Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Ο μαέστρος

«Σε παρακαλώ», του είχε πει. «Θέλω τόσο πολύ να πάμε.» Δεν ήξερε τι να κάνει. Περνούσε όμορφα με αυτήν την κοπέλα, έβγαιναν μαζί τους τελευταίους μήνες και ήθελε να την ευχαριστήσει, όμως ακόμη δεν ένιωθε αρκετή οικειότητα μαζί της ώστε να της εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν ήθελε να τον δει.
«Μα είναι καταπληκτική ορχήστρα. Δεν το πιστεύω ότι ο μαέστρος είναι ο πατριός σου. Κι αυτή τη συμφωνία που θα παίξουν την αγαπώ τόσο πολύ. Δεν θα μου χαλάσεις το χατίρι, έτσι;». Τον είχε κοιτάξει τόσο γλυκά που δεν άντεξε, δέχτηκε. Τώρα, όμως, που περνούσαν τις πόρτες του Μεγάρου Μουσικής ένιωθε τόση δυσφορία που ήταν έτοιμος να φύγει και να αφήσει την όμορφη συνοδό του να παρακολουθήσει τη συμφωνική ορχήστρα μόνη της.
«Τι έχεις;», τον ρώτησε κάποια στιγμή εκείνη ξεφυλλίζοντας με λαχτάρα το πρόγραμμα. Εκείνος δεν απάντησε, λίγο μετά η κοπέλα προσηλώθηκε σε όσα διάβαζε και για αρκετή ώρα ξέχασε την ύπαρξή του. Εκείνος παρατηρούσε τον κόσμο γύρω του, συνομήλικούς του με μποέμ ντύσιμο, που ήταν ίσως μουσικοί, κομψές γυναίκες με γόβες και ζευγάρια ηλικιωμένων με γυαλιά, ακριβά κοσμήματα και ιδιαιτέρως περιποιημένο ντύσιμο. Η κοπέλα του όταν έκλεισε το πρόγραμμα άρχισε σαν χείμαρρος να του μιλάει για το έργο, το οποίο θα άκουγαν, τον μουσικό δημιουργό του και την ορχήστρα.
«Μα για την ορχήστρα φυσικά θα ξέρεις. Τι σου λέω…», του χαμογέλασε.
«Δεν ξέρω όσα νομίζεις. Αυτό προσπαθούσα να σου εξηγήσω και τις προάλλες...»
«Μα δεν μου είχες πει πως ο πατριός σου σε μεγάλωσε;»
Ξερόβηξε και προσπάθησε να δείχνει αδιάφορος.
«Παντρεύτηκε τη μητέρα μου, όταν ήμουν τεσσάρων. Έζησα μαζί τους μέχρι τα δεκαοχτώ μου, μετά έφυγα για σπουδές. Η μητέρα μου πέθανε έναν χρόνο αφότου τελείωσα το πανεπιστήμιο. Έκτοτε δεν έχω πολλές επαφές μαζί του.»
«Μα μου είχες πει πως ήταν σαν πατέρας σου. Πως δεν γνώρισες πατέρα, πώς γίνεται να…»
Η αδιακρισία της είχε αρχίσει να τον ενοχλεί. Ήταν όμως πολύ χαριτωμένη, έτσι αναστατωμένη από τη χαρά για τη συναυλία και δεν μπορούσε να της θυμώσει. Ήθελε απλώς να αποφύγει αυτήν την επώδυνη συζήτηση.
«Εσύ πώς αγάπησες την κλασική μουσική;», τη ρώτησε.
Κι εκείνη άρχισε να του λέει για τους γονείς της, που όταν ήταν μικρή έβαζαν συνεχώς στο πικ απ συμφωνίες και ίσως να έφταιγε που η μητέρα της άκουγε Μότσαρτ όταν ήταν έγκυος και από έμβρυο ακόμη συνήθισε και αγάπησε αυτούς τους ήχους. Ήθελε να τη φιλήσει, ήταν τόσο γλυκιά και αθώα. Ποτέ της δεν θα καταλάβαινε τη δική του περίεργη οικογενειακή κατάσταση.
Λίγο μετά μπήκαν στην αίθουσα και κάθισαν στις θέσεις τους, οι οποίες είχε φροντίσει να μην είναι πολύ μπροστά. Σιγά-σιγά η αίθουσα γέμισε, τα φώτα χαμήλωσαν και άρχισαν να μπαίνουν τα μέλη της ορχήστρας. Ένιωσε το χέρι της να σφίγγει το χέρι του με ανυπομονησία, όταν όμως είδε τη γυναίκα με το βιολοντσέλο θυμός φούσκωσε μέσα του σαν άγριο κύμα. Και όταν βγήκε εκείνος, ο μαέστρος, ένιωσε κάτι ζαλάδα ή ναυτία.
Η μουσική ξεκίνησε. Ήθελε να φύγει, η θηλυκή παρουσία δίπλα του δεν αρκούσε για να απαλύνει τον εκνευρισμό του. Θυμήθηκε τον εαυτό του παιδί, να κάθεται σε καθίσματα που τότε του φαίνονταν τεράστια και να κοιτάζει με δέος τον πατριό του να κινεί τα χέρια του ή μάλλον όλο του το σώμα πάνω στη σκηνή. Εκείνος με το παιδικό του μυαλό δεν καταλάβαινε. Διευθύνει την ορχήστρα, του έλεγε η μητέρα του με περηφάνια, είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνει, αλλά εκείνος δεν καταλάβαινε. Αυτές οι κινήσεις του μαέστρου του θύμιζαν χορό, «χορεύει, μαμά», έλεγε, όμως η μητέρα του επέμενε. Δεν χορεύει, διευθύνει την ορχήστρα, είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνει. Έπρεπε να μεγαλώσει αρκετά για να καταλάβει ότι ο μαέστρος ήταν ένα είδος στρατηγού δασκάλου, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι με τα μαύρα ρούχα και τα μουσικά όργανα τον υπάκουαν ευλαβικά, τον ακολουθούσαν και στις κινήσεις του συντόνιζαν το παίξιμό τους.
«Είναι καταπληκτικά!» του ψιθύρισε η κοπέλα δίπλα του. Όμως το δικό του μυαλό δεν άκουγε τη μουσική, είχε φύγει, ήταν αλλού πολύ μακριά της.
Κοιτούσε τη γυναίκα με το βιολοντσέλο. Ήταν πολύ γοητευτική. Με μαλλιά σε ανοιχτό καστανό χρώμα, χτενισμένα στο πλάι, λεπτή, φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα και έτσι όμως όπως είχε ανοίξει τα πόδια φαίνονταν οι καλοσχηματισμένες της γάμπες. Η έλξη που ένιωθε για εκείνη  τον έκανε να ντρέπεται πολύ και να θυμώνει με τον εαυτό του. Ήταν η νέα γυναίκα του μαέστρου, η αντικαταστάτρια της μητέρας του. Δεν θα του συγχωρούσε ποτέ πως παντρεύτηκε έναν χρόνο μετά τον θάνατό της αυτήν την όμορφη και νέα γυναίκα κι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν είχε πια καμία επαφή μαζί. Ο πατριός του στην αρχή τού τηλεφωνούσε συχνά, τον καλούσε στο σπίτι και στις παραστάσεις της συμφωνικής ορχήστρας. Εκείνος απαντούσε κοφτά, θυμωμένα, κάποια στιγμή σταμάτησε να σηκώνει το τηλέφωνό, όταν έβλεπε τον αριθμό του. Κάποια στιγμή σταμάτησε ο πατριός του να του τηλεφωνεί και έτσι βγήκε ο ένας από τη ζωή του άλλου. Είχε αρκετά χρόνια να τον δει και τώρα άρχισε να παρατηρεί τα μαλλιά του, που όλα τώρα είχαν γκριζάρει και το ψηλό, λεπτό του σώμα, που ήταν πολύ πιο κυρτό από όσο το θυμόταν.
«Εδώ σε αυτό το σημείο. Άκου.» Η κοπέλα από δίπλα χάιδεψε το χέρι του. Εκείνος την κοίταξε αδιάφορος.
«Κλείσε τα μάτια και μην σκέφτεσαι τίποτα. Άσε τη μουσική να μιλήσει.» Εκείνος σήκωσε τους ώμους. Και τότε το χέρι της κάλυψε τα μάτια του. Το άγγιγμά της ήταν απαλό, μύριζε όμορφα. Έκλεισε τα μάτια του για να νιώσει, όχι τη μουσική, αλλά εκείνη, εκείνη θα τον έβγαζε από τα άσχημα συναισθήματα που είχαν ξυπνήσει ξαφνικά και τον χτυπούσαν σαν καταιγίδα.  Η θύμηση της μητέρας του, πόσο του έλειπε ακόμη, το παιδικό του παράπονο γιατί εκείνος δεν είχε αληθινό πατέρα, η οργή για αυτήν την όμορφη γυναίκα με το βιολοντσέλο που είχε σβήσει τα πάντα, που τον είχε κάνει να νιώσει χωρίς οικογένεια. Και ξαφνικά, εκεί βυθισμένος στο σκοτάδι με το χάδι αυτού του λεπτού χεριού πάνω στο δέρμα του, η μουσική έγινε σαν μαγική κι άρχισε να κάνει αυτήν την θύελλα μια βροχή όμορφη, τρυφερή, δροσερή που απαλύνει.
«Άνοιξέ τα μάτια τώρα και δες τους μουσικούς», άκουσε τη γλυκιά φωνή δίπλα του κι ένιωσε το χέρι της να αποτραβιέται.
Ναι, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό που άκουγε, αυτή η μια φωνή με τις πολλές αποχρώσεις έβγαινε από τόσους ανθρώπους, ο καθένας ήταν αφοσιωμένος στη μουσική του, μόνος του, κι όμως ήταν όλοι μαζί. Και μπροστά, ο πατριός του, ο μαέστρος να κουνάει τα χέρια ακατάπαυστα, να δονείται ολόκληρος και η ορχήστρα να γίνεται σπασμός, να γίνεται συναίσθημα, δύναμη, ολότητα. Έτσι, όπως έβλεπε το ψηλό του σώμα θυμήθηκε πώς κουνιόταν ολόκληρος όταν τον μάλωνε για μια ζημιά ή επειδή ήταν άτακτος, ένα μάλωμα δυνατό αλλά γεμάτο αγάπη. Ποτέ δεν φοβήθηκε τον πατριό του, όπως άλλοι φοβούνται τον πατέρα τους, πάντα ήξερε πως ήταν με το μέρος του, ο προστάτης του, ο φίλος του ο αγαπημένος. Και όταν τις νύχτες ξυπνούσε από εφιάλτες και φώναζε, εκείνος καθόταν δίπλα του μέχρι να τον πάρει πάλι ο ύπνος και μουρμούριζε κάποια σονάτα χτυπώντας τα δάχτυλά του σαν να έπαιζε πιάνο. Ακόμη κι αν δεν με φωνάζεις πατέρα, εγώ θα νιώθω πάντα ο πατέρας σου, του είχε πει στην ορκωμοσία του με βλέμμα που έλαμπε περήφανο, τότε που η άρρωστη μητέρα του δεν μπορούσε να είναι εκεί.
«Κλαις;», η κοπέλα του μίλησε πιο δυνατά από ό,τι έπρεπε και μια κυρία από μπροστά γύρισε και τους κοίταξε αυστηρά. Ναι, στα μάτια του κυλούσαν δάκρυα, δεν ήξερε τι δάκρυα ήταν, ενοχής ή συγκίνησης ή κάθαρσης, τις λίγες φορές που στη ζωή του είχε κλάψει, δεν ήταν έτσι. Ήξερε μόνο πως άκουγε αυτή τη μουσική, που τώρα είχε γίνει τρυφερή σαν ζεστό αεράκι, ήξερε μόνο πως αυτός ο άντρας που συνέχιζε ακούραστα να κουνάει τα χέρια του στη σκηνή και στα διαλείμματα σκούπιζε τον ιδρώτα του, ο μαέστρος, που είχε τόσα χρόνια να τον δει, που ήταν τόσο θυμωμένος για καιρό μαζί του, αυτός ήταν ο μοναδικός πατέρας που γνώρισε. Και του είχε λείψει, δεν ήθελε άλλο θυμό άλλη πίκρα μέσα του να τον δηλητηριάζει, δεν ήθελε άλλη ερημιά. Χαμογέλασε διστακτικά, είναι περίεργα, όταν μετά από πολύ πόνο θέλεις και πάλι να χαμογελάσεις, όταν συνειδητοποιείς πως ήρθε η ώρα να φύγει το παράπονο και αποδέχεσαι τα όσα συνέβησαν. Του αξίζει να έχει μια σύντροφο δίπλα του, είναι νέος ακόμη, σκέφτηκε. Αν χάνεις κάποιον που αγαπάς, δεν είσαι υποχρεωμένος να σταματήσεις να ζεις. Στάθηκε στο πλευρό της με αγάπη τόσα χρόνια και όσο ήταν άρρωστη. Εκείνη δεν θα το ήθελε τώρα να είναι μόνος. Η γυναίκα με μακρύ μαύρο φόρεμα και με το βιολοντσέλο ανάμεσα στα πόδια της ξαφνικά δεν του φαινόταν τόσο απειλητική.
«Μπράβο!», ακούστηκε μια φωνή και τότε κατάλαβε ότι η συναυλία είχε τελειώσει. Γύρω του χειροκροτήματα, άρχισε να χτυπά κι αυτός τα χέρια του με δύναμη. Ο μαέστρος υποκλινόταν συγκινημένος και με τα χέρια του έδειχνε τους μουσικούς, που στέκονταν ακίνητοι, με σεβασμό μπροστά του. Όταν τελείωσαν οι υποκλίσεις, ο κόσμος άρχισε να φεύγει, η αίθουσα σιγά-σιγά άδειαζε, εκείνος, όμως καθόταν στη θέση του σαν πεισμωμένο παιδί που αρνείται να φύγει από το δωμάτιο που παίζει.
«Θέλεις να πάμε να τον δούμε;», τον ρώτησε η κοπέλα δίπλα του που με κάποιο μαγικό τρόπο σαν να είχε καταλάβει πως κάτι μέσα είχε αλλάξει.
«Έχουμε πολύ καιρό να μιλήσουμε, δεν θέλω να τον ενοχλήσω τώρα…»
Ήταν διστακτικός, όσο η ώρα περνούσε το οχυρό του άρχιζε να χτίζεται ξανά, η πανοπλία του σκληρού να τον σφίγγει πάλι.
Το χέρι της, όμως, πήρε το χέρι του και άρχισε να τον οδηγεί κι εκείνος έκλεισε πάλι τα μάτια. «Πού μπορούμε να τον δούμε; Είναι ο γιος του.» Η φωνή της κάποιον ρώτησε, τους έδειξαν προς τα πού να πάνε. Κι ύστερα μια πόρτα άνοιξε και βρέθηκε απέναντί του. Η κοπέλα τον οδήγησε μέσα και μετά έφυγε κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω της.
Ο μαέστρος είχε βγάλει το σακάκι του και είχε λύσει το μαύρο παπιγιόν, στο μέτωπό του είχε στεγνώσει ο ιδρώτας. Όταν σήκωσε τα μάτια του πάνω του, εκείνος ένιωσε τα πόδια του να λύνονται. Ήταν τόση η ένταση στο δωμάτιο, που η στιγμή φάνηκε ατέλειωτη και σχεδόν αβάσταχτη.
Κοιτάζονταν χωρίς να μιλάνε, όμως, δεν χρειαζόταν τίποτα να πουν. Κι ύστερα ο μαέστρος τον πλησίασε. Εκείνος αμίλητος, ένιωσε πάλι να γίνεται μικρό αγόρι, αδύναμο, πονεμένο. Τα μακριά χέρια, που λίγο πριν με τρομακτική προσήλωση διεύθυναν βιολιά, άνοιξαν όπως παλιά. Κι εκείνος αφέθηκε.

Και τότε αυτή η παλιά, γνώριμη, ζεστή μουσική ξεκίνησε πάλι να  παίζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου