραντη δυστυχία που του προκάλεσε αυτό το οκτώ στην Έκθεση. Εξερεύνησε για λίγο τον χώρο και δειλά άρχισε να αγγίζει με τις άκρες των δαχτύλων του τα σκαλιστά έργα.
Πήγα στον πάγκο, εκεί όπου είχα κι εγώ μικρός μάθει να σκαλίζω μικρά παιχνίδια, και τον φώναξα.
«Μπαμπά, τι θα κάνουμε», με ρώτησε απορημένος.
«Θα δοκιμάσουμε να σκαλίσουμε ένα άλογο.»
Το προσωπάκι του σκοτείνιασε.
«Θα είναι δύσκολο. Εγώ δεν ξέρω… Δεν θα το κάνω πολύ καλά…»
«Θα σου μάθω εγώ. Δεν θα το δείξουμε σε κανέναν. Ίσως μόνο στη μαμά.»
«Αν δεν το δείξουμε πώς θα μας πούνε μπράβο, μπαμπά;»
«Δεν χρειαζόμαστε το μπράβο κανενός. Θα το κάνουμε απλώς για να περάσουμε όμορφα.»
«Κι αν δεν είναι το πιο όμορφο άλογο;»
«Δεν πειράζει. Θα είναι το δικό μας άλογο.»
           Ο γιος μου με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια καθώς έβγαζα από μια σακούλα που είχα μαζί μου ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο κι ύστερα με πλησίασε. Άγγιξε με τα παιδικά του χέρια το ξύλο επιφυλακτικά. Στα λυπημένα του μάτια έβλεπα μια μικρή, μικρή σπίθα που ήλπιζα πως με τον καιρό θα γινόταν χαρά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου