Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Ψυχαναλυτικές Λέξεις

Κοίταξε τις σημειώσεις του για μια τελευταία φορά. Είχε δουλέψει πολύ για αυτήν την ομιλία και τώρα χαιρόταν που κάποιοι θα τον άκουγαν. Δεν ήταν ματαιόδοξος και είχε μια φυσική συστολή. Για χρόνια πολλά δίδασκε στη  σχολή Ψυχολογίας ενός καλού πανεπιστημίου, είχε πια συνηθίσει να μιλάει μπροστά σε κοινό. Αισθανόταν όμως πιο όμορφα στην πολυθρόνα του ψυχαναλυτή με έναν άνθρωπο απέναντί του να του μιλάει, να τον εμπιστεύεται ακόμη και να του επιτίθεται ή να τον ακυρώνει. Κι αυτό το συνέδριο ήταν ευκαιρία να δει συναδέλφους, να ανταλλάξουν απόψεις, να μοιραστεί κάτι από τη δουλειά που κάνει.
Γύρω του ένα βουητό, μια φασαρία. Όταν σήκωσε το κεφάλι από την ομιλία του, είδε πολύ κόσμο στα καθίσματα του αμφιθεάτρου. Είχαν έρθει πολλοί φοιτητές, αναγνώρισε μάλιστα κάποια πρόσωπα από το πανεπιστήμιο, στο οποίο δίδασκε κι εκείνος. Ύστερα από λίγο τον πλησίασε ο πρόεδρος της εταιρείας που διοργάνωνε το συνέδριο. Του έδωσε το χέρι και του μίλησε τυπικά. Το ύφος του ήταν κάπως στυφό, ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός ο άνθρωπος συμπαθούσε κάποιον ή αν ήταν ποτέ χαρούμενος ή ευχαριστημένος. Ήταν, όμως, άτομο αναγνωρισμένο στο χώρο και με μεγάλο έργο. Μίλησε με κάποιους συναδέλφους ακόμη κι ύστερα ο πρόεδρος ανακοίνωσε στο μικρόφωνο την έναρξη του συνεδρίου. Όλες οι συνομιλίες στο κοινό σταμάτησαν.

Ξανακοίταξε γύρω του. Άνθρωποι κυρίως νέοι, φοιτητές ή νεαροί επαγγελματίες είχαν έρθει για να ακούσουν εκείνους, τους καθηγητές, τους ψυχαναλυτές, με τις γνώσεις και την εμπειρία και να μάθουν κάτι από αυτούς, να διευρύνουν τον ορίζοντά τους, να εμπνευστούν. Οι ομιλίες ξεκίνησαν, το θέμα της εκείνης της ημέρας ήταν η κατάθλιψη στον σύγχρονο άνθρωπο. Η κατάθλιψη. Ναι, την είχε συναντήσει τόσες φορές στη δουλειά του, αυτή τη μαύρη τρύπα που μπορεί έναν άνθρωπο να τον καταπιεί και να τον κάνει να στερείται κάθε χαρά, κάθε ευχαρίστηση. Η κατάθλιψη κατατρώει τον σύγχρονο άνθρωπο. Και τον κάνει να στρέφεται ενάντια στον εαυτό του, να τρώει ο ίδιος τις σάρκες του. Έτσι ξεκινούσε η ομιλία του και του είχε πάρει πολύ χρόνο για να σκεφτεί αυτή τη φράση. Η δεύτερη ομιλήτρια σε λίγο θα ολοκλήρωνε. Άλλος ένας ψυχίατρος θα μιλούσε μετά κι ύστερα ήταν εκείνος. Συγκεντρώθηκε σε αυτό που άκουγε, στο κάτω-κάτω ήταν εκεί για να ακούσει και άλλους.
Η δεύτερη ομιλήτρια ολοκλήρωσε την ομιλία της και ρώτησε αν υπήρχαν ερωτήσεις. Οι φοιτητές ήταν διστακτικοί και απρόθυμοι να μιλήσουν, ίσως τους είχε αποθαρρύνει η δύσκολη ψυχαναλυτική γλώσσα. Ένας καθηγητής από άλλο πανεπιστήμιο έκανε κάποιο σχόλιο και έγινε μια σύντομη συζήτηση πάνω σε αυτό μεταξύ της ομιλήτριας, του καθηγητή αυτού και άλλων δύο ψυχαναλυτών σε ηλικία συνταξιοδότησης. Και τότε την είδε. Και όλα σταμάτησαν.
Ήταν καθισμένη στην πέμπτη ή έκτη σειρά, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Δεν ήταν πια κορίτσι, κοπέλα, φοιτήτρια, είχε μεταμορφωθεί σε κομψή, νεαρή γυναίκα. Προσπάθησε να μετρήσει πόσα χρόνια είχε να τη δει αλλά το μυαλό του ήταν μπλοκαρισμένο. Η επόμενη ομιλία ξεκινούσε αλλά στα αυτιά του έφταναν μόνο λέξεις διάσπαρτες, χωρίς ουσία. Είχε γίνει ψυχοθεραπεύτρια λοιπόν; Αν όχι γιατί να παρακολουθήσει το συνέδριο; Δίπλα της ήταν ένας νεαρός άντρας, ίσως λίγο μικρότερός της. Κάποια στιγμή του ψιθύρισε κάτι κι εκείνος χαμογέλασε. Ένιωσε για τον εαυτό του ντροπή. Ντροπή για όσα είχαν γίνει τότε, ντροπή που τώρα είχε τόσο αναστατωθεί.
Απώλεια του αντικειμένου, μελαγχολία, ναρκισσισμός. Οι ψυχαναλυτικοί όροι που τόσο είχε παλέψει στη ζωή του για να καταλάβει, για να τους κάνει κτήμα, για να τους χρησιμοποιήσει στη δουλειά του, τώρα τον χτυπούσαν σαν βέλη. Εκείνη ποτέ δεν συμπάθησε την ψυχανάλυση. «Δεν μπορώ να εκτιμήσω κάτι που δεν είναι απλό», του έλεγε περιφρονητικά. «Αυτή η γλώσσα, αυτοί οι όροι είναι μόνο εμπόδια, κρύβεστε πίσω τους και δεν βλέπετε αληθινά τους ανθρώπους. Μιλάτε στον πληθυντικό, δεν δέχεστε προσωπικές ερωτήσεις, όλοι για εσάς είναι ασθενείς, όλα είναι ασυνείδητο.» Εκείνος υπερασπιζόταν αυτό που μετά από τόσα χρόνια είχε γίνει πια κομμάτι του εαυτού του, όμως ένα κομμάτι του γοητευόταν από αυτήν της την αντίδραση. Αυτό είχε μάθει, με αυτό προχωρούσε, έτσι προσπαθούσε να βοηθήσει ανθρώπους και σε κάποιες περιπτώσεις τα κατάφερνε. «Το θέμα δεν είναι ποια προσέγγιση θα ακολουθήσεις  αλλά να πιστεύεις σε αυτό που κάνεις. Ούτε είναι όλοι οι ψυχαναλυτές όσο απρόσιτοι νομίζεις», της έλεγε και στα μάτια της έβλεπε ευχαρίστηση, ίσως γιατί εκείνος ο καθηγητής, ο ψυχαναλυτής, έκανε ατέλειωτες συζητήσεις μαζί της, αντιμετώπιζε σαν ίση μια απλή φοιτήτριά, που είχε για σιγουριά μόνο το πάθος της νεότητας.
Η σχέση τους ήταν και ερωτική. Για μικρό διάστημα. Κάποιες φορές είχε πάει στο μικρό φοιτητικό της διαμέρισμα, όμως η ντροπή, οι ενοχές του δεν τον άφησαν σχεδόν καθόλου να το χαρεί. Ένιωθε φτηνός, σκεφτόταν τη γυναίκα του, η βέρα στο δάχτυλό του τον έπνιγε στον λαιμό, ένιωθε συνεπαρμένος και ταυτόχρονα εξευτελισμένος. Εκείνη δεν ένιωθε ντροπή. Πίστευε πως ο γάμος του δεν την αφορούσε. «Η γυναίκα σου είναι θέμα δικό σου», του είχε πει μια φορά. Δεν του τηλεφωνούσε σε ώρες που ήξερε ότι ήταν στο σπίτι του, δεν ήταν πιεστική, δεν θέλησε ποτέ να σοβαρέψει η σχέση τους. Ζούσε το παρόν σαν να μην υπήρχε τίποτα πέρα από αυτό, της άρεσε να βρίσκεται κοντά του και να νιώθει ξεχωριστή και ταυτόχρονα είχε τις σπουδές της και πολλές παρέες για να περνάει τον χρόνο της. Όταν τελείωσε την πτυχιακή της οι συναντήσεις τους αναγκαστικά αραίωσαν. Χωρίς ποτέ να χωρίσουν, αν κάτι τέτοιο θα ήταν χωρισμός, χάθηκε από τη ζωή του και δεν έμαθε ποτέ τι έκανε τόσα χρόνια.
Το όνομά του, άκουγε το όνομά του αλλά τα πόδια του ήταν κολλημένα στο πάτωμα. Την κοίταξε για μια τελευταία φορά, το πρόσωπό της δεν έδειχνε κάποια ιδιαίτερη ταραχή, όμως ήταν σκεφτικό. Σηκώθηκε και πλησίασε στο μικρόφωνο. Το βλέμμα του στράφηκε σε μια συνάδελφο και φίλη, ήταν αποφασισμένος να μην ξανακοιτάξει στην πέμπτη ή έκτη σειρά.
Η κατάθλιψη κατατρώει τον σύγχρονο άνθρωπο. Και τον κάνει να στρέφεται ενάντια στον εαυτό του, να τρώει ο ίδιος τις σάρκες του. Η ομιλία του ξεκίνησε, ο λόγος σαν χείμαρρος αυτόματος ξεχείλισε από μέσα του. Στην αρχή κάποια θεωρητικά κομμάτια. Κι ύστερα ένα περιστατικό. Η δουλειά που είχε κάνει με έναν ασθενή του  για χρόνια ήταν τώρα εκτεθειμένη μπροστά σε ένα πλήθος που φάνταζε ψυχρό. Άκουγε τον εαυτό του και αναρωτιόταν τι θα σκεφτόταν εκείνη. Ναι, η ψυχαναλυτική γλώσσα τώρα ακουγόταν βάρβαρη. Ό,τι είχε νιώσει σε εκείνη την πολυθρόνα είχε κρυφτεί, οι θεωρίες του φάνταζαν μεγαλομανείς, ποιος ήταν εκείνος για να μπορεί να τα συμπεραίνει όλα αυτά; Τον είχε συμπονέσει πολύ αυτόν τον ασθενή, ναι, όμως, η παρουσίαση αυτού του περιστατικού τον έκανε να μοιάζει με αποστειρωμένο επιστήμονα. Αυτό θα σκεφτόταν εκείνη. «Οι ψυχαναλυτές μιλάνε για την αίσθηση παντοδυναμίας των ασθενών αλλά μάλλον δεν έχουν δει το ύφος τους στο καθρέφτη», του είχε πει μια φορά αναφερόμενη σε έναν άλλο καθηγητή. Η ομιλία τελείωσε. Το κοινό χειροκρότησε. Παρατήρησε τα πρόσωπά τους. Κανέναν νέο άνθρωπο δεν είχε αγγίξει η ομιλία του, κανείς δεν είχε καταλάβει τη δουλειά του, τον κόπο του, την ψυχική προσπάθεια. Το χειροκρότημα ήταν χλιαρό, τυπικό. Κι ύστερα τα σχόλια των συναδέλφων. Και μια ωραία, ψυχαναλυτική συζήτηση, στην οποία κανένας φοιτητής, κανένας νέος επαγγελματίας δεν συμμετείχε. Ένιωσε ντροπή.
Ξαφνικά εκείνη και ο νεαρός που καθόταν δίπλα  της σηκώθηκαν για να φύγουν. Όσο ο πρόεδρος του συνεδρίου συσχέτιζε το περιστατικό του με τη θεωρία ενός σύγχρονου Γάλλου ψυχαναλυτή το βλέμμα του έπεφτε για τελευταία φορά πάνω της, στο σώμα της που ήταν όλο χάρη, τα μακριά μαλλιά και το κασκόλ που τύλιγε χαλαρά γύρω από τον λαιμό της. Κι ύστερα η σκέψη της γυναίκας του, η ενοχή. Ξαφνικά ένιωσε γερασμένος, γελοίος, σαν τίποτα από όσα είχε καταφέρει στη ζωή του να μην είχαν σημασία.
Ο πρόεδρος του συνεδρίου ανήγγειλε το διάλειμμα.  «Συγχαρητήρια για την ομιλία σου, μου άρεσε πολύ, ειδικά το δεύτερο μέρος», γύρισε και του είπε ο πρόεδρος αμέσως μετά με το μονίμως ανέκφραστο βλέμμα του. Εκείνος κούνησε το κεφάλι αδιάφορα. Κι ύστερα βρήκε κάποιες ψυχαναλυτικές λέξεις για να κρυφτεί.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου