Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Το κελάηδισμα


Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα ακουγόταν μόνο κελάηδισμα πουλιών. 
  
                              i

      Εκείνος ξαπλωμένος στον καναπέ ένα ανοιξιάτικο κυριακάτικο απόγευμα προσπαθούσε να διαβάσει ένα μυθιστόρημα. Το βλέμμα του, όμως, είχε μείνει καρφωμένο σε μια παράγραφο, σε μια σελίδα κάπου στη μέση του βιβλίου, για ώρα. Απίστευτα εκνευρισμένος πάλευε να ξεπεράσει εκείνη τη λέξη, εκείνη τη γραμμή, όμως του ήταν τόσο αδύνατο να συγκεντρωθεί. Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Τους τελευταίους μήνες είχε αφήσει στη μέση πάρα πολλά βιβλία και αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο στα τόσα χρόνια της ζωής που αγαπούσε τη λογοτεχνία.
        Η βιβλιοθήκη, που ορθωνόταν επιβλητική απέναντι από τον καναπέ του, ήταν γεμάτη βιβλία. Βιβλία μεγάλα, μικρά, κάθε πάχους και χρώματος. Ναι, το διάβασμα ήταν η αγαπημένη του ενασχόληση από όσο θυμόταν τον εαυτό του. Πρώτα παραμύθια, μετά μυθολογία, ύστερα παιδική πεζογραφία, στην εφηβεία ποίηση και ύστερα μυθιστορήματα, μόνο μυθιστορήματα κάθε είδους. Κάθε βιβλίο, κάθε ιστορία ήταν για εκείνον ταξίδι σε ανθρώπινες ιστορίες, γνώση και δύναμη. Μπορούσε να γνωρίσει ανθρώπους και συνήθειες από μέρη μακρινά και να λυπηθεί ή να γελάσει με ξένα παθήματα. Μπορούσε να νιώσει αγωνία ή συγκίνηση, φόβο και κάθαρση, μένοντας για ώρες ακίνητος σε μια πολυθρόνα, στο κρεβάτι του ή στην παραλία. Και ήταν αναγνώστης ψυχαναγκαστικός. Κάθε ιστορία που ξεκινούσε, έπρεπε κάπως να τελειώσει μέσα του, ακόμη κι αν ήταν λίγο βαρετή ή αδιάφορη ή τον εκνεύριζε, ακόμη κι αν πριν την τελειώσει λαχταρούσε να βυθιστεί σε ένα καινούριο μυθιστόρημα που τον περίμενε στο κομοδίνο του.
     Τον τελευταίο καιρό, όμως, ξεκινούσε να διαβάζει μυθιστορήματα και τα άφηνε στη μέση. Την πρώτη φορά ένιωσε κάτι σαν περίεργη απελευθέρωση. Και που δεν το τελείωσα, δεν έγινε τίποτα, είχε σκεφτεί. Όμως, συνέβη αυτό με δεύτερο μυθιστόρημα, κι ύστερα με τρίτο, με τέταρτο και τώρα πια ήταν σαν ψυχαναγκαστικά να τα παρατούσε. Όταν πια το κομοδίνο του γέμισε, άρχισε να τα τοποθετεί στα ράφια της μεγάλης βιβλιοθήκης του με ένα σελιδοδείκτη μέσα ή τσακίζοντας μια σελίδα και ύστερα ξεκινούσε άλλα που είχαν την ίδια μοίρα και πολλές φορές σε στιγμές άσχετες αναρωτιόταν τι να απέγινε εκείνος ο ήρωάς τους και ποιο να ήταν το τέλος. Όμως, του ήταν αδύνατο να τα πιάσει πάλι στα χέρια του.
        Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς ξεκίνησε όλο αυτό, ούτε να καταλάβει γιατί. Δεν του άρεσε όμως που άλλαξε η ρουτίνα μιας ζωής και εκνευριζόταν. Συνηθίζουμε τους εαυτούς μας κάπως και όταν κάτι μέσα μας αλλάζει, το νιώθουμε  ξένο, στενάχωρο και τρομακτικό. Ποτέ δεν του άρεσε να ψάχνει ιδιαίτερα τα όσα υπήρχαν μέσα του. Αυτό το κάνουν οι γυναίκες, έλεγε, εκείνες μπορούν για ώρες να σου λένε τι νιώθουν και τι σκέφτονται και πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι ο χαρακτήρας τους. Τα πράγματα για τους άντρες είναι απλά. Δεν σκέφτονται ιδιαίτερα τίποτα, πράττουν, όπως τους υπαγορεύει η συνήθεια  και αφήνονται στη ζωή τους σαν να αφήνονταν στα νερά ενός ποταμού, που ξέρουν πάντα πού να κυλήσουν. Πολλές φορές είχε αναπτύξει αυτές τις θεωρίες του σε μια καλή του φίλη, τη μοναδική σταθερή γυναικεία παρουσία στη ζωή του, της μητέρας του εξαιρουμένης. Μακάρι να κυλούσαν οι ζωές ήρεμα όπως κυλάνε τα ποτάμια, του είχε πει την τελευταία φορά που είχαν έρθει στο σπίτι του η φίλη του και ο άντρας της. Το ξέρεις πώς δεν είναι έτσι. Και αν απλώς αφήνεσαι να κυλάς, δεν ξέρεις και πού μπορεί ξαφνικά να βρεθείς. Να για παράδειγμα, αυτό που συμβαίνει με την μητέρα σου…
            Την είχε διακόψει απότομα και είχε πει στον άντρα της κάτι για το ποδόσφαιρο. Εκείνη σαν να δάγκωσε τα χείλη της, μπορεί όμως και να ήταν ιδέα του. Μα τι ήθελε και ανακατευόταν σε όλα; Γιατί του θύμιζε αυτά που δεν ήθελε να σκέφτεται; Αν είναι όλες οι γυναίκες σαν εσένα, μάλλον κάνω πολύ καλά που δεν θέλω να παντρευτώ, της έλεγε συνήθως σε τέτοιες στιγμές κι εκείνη γελούσε. Όμως, εκείνη τη στιγμή είχε  πραγματικά θυμώσει. Δεν ήθελε να συζητάει την κατάσταση της μητέρας του, δεν ήθελε να τη σκέφτεται. Ήθελε να μην υπάρχει κι όταν κατάφερνε να ξεχνιέται, ένιωθε σαν τίποτα να μην συνέβαινε. Όταν ζεις μόνος, είναι εύκολο να πλάθεις την καθημερινότητά σου όπως τη θες και πολλές παρεμβάσεις δεν δέχεσαι. Και τη φίλη του την αγαπούσε αλλά σκέφτηκε πως θα απέφευγε για λίγο καιρό να τη βλέπει αν ήταν κάθε φορά να του θυμίζει πως η μητέρα του ήταν σοβαρά άρρωστη.
      Ναι, η μητέρα του ήταν σοβαρά άρρωστη και οι γιατροί είπαν πως αν δεν έκανε εγχείρηση το πιο πιθανό ήταν πως σε λίγους μήνες θα πέθαινε. Εκείνη στην αρχή απελπίστηκε, σύντομα, όμως άρχισε να λέει, επηρεασμένη από κάποιες φίλες της, πως η δυτική ιατρική δεν αξίζει τίποτα και πως θα γιατρευόταν με εναλλακτικές θεραπείες, διαλογισμό και βότανα. Δεν ξαναπάτησε το πόδι της σε γιατρό και περνούσε ώρες στο διαδίκτυο ψάχνοντας τρόπους να θεραπευτεί χωρίς χειρουργική επέμβαση, αλλά με τη δύναμη του μυαλού, της ψυχής και της φύσης. Ο πατέρας του θύμωσε πολύ μαζί της στην αρχή, την παρακάλεσε να κάνει την εγχείρηση, την απείλησε ότι θα έφευγε από το σπίτι, ένα βράδυ δεν γύρισε και κανείς δεν ξέρει πού κοιμήθηκε. Όταν κουράστηκε να της βάζει τις φωνές, έκλαψε λέγοντάς της πώς δεν θα άντεχε να τη χάσει, ύστερα απελπίστηκε και αποσύρθηκε για μέρες στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση. Όπως όμως πάντα συνέβαινε στον γάμο τους, η γυναίκα του τον έφερε σιγά σιγά στα νερά της, τον έπεισε τελικά κι αυτόν πώς με τη δύναμη του μυαλού καταφέρνεις να θεραπεύσεις τα πάντα και πως η ηθική του συμπαράστασή ήταν υψίστης σημασίας στη μάχη που έδινε. Έτσι άρχισε να την ακολουθεί στις εναλλακτικές θεραπείες και να διαβάζει κι εκείνος άρθρα που κατακεραύνωναν την ιατρική που μέχρι τότε γνώριζε και που μιλούσαν για μονοπάτια άλλα.
        Κι εκείνος; Τι έκανε μέσα σε αυτόν τον κατά τη γνώμη του παραλογισμό, τον τρόμο της απώλειας, τον θυμό του; Αφότου εξάντλησε όσα λόγια λογικά και παρακάλια είχε κι  αφού χλεύασε με πολύ άσχημο τρόπο τις πρακτικές, στις οποίες πίστευαν τόσο οι γονείς του, αφέθηκε κι αυτός να βυθιστεί στην τάση που πάντα είχε η οικογένειά του προς την άρνηση και προσπαθούσε απλώς να μην σκέφτεται το κακό, λες κι έτσι το κακό ως δια μαγείας θα εξαφανιζόταν. Η δουλειά του, οι παρέες του, τα χόμπι του και μια κοπέλα με την οποία έβγαινε για λίγο καιρό τον βοηθούσαν να αποσπάται και σιγά σιγά συνήθισε κι αυτό το πλάκωμα στο στήθος και δεν του έδινε σημασία.  Η ζωή του δεν άλλαξε σε τίποτα. Μόνο τα μυθιστορήματά που διάβαζε δεν μπορούσε να τελειώσει.
             
                                                                 ii

        Συνειδητοποιώντας ότι ούτε αυτό το μυθιστόρημα θα ολοκλήρωνε ποτέ, το έκλεισε με δύναμη και το πέταξε κάτω. Το τραγούδι των πουλιών που ερχόταν από έξω ήταν όμορφο και για λίγο έκλεισε τα μάτια. Φαντάστηκε πως βρισκόταν σε ένα δάσος μαγικό, σαν αυτά που μικρός έβρισκε στις παιδικές ιστορίες. Για λίγα δευτερόλεπτα σαν να κοιμήθηκε έναν ύπνο γλυκό, ανακουφιστικό, που μέσα του είχε μόνο κελάηδισμα, όμως μετά στο μυαλό του άρχισαν να περνούν σκέψεις ασύνδετες και φευγαλέες. Αν θα κανόνιζε κάτι με την κοπέλα του για εκείνο το βράδυ, η δουλειά που τον περίμενε αύριο, πώς θα απέφευγε τη φίλη του αν του ζητούσε να βρεθούν μέσα στη βδομάδα, ύστερα πάλι κελάηδισμα όμορφο και χαλαρωτικό και βύθισμα στη γαλήνη κι ύστερα η πιθανή εικόνα της μητέρας του ανήμπορης κι ετοιμοθάνατης, και του πατέρα του μόνου και καταρρακωμένου και του πατρικού του σπιτιού αλλιώτικου, σαν άδειου, έτσι όπως ήταν πολύ πιθανό να το δει σε λίγο καιρό. Τα βλέφαρά του σφίχτηκαν, το κελάηδισμα απομακρύνθηκε από τα αυτιά του και τώρα ένιωθε μόνο μια μαύρη καταδίκη πάνω από το κεφάλι του και άνοιξε τα μάτια ταραγμένος.
        Πετάχτηκε από τον καναπέ. Για ένα δευτερόλεπτο σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη φίλη του ή να τρέξει στο σπίτι της, που ήταν δυο στενά παραπάνω, έτσι όπως ήταν εκείνη τη στιγμή, ξυπόλητος, με την αγαπημένη του παλιά ξεθωριασμένη φόρμα. Να της χτυπήσει την πόρτα με τα χέρια του, μέχρι να του ανοίξει κι ύστερα να την κοιτάξει στα μάτια και να της πει «φοβάμαι» κι εκείνη σίγουρα θα είχε να του πει κάτι, γιατί εκείνη όλους τους φόβους της τους παραδεχόταν. Όμως γρήγορα έδιωξε αυτή τη σκέψη από το μυαλό του. Αποφάσισε να πάει στον κινηματογράφο με την κοπέλα του, που τόσο λίγο καιρό γνώριζε, και της τηλεφώνησε για να τη ρωτήσει ποια ταινία προτιμούσε.
          Καθώς εκείνη στην άλλη γραμμή χαρούμενη του έλεγε πού να συναντηθούν, το βλέμμα του έπεσε στο πεσμένο βιβλίο, το παρατημένο, το ανοιγμένο στη μέση. Κι ύστερα κοίταξε τη βιβλιοθήκη και τα μυθιστορήματα που δεν κατάφερε να διαβάσει τους τελευταίους μήνες, από τότε που έγινε η διάγνωση της ασθένειας της μητέρας του. Δεν ήθελε να τα διαβάσει ολόκληρα, γιατί δεν ήθελε να φτάσει στο τέλος, ήθελε να μην υπάρχει πουθενά τέλος, επίλογος, τίποτα να μην λήγει ποτέ, όλα να μείνουν μετέωρα, στη μέση, χωρίς καμία απολύτως εξέλιξη και το ποτάμι της ζωής του να σταματήσει να κυλάει.
        Η κοπέλα, την οποία τόσο λίγο καιρό γνώριζε, του μιλούσε στην άλλη γραμμή για μια ταινία αλλά πια δεν την άκουγε. Η βιβλιοθήκη του που τόσο αγαπούσε, ήταν σαν έτοιμη να τον καταπιεί. Το διαμέρισμά του ήταν βυθισμένο σε μια σιωπή βαριά. Σε διάφορα μυθιστορήματα και ποίηματα είχε κατά καιρούς διαβάσει για βαριές σιωπές αλλά ποτέ δεν είχε σε τέτοια βρεθεί. 
      
Και τα πουλιά έξω συνέχιζαν να κελαηδούν σαν τίποτα από όλα αυτά να μην είχε σημασία.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου