Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Κλαδί Αμυγδαλιάς


          Στεκόταν απέναντι από ένα άδειο τελάρο και ένιωθε το μυαλό του χαμένο και άδειο. Ακουγόταν μόνο μουσική από το μικρό ραδιόφωνο στο τραπέζι του εργαστηρίου του. «Η έμπνευση είναι κάτι έξω από εσένα», του έλεγε συχνά ο δάσκαλός του. «Δεν μπορείς να τη φέρεις όσο κι αν προσπαθείς με το μυαλό. Όταν η καρδιά σου είναι γεμάτη και έτοιμη, οι πίνακές σου θα γεμίσουν χρώματα χωρίς να το καταλάβεις.» Είχε τόσο δίκιο. Αλλά εκείνος ήθελε εκείνη τη βραδιά πάση θυσία να ζωγραφίσει.
           Καμιά εικόνα δεν του ερχόταν στο μυαλό, καμιά ανάμνηση. Μέσα του ένιωθε συναισθήματα παγωμένα που αρνιούνταν να πάρουν μορφή, αρνιούνταν να γίνουν εικόνες και χρώματα. Εκνευρισμένος πέταξε κάτω το πινέλο και κάθισε στη σπαστή καρέκλα δίπλα στο τραπέζι. Άναψε ένα τσιγάρο και αφέθηκε στην όμορφη μελωδία  του ραδιοφώνου που δυστυχώς τελείωσε γρήγορα. Ένιωθε μόνος και ήταν σαν να μην είχε φωνή να μιλήσει.
                Ήταν νέος και δεν ένιωθε νέος. Του έλεγαν πως είχε ταλέντο αλλά εκείνος ποτέ δεν έμενε από τον εαυτό του ευχαριστημένος. Οι πίνακές του ήταν για εκείνον εικόνες θλίψης πίσω από τους οποίους μπορούσε να κρυφτεί. Η ζωγραφική ήταν η φωνή του και ήταν ένας άνθρωπος που πολύ λίγο μιλούσε στην καθημερινότητά του. Κάποιοι τον χαρακτήριζαν ιδιόρρυθμο, άλλοι ενδιαφέροντα καλλιτέχνη. Εκείνος προτιμούσε να μην αυτοχαρακτηρίζεται. Δεν ήθελε να ασχολείται με τον εαυτό του γιατί ο εαυτός του δεν του άρεσε. Δεν ήθελε να ασχολείται με πολλά πράγματα σε αυτή τη ζωή. Αυτό ήταν ένας από τους λόγους που την έχασε τότε.
                «Είσαι μονίμως σε έναν κόσμο δικό σου», του είχε πει κάποτε συγχυσμένη. «Λες και δεν σε αφορά αυτή η ζωή. Σε ενδιαφέρει περισσότερο ένα κλαδί αμυγδαλιάς από ό,τι το μέλλον σου». Ναι, είχε δίκιο. Δεν σκεφτόταν ποτέ το μέλλον. Σαν να νόμιζε ότι θα έμενε για πάντα παιδί. Εκείνο το κλαδί αμυγδαλιάς που κάποτε ζωγράφισε το αγάπησε πραγματικά. Σαν άνθρωπο. Πάνω στο τραπέζι του εργαστηρίου του είχε πάρει για εκείνον ζωή. Μελετούσε για ώρες τα λευκά του ανθάκια, τα μικρά κλαδιά, κοιτούσε το φως του ήλιου πώς έπεφτε πάνω τους και τις σκιές που σχηματίζονταν στον τοίχο το βράδυ. Και όταν λίγες μέρες μετά έπεσαν σιγά-σιγά τα πέταλα πάνω στο τραπέζι, είχε λυπηθεί σαν να είχε χάσει κάτι. Τον πίνακα της τον είχε χαρίσει, αλλά όταν χώρισαν του τον έστειλε πίσω. Τον είχε καταχωνιασμένο πίσω από άλλους σκονισμένους, παλιούς του πίνακες.
                Το τσιγάρο του μίκρυνε ώσπου δεν είχε τίποτε άλλο να καπνίσει. Το έσβησε στο μισογεμάτο τασάκι και ξαναπήρε το πινέλο. Το λευκό τελάρο τον κοιτούσε εχθρικά. Όχι, δεν ήθελε να σκέφτεται, έπρεπε να ζωγραφίσει. Το χέρι του όμως κρεμόταν ακίνητο και δεν μπορούσε να το ορίσει. Οι μελωδίες στο ραδιόφωνο ήταν μελαγχολικές και ζέσταιναν λίγο το παγωμένο εργαστήριο.
                Ήταν κάτι που ποτέ δεν του άρεσε να κάνει, ωστόσο έπρεπε να αναρωτηθεί τι του συνέβαινε. Γιατί δεν μπορούσε να ζωγραφίσει. Εκείνο το απόγευμα είχε επισκεφθεί τον δάσκαλό του. Του είχε πει ότι εκείνη παντρευόταν. Το είχε πει ψυχρά και αδιάφορα, όπως και ένιωθε.
«Πόσος καιρός πέρασε από τότε που χωρίσατε;», τον ρώτησε εκείνος και τα φρύδια του έσμιξαν.
«Ένας χρόνος, νομίζω. Ξέρεις ότι δεν τα πάω καλά με τον χρόνο.»
Και ήταν αλήθεια. Κάποιες φορές μια μέρα του φαινόταν ατέλειωτη κι άλλες είχαν περάσει δυο μήνες και δεν το είχε καταλάβει. Ο χρόνος μετριόταν πάνω στους πίνακες που ζωγράφιζε. Μια μονάδα χρόνου ξεκινούσε με την πρώτη γραμμή, την πρώτη πινελιά και τελείωνε, όταν κοιτούσε από μακριά το έργο του ολοκληρωμένο.
«Και ποιον παντρεύεται;»
«Εκείνον τον παιδικό της φίλο, που ποτέ δεν συμπάθησα. Ήταν για χρόνια ερωτευμένος μαζί της. Έλεγε πως τον έβλεπε σαν αδερφό.»
«Νομίζω πως θα προτιμούσε να παντρευτεί εσένα.»
«Δεν είπε ποτέ κάτι τέτοιο.»
«Σου είχε ζητήσει να μείνετε μαζί.»
«Ξέρεις πως δεν θα μπορούσα να μείνω με άλλον άνθρωπο. Πολλές φορές ζωγραφίζω όλη τη νύχτα και κοιμάμαι την ημέρα. Μπορεί να περάσουν δυο μέρες και να μην έχω φάει. Δεν μου αρέσει να μιλάω πολύ και εκείνη ήθελε συνεχώς να μιλάμε. Θα ήταν ένας εφιάλτης και για τους δυο μας.»
«Την είχες ερωτευτεί, όμως. Έτσι δεν είναι;»
«Δεν ξέρω. Μπορεί.»
«Έχεις ένα συρτάρι γεμάτο με σκίτσα που δείχνουν το πρόσωπό της.»
«Ναι.»
«Ήταν η μοναδική μακροχρόνια σχέση που έκανες. Δεν άντεξες ποτέ καμιά άλλη γυναίκα για πάνω από τρεις μήνες.»
«Ναι.»
«Είναι κρίμα.»
Δεν απάντησε.  Ο δάσκαλός του τον κοιτούσε λυπημένος.
«Θα πρέπει να σε πονάει κάπως αυτό που συμβαίνει.»
Πάλι δεν απάντησε. Γύρισε το βλέμμα του στο παράθυρο. Έβρεχε.
                Ο δάσκαλός του ήταν για εκείνον σαν δεύτερος πατέρας. Με τον πατέρα του δεν είχε ποτέ καλή σχέση. Πάντα τον απογοήτευε. Αδιαφορούσε για τα μαθήματά του, δεν του άρεσε ο αθλητισμός, ούτε ήταν καρδιοκατακτητής. Στην περίοδο της εφηβείας του κάποια φορά που είχε θυμώσει μαζί του για κάτι που τώρα δεν θυμόταν αν ήταν σοβαρό, τού είπε ότι συχνά αναρωτιόταν αν ήταν παιδί δικό του. Μάλλον θέλησε να τον χτυπήσει αλλά δεν το έκανε. Απλώς σήκωσε τους ώμους και έφυγε από το δωμάτιο. Η μητέρα του τους κοιτούσε αμίλητη στον καναπέ. Δεν συμμετείχε ποτέ σε συζητήσεις, δεν έκανε ποτέ κάτι παραπάνω από τις δουλειές του σπιτιού και ήταν σαν η ψυχή της να είχε γλιστρήσει από το σώμα της και να πετούσε κάπου μακριά, κάπου αλλού. Μοιάζεις στη μητέρα σου, του είχε πει ο δάσκαλός του στο πρώτο τους μάθημα. Είχε ένα εργαστήριο ζωγραφικής απέναντι από το σπίτι τους και στα δεκαπέντε του με ένα θάρρος που ήταν πρωτοφανές για εκείνον πήγε και του έδειξε τα σκίτσα του. Δεν έχω χρήματα για να σας πληρώνω, του είχε πει με το κεφάλι  κατεβασμένο. Δεν πειράζει, είχε απαντήσει ο δάσκαλος. Θα με πληρώσεις όποτε μπορέσεις. Όταν πούλησε τον πρώτο του πίνακα στα δεκαεννιά του, έτρεξε στο εργαστήριό και λαχανιασμένος του έδωσε τον φάκελο. Ο δάσκαλος τον πήρε συγκινημένος. Τα δέχομαι για να μην νιώθεις ότι μου χρωστάς, του είπε. Λίγο μετά τον προσέλαβε στο εργαστήριο για να τον βοηθάει στα μαθήματα. Ο μισθός του φυσικά δεν ήταν μεγάλος, κατάφερε όμως να νοικιάσει ένα διαμέρισμα με δυο δωμάτια σε μια πολύ παλιά πολυκατοικία. Στο ένα κοιμόταν, το άλλο ήταν το εργαστήριό του. Και αυτή η ζωή του αρκούσε.
                «Λοιπόν, είσαι λυπημένος;», τον ρώτησε ο δάσκαλος, ενώ έξω η βροχή ακουγόταν δυνατά.
«Ξέρεις ότι δεν μου αρέσει να τα συζητάω αυτά.»
«Την είχες αγαπήσει και είναι φυσιολογικό τώρα να πονάς. Μην αρνείσαι τον πόνο σου γιατί θα γιγαντωθεί κάποτε και θα σε κατασπαράξει.»
«Δεν λυπάμαι, δεν πονάω. Πιστεύεις ότι θα μπορούσα εγώ να την παντρευτώ;»
«Δεν ξέρω.»
«Δεν έχει νόημα να μιλάμε για αυτά. Κάποια στιγμή κουράστηκε, έφυγε. Τώρα παντρεύεται τον παιδικό της φίλο που τον έβλεπε σαν αδερφό. Δεν ζηλεύω. Μπορεί και να τη λυπάμαι.»
«Δεν πρέπει να φοβάσαι να ζεις.»
«Είμαι ικανοποιημένος με τη ζωή μου.»
«Είσαι μόνος.»
«Έχω τους πίνακές μου. Τη δουλειά μου εδώ. Λίγους φίλους για να βγαίνω πού και πού. Εσένα. Δεν θέλω οικογένεια. Δεν θέλω και δεν μπορώ να κάνω.»
«Εντάξει, δεν επιμένω. Απλώς, καμιά φορά ανησυχώ για σένα. Είναι σαν να ξεγλιστράς από τη ζωή.»
«Κι εσύ μόνος σου ζεις.»
«Και είναι κάτι για το οποίο έχω μετανιώσει.»
«Κι αν είχες πάρει άλλο δρόμο, ίσως και γι’ αυτό να μετάνιωνες.»
«Ίσως», είπε ο δάσκαλος και ξερόβηξε. Μάλλον κάποιο παλιό έρωτα σκέφτηκε και τα μάτια του σκοτείνιασαν.
Σηκώθηκε και φόρεσε το παλτό του.
«Τα λέμε αύριο στο μάθημα», είπε και γύρισε να φύγει.
«Εντάξει, να προσέχεις», είπε ο δάσκαλος και τον συνόδευσε ως την πόρτα. Έξω η βροχή είχε σταματήσει και μύριζε όμορφα.
                Αυτή τη συζήτηση άκουσε πολλές φορές στο μυαλό του. Το τασάκι του τώρα είχε γεμίσει, στο ραδιόφωνο τα τραγούδια τελείωναν ένα-ένα. Το άδειο τελάρο συνέχιζε να τον κοιτάζει παγερά. Στο σώμα του σαν να πονούσε αλλά με έναν πόνο που δεν ήταν από το σώμα. Και σαν να μην μπορούσε να κυλήσει ο χρόνος. Και συνέβαινε αυτό που ήταν για εκείνον εφιάλτης. Δεν μπορούσε να ζωγραφίσει.
                Εκνευρισμένος πήγε και άνοιξε το συρτάρι. Όχι, δεν ήθελε να το κάνει αυτό αλλά έπρεπε. Το σώμα του τον οδηγούσε στα σκίτσα της. Τα χέρια του έτρεμαν λίγο, μάλλον από εκνευρισμό. Άρχισε να τα κοιτάζει ένα ένα. Μπορούσε να θυμηθεί κάθε στιγμή που τη ζωγράφιζε. Κάθε γωνία του προσώπου της, κάθε χαμόγελό της, κάθε σκιά στα μάτια της και κάθε βλέμμα. Τα κράτησε για ώρα, θυμήθηκε πώς ένιωθε κοντά της. Κι ύστερα πήγε στους σκονισμένους πίνακες. Βρήκε πίσω-πίσω τον πίνακα με το κλαδί της αμυγδαλιάς. Σκέφτηκε να τον τυλίξει και να της τον στείλει. Δώρο γάμου, να γράψει στην κάρτα. Τι νόημα είχε; Δεν ήθελε να τον έχει. Το είχε ζωγραφίσει για εκείνη. Είχε για μέρες παλέψει για να ζωγραφίσει κάτι για εκείνη που να θυμίζει την άνοιξη. Αυτό ήταν ό,τι πιο πολύ μπορούσε να κάνει. Και αυτό το είχε πάρει πίσω. Κρίμα, σκέφτηκε.
           Και τότε κατάλαβε πως πονούσε. Πήρε το πινέλο και πλησίασε το λευκό τελάρο. Τώρα τον κοιτούσε όπως κοιτάζει έναν άνθρωπο πληγωμένο ο καλύτερος του φίλος, όταν ετοιμάζεται να τον αγκαλιάσει.



                                

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου