Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ


Μια κάπως σουρεαλιστική συζήτηση


    Βρισκόμαστε έξω από ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο προς τα προάστια μιας μεγάλης πόλης. Είναι Ιούλιος, μεσημέρι, Σάββατο, η άσφαλτος είναι ζεστή κι ανάμεσα στους περαστικούς με τα καλοκαιρινά ρούχα και τις σακούλες στα χέρια βλέπουμε δυο γυναίκες, που περπατάνε δίπλα-δίπλα με βήμα κοριτσίστικο κι ανάλαφρο, μιλάνε ασταμάτητα και πού και πού γελάνε. Η μία κρατάει μια μεγάλη γλάστρα, που προορίζεται για επίσκεψη σε φιλικό σπίτι το βράδυ, η άλλη δύο σακούλες που περιέχουν ρούχα για τη δουλειά της, αυστηρά και κομψά.
Ας πούμε λίγα λόγια για αυτές τις δύο φίλες. Μεγάλωσαν μαζί στην ίδια γειτονιά, τα πατρικά τους σπίτια ήταν απέναντι το ένα από το άλλο, κάθονταν στο ίδιο θρανίο σε όλη τη διάρκεια της σχολικής τους θητείας και χωρίστηκαν μόνο, όταν η μία έφυγε για να σπουδάσει στο εξωτερικό στα δεκαοκτώ τους χρόνια. Εκείνα τα χρόνια των σπουδών τους έλειψε πολύ η μία στην άλλη και φυσικά είχαν τακτική επικοινωνία. Όταν τελικά η μία φίλη επέστρεψε με ανακούφιση έγιναν πάλι αχώριστες. Τώρα είναι και οι δύο τριάντα εννιά χρόνων. Η μία είναι διαζευγμένη, με πολύ καλή και αγχωτική θέση σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών και πολύ καλό μισθό. Ή άλλη παντρεμένη, με ένα παιδάκι τεσσάρων χρόνων δουλεύει σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης ως γραμματέας σε μια μικρή, οικογενειακή επιχείρηση. 
     Φυσικά σε μια τέτοια ηλικία ο χρόνος που περνούν μαζί είναι πιο περιορισμένος, ωστόσο ποτέ δεν χάνει η μία την άλλη, μιλάνε αρκετές ώρες στο τηλέφωνο και πότε-πότε βγαίνουν για ψώνια και όσα απογεύματα μπορούν πηγαίνουν μεγάλους περιπάτους στη μαρίνα στην άκρη της πόλης. Περπατάνε γρήγορα για να γυμναστούν και ταυτόχρονα μιλάνε και τους κόβεται η ανάσα και καταλαβαίνουν ότι πρέπει να σταματήσουν να μιλάνε, όμως συνεχίζουν να μιλάνε για τις ζωές τους, τους φόβους, τις ανησυχίες τους, τους θυμούς και τις αποτυχίες και τις ανασφάλειές τους και συνήθως με όλα αυτά στο τέλος γελάνε και όλα τότε μικραίνουν και γίνονται ασήμαντα και λιγότερο τρομακτικά και φαίνονται έστω για λίγο αντιμετωπίσιμα. Αυτή είναι μια σύντομη περιγραφή αυτών των δύο γυναικών, που πλησιάζουν τώρα προς το αυτοκίνητο της μίας και ας πλησιάσουμε για λίγο για να τις ακούσουμε. Δεν λένε κάτι το ιδιαίτερο παρά για τις δουλειές τους, τις επικείμενες διακοπές, τον πρόσφατο χωρισμό ενός φιλικού τους ζευγαριού και διάφορα παρόμοια. Η συζήτησή τους είναι πολύ καθημερινή και συνηθισμένη και γι’ αυτό και δεν έχει νόημα να την αναπαράγουμε. Όμως ξαφνικά, εκεί που είμαστε έτοιμοι να στραφούμε σε κάποιον άλλον περαστικό, που θα έχει μια πιο ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθούμε,  η μία κάτι παράξενο ξεστομίζει.
«Πολλές φορές νιώθω ότι θέλω να εξαφανιστώ.»
«Τι εννοείς; Να πεθάνεις;»
«Όχι. Θα ήθελα να εξαφανιστώ και να είναι σαν να μην υπήρξα ποτέ. Να μην αφήσω πόνο πίσω μου. Να μην με θυμάται κανείς.»
Οι συζητήσεις τους πολλές φορές εξελίσσονται σε σουρεαλιστικές φαντασιώσεις, οπότε μην σας εκπλήσσει η ψυχραιμία της άλλης φίλης στο άκουσμα αυτής της αλλόκοτης επιθυμίας.
«Το σκέφτομαι πολλές φορές το πρωί, όταν ξυπνάω για να πάω στη δουλειά, συνεχίζει η φίλη που θέλει να εξαφανιστεί. Ή κάποια βράδια, που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Νομίζω πως αν εξαφανιζόμουν εδώ και τώρα δεν θα με πείραζε καθόλου.»
«Αχ, όχι! Κι εγώ πώς θα γυρίσω στο σπίτι; Μην ξεχνάς ότι κρατάω και τη γλάστρα!»
Η φίλη αυτή δεν οδηγεί γιατί κάθε φορά που μπαίνει σε αυτοκίνητο, την πιάνει μια έντονη φοβία ότι τα αυτοκίνητα του αντίθετου ρεύματος θα έρθουν καταπάνω της.
«Θα ήθελα τη Δευτέρα στη δουλειά, η καρέκλα στο γραφείο μου να είναι άδεια και το όνομα μου να έχει σβηστεί από παντού. Να μην θυμάται κανείς ποιος καθόταν σε αυτό το γραφείο και ποιος είχε να κάνει όσα έχω να κάνω τη Δευτέρα. Και πίστεψέ με έχω τόση δουλειά τη Δευτέρα! Και ο πατέρας μου να μην με θυμάται για να μην πονέσει καθόλου με την εξαφάνισή μου.»
         Οι γονείς της ηρωίδας που θέλει να εξαφανιστεί χώρισαν, όταν εκείνη ήταν πέντε χρόνων. Η μητέρα της μετά από μερικά χρόνια παντρεύτηκε και πήγε να ζήσει σε άλλη πόλη. Δεν ήθελε να την ακολουθήσει γιατί δεν ήθελε να αποχωριστεί τη γειτονιά, τη φίλη της, το σχολείο της και κυρίως γιατί ήξερε πως ο πατέρας της χωρίς εκείνη κοντά του θα μαράζωνε. Την έβλεπε τακτικά τη μητέρα της και είχαν μια για τα δεδομένα καλή σχέση, ένα κενό όμως έμεινε για πάντα μέσα της και φυσικά με τον πατέρα της δέθηκε πολύ, ο ένας στήριξε τον άλλον  και αν και ήταν δύσκολο πολύ κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα σε μια οικογένεια χωρίς γυναικεία φροντίδα. Εκείνος ποτέ δεν ξεπέρασε την «προδοσία» της πρώην γυναίκας του, ποτέ δεν τη συγχώρησε που έφυγε μακριά από το παιδί της, το πέρασμα του χρόνου δεν τον ελευθέρωσε από την οργή και το παράπονο και ούτε ανέλαβε ποτέ κάποια δική του ευθύνη για τον χωρισμό. Εκείνη συνέχιζε τη ζωή της και κρατούσε ακόμη θυμό μέσα της για τη μητέρα της, που τον εγκατέλειψε καθώς και μια ασυνείδητη ζήλια για την ευκολία με την οποία είχε καταφέρει να φτιάξει μια ζωή μακριά του. Τη βάραινε μια αδικαιολόγητη ενοχή για τη δική του μοναξιά και όταν πήγαινε να τον δει στενοχωριόταν, γιατί τον έβλεπε να γερνάει πικραμένος.  Ας επανέλθουμε, όμως, στη συζήτηση των δύο φιλενάδων.
            «Και ο πατέρας μου να μην με θυμάται για να μην πονέσει καθόλου με την εξαφάνισή μου», είχε πει η φίλη που ήθελε να εξαφανιστεί.
«Ούτε εγώ να μην σε θυμάμαι;», τη ρωτάει η άλλη φίλη.
«Κανείς, κανείς…»
«Ούτε ο Άρης;»
«Λες να με θυμάται μόνο ο Άρης; Λες τελικά τόσο να με αγάπησε που να με θυμάται όταν θα έχω εξαφανιστεί και κανείς δεν θα γνωρίζει ότι υπήρξα;»
«Νομίζω πως ο Άρης θα σε θυμάται…», χαμογελά ζεστά η άλλη φίλη.
         Ο Άρης είναι ο πρώην σύζυγός της. Την αγαπούσε ακόμη κι εκείνη τον είχε αγαπήσει, όμως, όταν άρχισε να της ζητά επίμονα να κάνουν παιδί, είχε αρχίσει να ασφυκτιά, να πνίγεται. Ζητούσε συνεχώς παράταση θέτοντας σαν δικαιολογία το βαρύ επαγγελματικό της πρόγραμμα. Εκείνος θύμωνε και της μιλούσε για ολοκλήρωση και οικογενειακή ευτυχία και υποτιμούσε την ανάγκη της για επιτυχία και αναγνώριση. «Μα καλά, εσύ δεν έχεις καρδιά γυναίκας;», της είπε ένα βράδυ σε έναν καβγά τους και το βλέμμα του έπεσε σαν κεραυνός πάνω της. Εκείνη χωρίς να πει κουβέντα έριξε μερικά ρούχα σε μια βαλίτσα και πήγε να κοιμηθεί σε ξενοδοχείο. Μέσα στους επόμενους δύο μήνες είχε νοικιάσει ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στην παλιά της γειτονιά, κοντά στην παιδική της φίλη και είχε κάνει αίτηση διαζυγίου. Ο Άρης για πολύ καιρό την παρακαλούσε να γυρίσει κοντά του, κάποια στιγμή το πήρε απόφαση ότι δεν θα ήταν ποτέ ξανά μαζί, υπέγραψε για το διαζύγιο και εξαφανίστηκε από τη ζωή της. Δεν είχαν πια κανένα νέο του. 
«Ναι, ίσως ο Άρης θα με θυμάται…» χαμογελά κι εκείνη γλυκόπικρα.
            Λίγο μετά οι φίλες έφτασαν στο αυτοκίνητο και μπήκαν μέσα μαζί με τη μεγάλη γλάστρα και τις σακούλες με τα ψώνια. Όσο η μία πάλευε με τη γλάστρα στα πόδια της, η άλλη άνοιξε το ραδιόφωνο στον αγαπημένο τους σταθμό. Το αυτοκίνητο άρχισε να κυλά στη ζεστή λεωφόρο και εκείνες τραγουδούσαν.


 Κι αν εξαφανιζόταν; Μέρος πρώτο

            Ήταν μια μέρα με πολλή ένταση στη δουλειά, πολλές φωνές από το αφεντικό της, πολλή κίνηση στον δρόμο, πολύ κόσμο στο λεωφορείο και πολύ πονοκέφαλο. Οι ώρες της στριμώχνονταν άτσαλα μέσα στη μέρα, ταχυκαρδίες έρχονταν και έφευγαν ξαφνικά και συχνά λαχταρούσε με όλη της την ψυχή ένα τσιγάρο. Είχε σταματήσει να καπνίζει, όμως, πριν τέσσερα χρόνια, όταν έμεινε έγκυος και με νύχια και δόντια πάλευε να μείνει μακριά από αυτήν την κακή συνήθεια γιατί ένιωθε πως αν έβαζε έστω ένα τσιγάρο στο στόμα της, θα κάπνιζε αμέσως και δεύτερο και τρίτο και τέταρτο και θα κινδύνευε να περάσει την υπόλοιπη ζωή της καπνίζοντας χωρίς σταματημό.
            Η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα, κρατούσε την κόρη της από το χέρι και πήγαινε στο σπίτι της μητέρας της, που ήταν τέσσερα στενά μακριά από το δικό της σπίτι. Γιαγιά και εγγονή τα πήγαιναν καλά κι αυτό την έκανε να νιώθει κάπως παράξενα, γιατί όταν ήταν εκείνη μικρή η μητέρα της θύμωνε μαζί της συνεχώς, της φώναζε και ήταν όλο απαιτήσεις. Από τότε που έγινε και η ίδια μάνα άρχισε λίγο να την καταλαβαίνει και να δικαιολογεί την άσχημη συμπεριφορά της μιας και η μητέρα της έγινε μητέρα πολύ νέα, στα δεκαοκτώ της χρόνια, πριν καν μεγαλώσει η ίδια. Αν και σε εκείνη φαινόταν μεγάλη, τεράστια, δεν ήταν παρά ένα παιδί πανικοβλημένο και απροετοίμαστο για ευθύνες και υποχρεώσεις και δυστυχώς ο πατέρας της αν και τις αγαπούσε πολύ περνούσε τη μισή του μέρα στη δουλειά και την υπόλοιπη μισή στο καφενείο της γειτονιάς με αποτέλεσμα η δύστυχη μαμά της να είναι χωρίς κάποια βοήθεια ή κάποια πιο ώριμη καθοδήγηση. Όταν  αργότερα έκαναν τις δύο δίδυμες αδερφές της, έπρεπε εκείνη να τη βοηθάει σε όλα, στη φροντίδα τους και στο νοικοκυριό και στα δεκατέσσερά της χρόνια ήταν μια μικρούλα που ήξερε να κάνει τα πάντα στο σπίτι και κάποιες φορές πιο καλά κι από τη μητέρα της και αν και αγαπούσε πολύ τις δίδυμες αδερφές της, ζήλευε πολύ τη σχέση τους γιατί είχαν η μία την άλλη και ήταν σαν να μην χρειάζονταν κανέναν άλλον.
            «Καλώς την εγγονούλα μου»,  άνοιξε η μητέρα της την πόρτα και την αγκαλιά της και τις υποδέχτηκε.
«Είναι και η κόρη σου εδώ», της είπε εκείνη.
«Μια ζωή όλο παράπονα είσαι…», της είπε η μητέρα της και πήγε να τη φιλήσει αλλά εκείνη τραβήχτηκε αντανακλαστικά.
«Πού είναι ο μπαμπάς;», ρώτησε και ένιωσε ξαφνικά ένα άσχημο συναίσθημα μπαίνοντας στο πατρικό της σπίτι.
«Πού αλλού; Στο καφενείο. Του είπα ότι θα φέρεις τη μικρή και είπε ότι θα έρθει νωρίς αλλά τον ξέρεις…»
«Καλά. Θα έρθω σε τρεις ώρες να την πάρω. Μην της δώσεις γλυκά.», είπε και αγκάλιασε την κόρη της που τραβούσε τη φούστα της γιαγιάς της για να της δείξει την καινούρια της κούκλα.
«Κάτσε λίγο να σε δω», της είπε η μητέρα της κάπως δειλά.
«Είμαι πολύ κουρασμένη κι έχω δουλειές στο σπίτι, απάντησε εκείνη αν και θα ήθελε λίγο να καθίσει. Φεύγω.»
«Έστω για λίγο…», είπε η μητέρα της μέσα από τα δόντια της και ύστερα πήρε στην αγκαλιά της τη μικρή.
«Να είσαι φρόνιμη», είπε εκείνη ψευτοαυστηρά στην κόρη της κι έφυγε με βήματα βιαστικά, όπως πάντα.
            Από μικρή πήγαινε παντού τρέχοντας. Και ως ενήλικη το ίδιο. Δεν μπορούσε να κάθεται στιγμή χωρίς να κάνει κάτι. Ο άντρας της πολύ συχνά τη ρωτούσε πώς μπορούσε να τη βοηθήσει, αλλά εκείνη του έλεγε πως δεν χρειαζόταν, είχε κι εκείνος τη δική του κούραση γιατί δούλευε πολλές ώρες και ήταν και άντρας. Με βήματα βιαστικά πέρασε το δρόμο για να πάει στο σπίτι της και ξαφνικά άκουσε το όνομά της. Ήταν ο γείτονάς τους, που τώρα είχε αρχίσει να γερνάει πολύ και της φαινόταν αγνώριστος.
«Τι κάνεις; Καιρό έχω να σε δω», της χαμογέλασε και εκείνη είδε ότι είχε χάσει ένα από τα μπροστινά του δόντια.
«Γεια σας. Καλά είμαι. Εσείς;»
«Ας τα λέμε καλά…», είπε εκείνος και τα μάτια του σκοτείνιασαν.
Ήταν ένας άνθρωπος πολύ μόνος. Χώρισε με τη γυναίκα του, όταν ήταν αρκετά νέος. Δεν είχαν κάνει παιδιά. Μετά εκείνη παντρεύτηκε και πήγε να ζήσει σε άλλη πόλη.
«Η κόρη σου σου μοιάζει πολύ», της είπε και το κενό στα δόντια του ξεπρόβαλε πάλι.
Ήθελε να φύγει, αλλά τον λυπόταν. Από μικρή τον λυπόταν και χωρίς να καταλαβαίνει γιατί ένιωθε κάτι αδιόρατο να τον συνδέει μαζί της.
«Ναι, μου μοιάζει…», του απάντησε και δεν ήξερε τι άλλο να πει.
«Είναι ευλογία τα παιδιά», είπε εκείνος και τα μάτια του σαν να έφευγαν μακριά.
«Όση κι αν είναι η κούραση, είναι μεγάλη η χαρά που σου δίνουν», είπε κι ένιωσε μέσα της για τα καλά την κούραση.
«Σε θυμάμαι, όταν ήσουν μικρή πώς φρόντιζες τις αδερφές σου. Σαν μια μικρούλα μαμά. Τις τάιζες, τις χτένιζες, τις κρατούσες από τα μικρά τους χεράκια. Τα έμαθες όλα από νωρίς. Μόνο που…», σαν να δίσταζε να συνεχίσει.
«Μόνο που;», ρώτησε εκείνη και κοίταξε το ρολόι της.
«Νομίζω πως ένιωθες μοναξιά.»
«Δεν είχα χρόνο ούτε για αυτό», του χαμογέλασε αλλά ένιωσε μέσα τα κάτι σαν πόνο βαθύ.
«Οι αδερφές σου είχαν η μία την άλλη κι εσύ ήσουν μόνη σου. Σε θυμάμαι να τριγυρίζεις με τα παιδιά της γειτονιάς, όταν σε άφηνε σπάνια η μάνα σου να παίξεις, αλλά νομίζω ότι δεν ταίριαζες μαζί τους. Σαν να είχες κάποιον άλλον ανάγκη…»
«Παράξενα μιλάτε», του είπε εκείνη, αλλά τα λόγια του την είχαν αγγίξει. Ένιωθε όντως πολύ μόνη ως παιδί και ως έφηβη.
«Είναι που ο άνθρωπος όταν γερνάει τρελαίνεται λίγο γιατί αλλιώς δεν μπορεί να αντέξει το τέλος που έρχεται.»
«Έχετε δίκιο πάντως. Δεν είχα καμιά πολύ στενή φίλη. Δεν μπορώ καν να  θυμηθώ με ποιο κορίτσι καθόμουν στο θρανίο», είπε κι ένιωσε κάπως περίεργα.
«Εγώ σε καταλάβαινα πάντως γιατί κι εγώ ήμουν τόσο μόνος. Και ζήλευα πολύ τους γονείς σου που είχαν τρία κορίτσια. Ήθελα τόσο πολύ να έχω μια κόρη.»
«Σταθήκατε άτυχος κι εσείς, τι να πω», ένιωσε αμήχανα και δεν ήθελε να τον προσβάλει.
«Δεν θα συγχωρέσω ποτέ τη γυναίκα μου. Όχι επειδή με χώρισε και πήγε να ζήσει σε μια άλλη πόλη με άλλον άντρα. Αλλά επειδή δεν ήθελε να κάνουμε παιδιά. Θα ήταν τώρα αλλιώς όλα αν είχα μια κόρη.»
«Γιο δεν θα θέλατε;»
«Νομίζω πως αν είχα παιδί θα ήταν κόρη. Και θα την αγαπούσα πολύ. Και θα με αγαπούσε. Μπορεί να ήταν δύσκολο να τη μεγαλώσω και να παραπονιόμουν και να γκρίνιαζα για τη ζωή μου, να μην είχα συγχωρέσει τη γυναίκα μου και πάλι ευτυχισμένος να μην ήμουν. Αλλά δεν θα είχα αυτό το κενό μέσα μου. Αυτό το κενό μέσα μου είναι ένας μικρός θάνατος.»
«Λυπάμαι που νιώθετε έτσι», είπε εκείνη και πραγματικά δεν είχε λόγια παρηγοριάς. Ξανακοίταξε το ρολόι της.
«Να μην σε καθυστερώ άλλο… Θα έχεις τόσες δουλειές να κάνεις…»
«Συγχωρέστε με, ναι. Πρέπει να φύγω…»
«Να είσαι καλά, παιδί μου, και όταν έρχεσαι στη μητέρα σου να περνάς να μου λες ένα γεια. Για κάποιο λόγο μου δίνει μεγάλη χαρά αυτό.
«Ναι, φυσικά. Να προσέχετε τον εαυτό σας…»
            Ο ηλικιωμένος γείτονας με βήματα βαριά και δύσκολα προχώρησε προς την πόρτα του. Εκείνη κοίταξε μια τελευταία φορά τη θλιβερή φιγούρα του, τα θολά του μάτια, τη γυρτή του πλάτη, τα γερασμένα του χέρια.  Ένιωσε μια συγκίνηση παράξενη, σαν για κάποιο λόγο να τον αγαπούσε. Κι ύστερα τα λόγια του ξύπνησαν μέσα της μια θλίψη. Ναι, είχε κι εκείνη μέσα της κενό και είχε δίκιο. Ως παιδί ήταν πολύ μόνη.  

Στη θάλασσα

            Οι δύο φίλες κάθονταν σε μια μεγάλη ριγέ ψάθα κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Ήταν πρωί, πολύ πρωί και η παραλία ήταν σχεδόν άδεια. Τους άρεσε η ψύχρα του πρωινού, η κρύα και ήρεμη θάλασσα και κυρίως η αίσθηση ότι ήταν μόνες στον κόσμο και δεν είχαν ανάγκη κανέναν. Το καλοκαίρι συνεχιζόταν, η παντρεμένη φίλη είχε απαλλαγεί για λίγο από τα οικογενειακά βάρη καθώς ο άντρας της πήρε την κόρη τους και πήγε στο χωριό των γονιών του, ενώ εκείνη θα πήγαινε σε μια εβδομάδα γιατί δεν μπορούσε να πάρει πρωτύτερα άδεια από τη δουλειά της. Ήταν Κυριακή και είχαν όλη τη μέρα δική τους.
            «Κανονικά θα έπρεπε να χαλαρώσω τώρα αλλά δεν μπορώ, είπε η φίλη που ήταν μητέρα και σύζυγος. Σκέφτομαι συνεχώς τι έχω να κάνω αύριο και μεθαύριο και μετά από μια εβδομάδα και μετά τις διακοπές και του χρόνου και σε δύο χρόνια…»
«Η ζωή σου, ένα ατέλειωτο πρόγραμμα», της απάντησε η άλλη φίλη.
«Θέλω τόσο πολύ να κλείσω τα μάτια και να απολαύσω αυτήν την  ησυχία αλλά νομίζω ότι όταν πάω να το κάνω, το σώμα μου αντιδρά σαν να του έκαναν ηλεκτροσόκ.»
«Ποτέ σου δεν χαλαρώνεις. Έτσι είσαι από παιδί.», της απάντησε η άλλη και άπλωσε τα μακριά και καλλίγραμμα πόδια της.
«Είχα πάντα πολλά πράγματα να κάνω.»
«Θα αρχίσεις πάλι να λες ότι μεγάλωσες εσύ τις δίδυμες αδερφές σου και ότι η μητέρα σου ήταν πολύ μικρή και ανώριμη;»
«Ψέματα είναι;»
«Αλήθεια είναι. Θυμάμαι πως ήταν δύσκολα για σένα. Νομίζω ότι σε λυπόμουν.»
«Εσύ λυπόσουν εμένα; Εγώ λυπόμουν εσένα που έπρεπε κάθε μεσημέρι να ακούς τον πατέρα σου να γκρινιάζει, επειδή ήταν ο μοναδικός άντρας που μαγείρευε και να λέει τρεις φορές τη μέρα πόση αβάσταχτη προδοσία υπέστη στη ζωή του!»
Οι δύο φίλες γέλασαν. Αν από μικρές κάτι τους άρεσε πολύ να κάνουν όταν ήταν μαζί ήταν να κοροϊδεύουν τους πόνους τους. Για λίγο ήταν σαν να μην ήταν πόνοι.
«Εδώ που τα λέμε, με βοηθούσες κι εσύ με τις δίδυμες. Θυμάσαι που όταν μάλωναν, σε φώναζα για να τις αγριοκοιτάξεις και να σταματήσουν; Εμένα δεν με άκουγαν.»
«Νομίζω πως οι μικρές σου αδερφές φταίνε που δεν ήθελα να κάνω παιδί. Μάλλον τότε πήρα την απόφασή μου αυτή.»
«Ξέρεις τι με είχαν ρωτήσει μια φορά; Αν εσύ είσαι η δίδυμή μου.»
«Κι εσύ τι τους είπες;»
«Δεν θυμάμαι. Ότι αν η μαμά είχε κι άλλο παιδί, θα είχε αυτοκτονήσει ή κάτι τέτοιο.»
«Ευτυχώς που είχαμε η μία την άλλη τότε», είπε η μία φίλη και η άλλη χαμογέλασε και πήρε ένα βότσαλο και το πέταξε στη θάλασσα. Για λίγο δεν μίλησαν και ήταν σαν να τις τύλιξε η ησυχία. Και το κύμα ερχόταν κι έφευγε κι ερχόταν κι έφευγε κι εκείνες ήταν καθισμένες δίπλα-δίπλα και βυθιζόταν η καθεμία στις έγνοιες της.
«Μερικές φορές θέλω να εξαφανιστώ», είπε ξαφνικά η μία κι έσπασε την ησυχία. Ήταν κάτι που είχε ξαναπεί, εκείνη τη μέρα έξω από το εμπορικό κέντρο.
«Άντε πάλι! Μα τι έχεις πάθει;», τη ρώτησε η άλλη φίλη της πιο ταραγμένη αυτή τη φορά.
«Θα ήθελα να εξαφανιστώ και να είναι σαν να μην έχω υπάρξει. Να ερχόταν ένα κύμα και να με έσβηνε από τις ζωές όλων.»
«Μα πώς μπορείς και το σκέφτεσαι αυτό;»
«Δεν ξέρω. Το σκέφτομαι.»
«Ακούγεται κάπως αυτοκτονικό…»
«Δεν θέλω να πεθάνω. Δεν θέλω να προκαλέσω πόνο. Απλώς να εξαφανιζόμουν.»
«Νομίζω πως βλέπεις πολλές ταινίες.»
«Ίσως.»
«Α, τις προάλλες που πήγα τη μικρή στη μαμά μου, είδα τον πατέρα σου. Μου είπε ότι δεν πηγαίνεις συχνά να τον δεις.», είπε η φίλη και θυμήθηκε το πικραμένο χαμόγελο με το κενό ανάμεσα στα δόντια.
«Δεν περίμενα να πει κάτι άλλο. Κάθε βδομάδα πηγαίνω πάντως.»
«Το ξέρω. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο.»
«Όχι, δεν μπορώ.», είπε κι έκλεισε τα μάτια της. Το μυαλό της βυθίστηκε στο σκοτάδι και στα αυτιά της ερχόταν το κύμα σαν από κάπου αλλού και φαντάστηκε ένα τεράστιο κύμα να έρχεται ξαφνικά και να την παρασέρνει σε μια μακρινή και αχανή χώρα ανυπαρξίας. Αλλά αυτή τη φορά δεν μοιράστηκε πάλι τη σκέψη της με τη φίλη της, μόνο ξάπλωσε πίσω κι έμεινε για ώρα με κλειστά βλέφαρα.
«Σε ζηλεύω που μπορείς και χαλαρώνεις. Εγώ σκέφτομαι τι έχω να κάνω αύριο και μεθαύριο και μετά τις διακοπές και του χρόνου…»
«Πάντα έτσι ήσουν. Ποτέ σου δεν χαλάρωνες.»
«Ναι, ποτέ…», ξάπλωσε και η άλλη φίλη και έκλεισε κι εκείνη τα μάτια, οι σκέψεις όμως με ορμή άρχισαν να εξαπλώνονται στο μυαλό της.
       Όταν άνοιξαν πάλι τα μάτια τους, είδαν τον κόσμο που είχε αρχίσει να κατακλύζει την παραλία, ζευγάρια, παρέες εφήβων, οικογένειες και μοναχικές κυρίες με βιβλία στο χέρι. Η ησυχία είχε χαθεί, ο ήλιος τώρα έκαιγε ενοχλητικά και η σκιά του δέντρου τους είχε φύγει πιο πέρα.

Κι αν εξαφανιζόταν;  Μέρος δεύτερο

            Ο Ιούλιος τελείωνε, ο Αύγουστος πλησίαζε, το καλοκαίρι ήταν στη μέση του κι εκείνη δεν το είχε καταλάβει. Όλοι οι άνθρωποι σήμερα είναι πιεσμένοι, σκεφτόταν για να παρηγορήσει τον εαυτό της. Είναι αυτή η εποχή, που πέφτει πάνω σου τόσο ορμητικά, τόσο γρήγορα, νέες εξελίξεις, οικονομική κατάρρευση από το πουθενά, διαδικτυακά φωτογραφικά άλμπουμ με χαμόγελα παλιών συμμαθητών, νυφικά και μαγιό, απεργίες, πόλωση, και όλα αυτά ήταν τα έξω από εκείνη. Γύρω της ήταν ο άντρας της και η μικρή της κόρη η φροντίδα τους και λίγο παραπέρα η δύσκολη σχέση με τη μητέρα  της, ο αποκλεισμός της από τις δίδυμες αδερφές της που πάντα τη θεωρούσαν υπερβολικά αγχωτική και μια μισητή καθημερινότητα στο γραφείο. Ναι, δεν συνέβαινε τίποτε το φοβερά άσχημο στη ζωή της, όμως, εκείνη δεν ήταν καλά.
            Είχε έναν πολύ καλό σύζυγο. Την αγαπούσε κι εκείνη και τη μικρή τους κόρη, θα έκανε τα πάντα για την οικογένειά τους και συνεχώς τη ρωτούσε πώς θα μπορούσε να την αποφορτίσει, πώς θα μπορούσε να την κάνει να νιώσει λίγο καλύτερα. Εκείνη δεν είχε απάντηση. Δεν είχε άλλο τρόπο να υπάρχει, παρά μόνο μέσα από ένα διαρκές πρόγραμμα, ένα άγχος για την αυριανή μέρα και τη μεθαυριανή, το τώρα εξαφανιζόταν στη σκιά του μέλλοντος που ερχόταν και οι μικρές χαρές περνούσαν και δεν άγγιζαν την ψυχή της. Τι σου λείπει; Τι μπορώ να κάνω;, ρωτούσε ο άντρας της, αλλά εκείνη δεν ήξερε πώς να τον αφήσει να την πλησιάσει, δεν είχε μάθει να ανοίγεται, να αφήνει κάποιον να της κρατάει το χέρι, να εξομολογείται, να δένεται. Ως παιδί είχε αναγκαστεί να φερθεί σαν ενήλικη και ως ενήλικη ένιωθε σαν βρέφος, που το εγκατέλειψαν και δεν έχει τρόπο να επικοινωνήσει. Κάποιες φορές κουράζομαι να προσπαθώ, της είχε πει μια μέρα και τότε είδε καθαρά την απόγνωση στα μάτια του. Και ήταν σίγουρη πως στα δικά της μάτια καθρεφτίστηκε η δική της απόγνωση.
            Τώρα βρισκόταν στην παιδική χαρά της γειτονιάς τους. Η κόρη της έπαιζε με άλλα παιδιά, την αγαπούσε τόσο πολύ, όταν την έβλεπε να τρέχει και να γελά μαζί με άλλα κοριτσάκια, την αγαπούσε τόσο που ήθελε να κλάψει, όμως ήταν σαν να έκλαιγε μέσα της ασταμάτητα και το κορίτσι, που κάποτε μεγάλωσε μόνο του. Η μέρα πλησίαζε στο τέλος της, ο ουρανός είχε αρχίσει να παίρνει όμορφα χρώματα και η λύπη της δεν έφευγε, ήθελε τόσο να τη διώξει και δεν έφευγε.
            «Με συγχωρείτε, μπορώ να καθίσω;», μια ανδρική φωνή την επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν ένας άντρας στην ηλικία της ή λίγο μεγαλύτερός της και κρατούσε από το χέρι ένα όμορφο κοριτσάκι.
«Ναι, φυσικά.», είπε εκείνη κι έκανε πιο πέρα.
«Όλα τα παγκάκια είναι γεμάτα. Έχει πολύ κόσμο σήμερα.», είπε ο άντρας και χαμογέλασε δειλά. Ήταν μάλλον γοητευτικός και κάτι της θύμιζε.
Εκείνη την ώρα ήρθε η κόρη της και της ζήτησε λίγο νερό. Της έδωσε το παγουράκι της, η μικρή ήπιε με λαχτάρα και ύστερα άρχισε να περιεργάζεται το άλλο κοριτσάκι.
«Πάρε το κοριτσάκι να παίξετε.», την παρότρυνε εκείνη γιατί σκέφτηκε πόσο άσχημα θα ένιωθε το κοριτσάκι μόνο ανάμεσα σε τόσα παιδάκια.
Πώς σε λένε, τα κοριτσάκια άρχισαν να κάνουν ερωτήσεις το ένα στο άλλο κι ύστερα η κόρη της χάιδεψε το μπράτσο του άλλου κοριτσιού, την πήρε από το χέρι και πήγαν πιο πέρα.
«Όμορφη είναι η κόρη σας», είπε στον άντρα και προσπάθησε να θυμηθεί από πού τον γνώριζε.
«Δεν είναι κόρη μου. Είναι ανιψιά μου.  Κόρη του αδερφού μου.»
«Α…»
«Περνάει δύσκολα η μικρούλα μας. Η μητέρα της έφυγε από το σπίτι. Προσπαθώ κι εγώ να βοηθάω όσο μπορώ. Της έχω αδυναμία.»
«Τι κρίμα για το κοριτσάκι. Θα είναι δύσκολα, είπε εκείνη. Εσείς δεν έχετε παιδιά;»
«Ας μιλάμε στον ενικό. Με λένε Άρη, της χαμογέλασε φιλικά εκείνος. Και όχι δεν έχω παιδιά. Δεν έχω παντρευτεί.»
Είπε κι εκείνη το όνομά της και προσπάθησε να σκεφτεί αν ποτέ είχε γνωρίσει κάποιον Άρη, αλλά όχι. Ντρεπόταν να τον ρωτήσει αν τον ήξερε από κάπου, εκείνος δεν έδειχνε να σκέφτεται το ίδιο. Φαίνεται πως είχε μεγάλη ανάγκη να μιλήσει και συνέχισε να της μιλά για τη ζωή του.
«Θα ήθελα να έχω παντρευτεί. Θα ήθελα να έχω ζήσει μια έντονη αγάπη. Μέχρι τώρα οι σχέσεις μου ήταν, πώς να το πω, επιφανειακές. Σαν να μην μπόρεσα να αγαπήσω καμιά γυναίκα και καμιά γυναίκα να μην μπόρεσε να με αγαπήσει. Ακόμη και τον αδερφό μου, που τώρα χωρίζει υπό μια έννοια τον ζηλεύω. Γιατί κάποτε με την πρώην γυναίκα του αγαπήθηκαν πολύ. Μα τι σου λέω, θα με περάσεις για παράξενο…»
«Καμιά φορά είναι πιο εύκολο να μιλήσουμε σε ανθρώπους που δεν ξέρουν τίποτα για εμάς.», του είπε και ένιωσε μια παράξενη οικειότητα δίπλα του.
«Νομίζω πως ναι.»
«Οι άνθρωποι σήμερα έχουν τεράστια ανάγκη να επικοινωνήσουν, αλλά νομίζω πως δεν ξέρουν πώς.»
«Πρέπει από μικρός να έχεις μάθει να ανοίγεσαι. Ευτυχώς εγώ από παιδί είχα καλούς φίλους.»
Ήθελε να του πει πως εκείνη δεν είχε καμία φίλη, όταν ήταν μικρή και πως δεν θυμόταν καν με ποιο κορίτσι καθόταν στο θρανίο. Και ύστερα να κλάψει. Αλλά δεν είπε τίποτα και ούτε και έκλαψε.
«Μην απελπίζεσαι πάντως, δεν είσαι τόσο μεγάλος. Μπορεί να βρεις τη γυναίκα που θα αγαπήσεις.»
«Δεν απελπίζομαι απλώς έχω μια περίεργη βεβαιότητα ότι αυτή η γυναίκα δεν υπάρχει.»
«Πολύ απαισιόδοξο μου ακούγεται αυτό», του χαμογέλασε.
«Είναι περίεργο αυτό που νιώθω. Δεν μπορώ να σου το εξηγήσω. Συχνά στα όνειρά μου βλέπω πως ήμουν παντρεμένος. Βλέπω ένα όμορφα επιπλωμένο διαμέρισμα, μια βεράντα με γλάστρες, σκηνές από διακοπές σε μέρη που δεν έχω πάει ποτέ και διάφορα άλλα. Όταν ξυπνάω, στενοχωριέμαι γιατί είναι τόσο τρυφερά αυτά τα όνειρα αν και ποτέ δεν έχω δει το πρόσωπο αυτής της γυναίκας.»
«Από τα λίγα που έχω διαβάσει για τα όνειρα μάλλον είναι μεγάλη σου η επιθυμία για μια τέτοια σχέση, για έναν γάμο.»
«Μπορεί. Όλα κάπως λογικά εξηγούνται σε αυτή τη ζωή.»
«Πρέπει να φύγω», είπε όταν ξαφνικά βλέποντας το ρολόι της κατάλαβε πόση ώρα είχε περάσει. Φώναξε την κόρη της.
            Τα δύο κοριτσάκια ήρθαν πιασμένα χέρι-χέρι.
«Μαμά, γίναμε φίλες.», της είπε η μικρή χαμογελώντας περήφανα.
«Θείε, θα με ξαναφέρεις σε αυτήν την παιδική χαρά;», είπε αμέσως και η άλλη μικρούλα και το βλέμμα της είχε κάτι  το θλιμμένο.
 «Ναι, φυσικά. Αφού απέκτησες καινούρια φίλη, θα σε ξαναφέρω οπωσδήποτε.»
«Ευχαριστώωω!», τσίριξε το κοριτσάκι και τον αγκάλιασε.
«Χαιρέτισε τη φίλη σου, είπε εκείνη στην κόρη της. Πρέπει να φύγουμε.»
Τα δύο κοριτσάκια αγκαλιάστηκαν σαν να γνωρίζονταν από παλιά.
«Άρη, γεια σου.», είπε εκείνη.
            Και ένιωσε παράξενα. Σαν να είχε πει αυτή τη φράση εκατοντάδες φορές σε μια άλλη ζωή.


Ένα όμορφο μισοφέγγαρο
            
             Ήταν το τελευταίο βράδυ που θα περνούσαν μαζί οι δύο φίλες πριν φύγει η μία για το χωριό του άντρα της. Βρίσκονταν σε έναν καταπράσινο λόφο, καθισμένες πάλι στη ριγέ ψάθα, μόνο που αυτή τη φορά ήταν βράδυ και περίμεναν να ξεκινήσει η συναυλία μιας βιολίστριας, που αγαπούσαν πολύ και οι δύο.
         Το βράδυ ήταν δροσερό, το αεράκι ανακούφιζε από τον καύσωνα των τελευταίων ημερών και από κάτω απλωνόταν η μεγάλη πόλη, το χάος της, τα φώτα και ο θόρυβος της, αλλά εκείνες ένιωθαν ότι ήταν μακριά από όλα. Είχαν πάει από νωρίς και είχαν απολαύσει το ηλιοβασίλεμα, τώρα κόσμος είχε αρχίσει να έρχεται ασφυκτικά γύρω τους, αλλά στις συναυλίες είναι όμορφα να έχει κόσμο γύρω σου και άλλωστε δεν απαιτούσαν η βιολίστρια να έπαιζε αποκλειστικά για εκείνες.
           Σχολίαζαν έναν άνδρα στη διπλανή παρέα, που είχε βγάλει τα παπούτσια του και είχε ξαπλώσει με θράσος σχεδόν ακουμπώντας τις με το πόδι του, όταν ξαφνικά χτύπησε το κινητό τηλέφωνο της μίας, εκείνης που δούλευε στην εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Ήταν από τη δουλειά,  η προϊστάμενή της ήταν ακόμη εκεί και είχε ανακαλύψει ένα σοβαρό λάθος από κάποιον συνάδελφό της, όχι ικανό να καταστρέψει την εταιρεία, αλλά αρκετό για να θεωρήσει ότι μπορούσε να την ενοχλήσει τέτοια ώρα. Το τηλεφώνημα διήρκεσε αρκετά λεπτά και η φίλη της χάζευε τον ουρανό και το μισοφέγγαρο που είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει πίσω από τα δέντρα. Όταν τελικά το τηλέφωνο έκλεισε, η μία φίλη ήταν πολύ ταραγμένη, θυμωμένη και ανήσυχη.
«Δεν τους αντέχω άλλο! Θέλω να εξαφανιστώ και να μην με βρίσκουν πουθενά!», φώναξε.
 «Όταν πας διακοπές, πέταξε το τηλέφωνο στη θάλασσα», της είπε η φίλη της γελώντας.
«Δεν είναι αστείο. Η δική μας εταιρεία δεν κλείνει, όπως η δική σας, που είναι ουσιαστικά μαγαζάκι. Θα με ενοχλούν όλη την ώρα, το ξέρω.»
«Τουλάχιστον θα έχεις λίγο χρόνο να ξαπλώσεις το όμορφο κορμί σου χωρίς να πρέπει να κυνηγάς διαρκώς ένα νήπιο για να του βάλεις αντηλιακό και να του φορέσεις καπέλο.»
«Αυτό είναι βέβαιο!»
«Αν και έχω πάρει αποφάσεις μεγάλες», συνέχισε η φίλη, που ήταν μητέρα.
«Τι εννοείς;», ρώτησε η άλλη χτυπώντας ένα κουνούπι πάνω στο μπράτσο της και στραβοκοιτάζοντας το άσχημο ανδρικό πόδι, που πλησίαζε επικίνδυνα το πρόσωπό της.
«Θα αναλάβει και ο πατέρας της να κάνει κάποια πράγματα.»
«Επιτέλους κατάλαβες ότι δεν μπορείς να τα κάνεις όλα μόνη σου;»
«Το συζητήσαμε πριν φύγουν για το χωριό. Είπε ότι δεν αντέχει να με βλέπει άλλο έτσι. Ότι του προκαλώ έντονο στρες και κατάθλιψη και ότι προτιμά να κάνει τις μισές δουλειές στο σπίτι και να ασχολείται με τη μικρή περισσότερο παρά τα βράδια να με ακούει να ξεφυσώ και να πετάγομαι με κραυγές από άσχημα όνειρα.»
«Έτσι εξηγείται το ότι έφυγαν πατέρας και κόρη και σε άφησαν λίγο μόνη σου. Με είχε παραξενέψει αυτό, θα το ομολογήσω.»
«Νομίζω πως ήρθε η ώρα να χαλαρώσω λίγο.»
«Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν.»
«Σε μισώ, όταν το λες αυτό.»
«Ας πούμε ότι μπορεί να προσαρμοστείς στις συνθήκες καλύτερα. Στο κεφάλι σου, όμως, πάντα θα κουρδίζεται ένα ρολόι έτοιμο να εκραγεί.»
«Θα αλλάξω και θα το δεις.»
«Και ο Άρης πίστευε ότι οι άνθρωποι αλλάζουν και είδες πού καταλήξαμε.»
«Ο Άρης πίστευε ότι εσύ μπορούσες να αλλάξεις, αλλά πείσμα σαν το δικό σου δεν το΄χει άλλος.»
«Μου λείπει καμιά φορά, ξέρεις. Παρά τα τόσα χρόνια που πέρασαν.»
«Το ξέρω.»
«Δεν σκέφτομαι όμως πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς γιατί τα πράγματα ποτέ δεν μπορούν να είναι αλλιώς, αλλά είναι πάντα έτσι όπως είναι.»
«Καλά κάνεις. Δεν έχει νόημα να μετανιώνεις για τις αποφάσεις σου γιατί έχουν από καιρό παρθεί.»
«Πιστεύεις ότι έχει προχωρήσει;»
«Δεν ξέρω», απάντησε η φίλη της, αλλά είπε ψέματα.
«Κάτι μου κρύβεις», το κατάλαβε αμέσως η άλλη.
«Δεν ήθελα να σου το πω αλλά τι να κάνω που με ξέρεις τόσο; Τον είδα τις προάλλες σε μια παιδική χαρά. Ήταν με την ανιψιά του. Ο αδερφός του χωρίζει κι αυτός.»
«Σοβαρά;», εκεί η φωνή της μιας φίλης ράγισε.
«Ναι, ήταν στενοχωρημένος.»
«Το αγαπάει πολύ αυτό το κοριτσάκι. Σαν δικό του.»
«Ναι, είναι πολύ χαριτωμένο. Αλλά έπαιξαν με τη δική μου και μάλωσαν. Μετά τις βάλαμε να συμφιλιωθούν, αλλά νομίζω ότι δεν είχαν καλή χημεία.»
«Καλύτερα. Δεν θα ήθελα η βαφτισιμιά μου να γίνει κολλητή με την ανιψιά του Άρη. Δεν θέλω να τον ξαναδώ, ούτε τυχαία.»
«Εκείνος με ρώτησε για σένα. Προσπάθησε να μην δείξει ενδιαφέρον, αλλά τον ξέρω κι εγώ τόσο καλά. Ακόμη σε αγαπάει, νομίζω.»
«Κι εγώ τον αγαπάω, αλλά αν κάτι τελείωσε, τελείωσε.»
«Μου λείπουν τα βράδια που περνούσαμε μαζί στη βεράντα σας. Πόσο μου άρεσε αυτή η βεράντα. Θυμάμαι πόσο φρόντιζε τις γλάστρες σας!»
«Είναι άνθρωπος που θέλει να έχει κάποιον ή κάτι να φροντίζει.»
       Οι δύο φίλες αναστέναξαν μαζί. Ο κόσμος άρχισε να χειροκροτά. Έβγαινε στη σκηνή το ακορντεόν και το κόντρα μπάσο.
«Ξεκινάει», είπε η μία.
«Θέλω να εξαφανιστώ», είπε και η άλλη και έκλεισε τα μάτια.
«Έχεις αρχίσει να με εκνευρίζεις με αυτό! Αφού δεν πρόκειται να γίνει!
Σταμάτα και απόλαυσε τη συναυλία.»
«Να ξημέρωνε ένα πρωί και να ήταν σαν να μην είχα υπάρξει ποτέ.»
«Ξέρεις ότι αυτό δεν γίνεται.»
«Το ξέρω.»
«Δεν γίνεται να μην σε νοιάζουν τα όσα έχεις κάνει στη ζωή σου. Να θέλεις έτσι να τα αφήσεις όλα και να χαθείς.»
«Γίνεται γιατί δεν έκανα τίποτα στη ζωή μου. Τι είμαι τώρα; Διαζευγμένη, χωρίς παιδιά, με μια δουλειά που με τρελαίνει.»
«Αν τελείωνε η ζωή μας κάθε φορά που νομίζουμε ότι είμαστε σε γκρεμό, θα τελείωνε πολύ νωρίς.»
«Μα πώς τα σκέφτεσαι αυτά και τα λες;», είπε η μία φίλη και ξαναστράφηκε άγρια στο αντρικό πόδι δίπλα της.
«Θα τον βρίσω», είπε η άλλη.
            Ύστερα γέλασαν για ώρα, όπως είχαν γελάσει τόσες και τόσες φορές στη ζωή τους. Και ύστερα βγήκε η βιολίστρια και όλοι χειροκρότησαν και η μουσική άρχισε να απλώνεται γύρω τους, να ταξιδεύει στις ψυχές όσων ήταν εκεί και να γεννά σκέψεις και συναισθήματα και μια ηρεμία γλυκιά. Το αεράκι στο πρόσωπό τους ήταν σαν καλοκαιρινό χάδι, τα μαλλιά τους ανέμιζαν και τα σώματά τους χόρευαν ρυθμικά αν και καθισμένα. Κοιτούσαν η μία την άλλη με νόημα, όταν ένα αγαπημένο τους τραγούδι ξεκινούσε και κάποιες φορές τα βλέμματά τους μελαγχολούσαν, στο άκουσμα κάποιων μινόρε που κάποια θλίψη τους θύμιζαν.
            Κι ύστερα η μία κοίταξε την άλλη, εκείνη που ήθελε να εξαφανιστεί, που δεν άντεχε τη ζωή της, που πίστευε πως βρισκόταν σε τέλμα και πως τίποτα δεν είχε κάνει ως τώρα που να αξίζει να συνεχιστεί. Την κοίταξε με εμπιστοσύνη, γιατί είχε αποκτήσει πια εμπιστοσύνη στη ζωή και ευχήθηκε να τα καταφέρει. Και μέσα της χάρηκε που τέτοιες ευχές απελπισίας δεν γίνονται ποτέ πραγματικότητα, και που δεν θα μπορούσε ποτέ να εξαφανιστεί η φίλη της και να είναι σαν να μην είχε υπάρξει.
        Αυτά σκέφτηκε και γύρισε το βλέμμα ψηλά και κοίταξε το όμορφο μισοφέγγαρο και τα λιγοστά θαμπά αστέρια γύρω του, πάνω από τα δέντρα, πάνω από την πόλη, πάνω από αυτόν τον ήχο του βιολιού που ταξίδευε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου