Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Αρρυθμίες


                                       i

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Πολλές φορές όταν έμπαινε στο γραφείο του της συνέβαινε αυτό. Συνήθως ήταν από το άγχος για κάτι επαγγελματικό. Ήθελε να είναι καλή στη δουλειά της και να μην κάνει λάθη. Όταν πήγαινε να του μιλήσει για κάτι που δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρό, αγχωνόταν επειδή θα τον έβλεπε και πάλι η καρδιά της χτυπούσε. Το αφεντικό της ήταν ένας άντρας όχι ιδιαίτερα ωραίος αλλά ούτε κι άσχημος, είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της, με μάτια καλοσυνάτα και καθαρά. Και γι’αυτό μάλλον τον είχε ερωτευτεί. Για την καλοσύνη του. Θα μπορούσε να είναι πατέρας της αλλά αυτό ήταν κάτι στο οποίο δεν έδινε καμιά σημασία. Άλλωστε ήταν ένας έρωτας χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον, χωρίς καμία υπόσταση πραγματική. Ήταν παντρεμένος, είχε δύο παιδιά και την έβλεπε περισσότερο σαν μικρή του ανιψιά παρά σαν γυναίκα. Εκείνη ούτε κατά διάνοια δεν ήταν η γραμματέας που διαλύει σπίτια και αρνιόταν ακόμη και να τον φανταστεί να την αγγίζει. Είχε ανάγκη όμως να νιώθει ερωτευμένη, να σκέφτεται κάποιον το βράδυ ακούγοντας μουσική πριν κοιμηθεί και τα πρωινά να προσέχει τι ρούχα θα βάλει, να χτενίζεται όμορφα και να λαχταρά να πάει στη δουλειά για να τον βλέπει. Αν καμιά φορά το μυαλό της πήγαινε λίγο πιο μακριά και φανταζόταν για λίγο πως η γυναίκα του τον άφηνε και έμενε μόνος, ελεύθερος και ευάλωτος, την έπιανε πανικός για τα δυο του παιδιά που τα είχε δει κάποιες φορές και της είχαν φανεί πολύ χαριτωμένα. Πώς θα ζούσαν χωρίς τον πατέρα τους; Είχε μεγάλη ευαισθησία στο θέμα γιατί ο πατέρας της είχε πεθάνει όταν ήταν τριών χρόνων και αυτή η απώλεια άφησε για πάντα μέσα της ένα παιδικό παράπονο που αποζητούσε συνεχώς αυτό που ποτέ δεν γνώρισε. Πέραν αυτού ήταν ανίκανη να αποπλανήσει και ούτε και της άρεσε ο ρόλος της μητριάς. Οπότε αυτός ο έρωτας ούτε στη φαντασία της γινόταν ποτέ έρωτας σαρκικός και όταν καμιά φορά τον ονειρευόταν απλώς της χάιδευε τα μαλλιά.

«Πέρασε.», άκουσε τη φωνή του κι ένιωσε μια ταραχή.
«Μπορώ να σας απασχολήσω λίγο;», του είπε και η ανάσα της είχε κοπεί.
«Ναι, φυσικά.»
«Μπορώ να φύγω λίγο νωρίτερα σήμερα;»
«Συμβαίνει κάτι;» τη ρώτησε εκείνος.
«Να… Πρέπει να πάω τη γιαγιά μου στον γιατρό… Η μητέρα μου λείπει σε επαγγελματικό ταξίδι.  Και η γιαγιά έκλεισε νωρίς ραντεβού και…»
«Τι ώρα είναι;» είπε εκείνος και κοίταξε το ρολόι του.
«Τρεις και μισή», απάντησε εκείνη και θαύμασε για ακόμη μια φορά τα μακριά του δάχτυλα που έπαιζαν με ένα μολύβι.
«Ναι, μπορείς να φύγεις και τώρα αν τελείωσες τη δουλειά σου.»
«Σας ευχαριστώ πολύ», του χαμογέλασε και κατέβασε αμέσως τα μάτια.
«Μπράβο σου πάντως που φροντίζεις τη γιαγιά σου.»
«Με έχει μεγαλώσει, ξέρετε. Δηλαδή βοήθησε πολύ τη μαμά μου να με μεγαλώσει. Της έχω αδυναμία.»
       Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο και διέκοψε τη  σπάνια αυτή στιγμή στην οποία εκείνη έλεγε κάτι για τον εαυτό της.  Εκείνος σήκωσε το τηλέφωνο και της έγνεψε με το κεφάλι ότι μπορούσε να φύγει. Βγήκε από το γραφείο του και έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω της.

                                                                ii
               
                Στο γεμάτο βαγόνι του μετρό φορούσε τα μεγάλα μαύρα της γυαλιά. Ένιωθε πιο ασφαλής έτσι. Δεν ήθελε να βλέπουν τα μάτια της. Όταν ήταν έφηβη, ένας νεαρός της είχε πει στο λεωφορείο ότι είχε όμορφα, μελαγχολικά μάτια και την είχε ρωτήσει τι σκεφτόταν. Τον είχε κοιτάξει με έκπληξη χωρίς να απαντήσει και είχε νιώσει κάπως σαν γυμνή. Κι αν ήταν μελαγχολική δεν ήθελε η μελαγχολία της να είναι σε κοινή θέα. Ωστόσο εκείνη την ώρα δεν ένιωθε μελαγχολία αλλά μάλλον άγχος και ίσως και λίγο θυμό. Αυτό που είχε κάνει η γιαγιά της δεν ήταν καθόλου εντάξει.
                Η γιαγιά της είχε κλείσει ραντεβού με τον καρδιολόγο γιατί είχε πάλι αρρυθμίες. Και η μητέρα της έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι. Και ο καρδιολόγος αυτός δεν ήταν άλλος από τον καρδιολόγο, τον γιο της φίλη της, για τον οποίο τόσα άκουγε τους τελευταίους μήνες. Λαμπρός επιστήμονας και γοητευτικός άντρας. Από καλή οικογένεια πάνω από όλα. Τώρα που άνοιξε και το ιατρείο και όλα πηγαίνουν καλά μένει πια μόνο να παντρευτεί. Μια καλή κοπέλα θέλει η φίλη της για νύφη, από καλή οικογένεια πάνω από όλα, μορφωμένη και ήσυχη. Στο παρελθόν είχε μπλέξει με ένα παλιογύναιο, ευτυχώς την ξεφορτώθηκαν.   Γιαγιά, δεν θέλω ακόμη να παντρευτώ, έλεγε εκείνη κι ένιωθε κάτι στον λαιμό της να την πνίγει. Πρέπει να παντρευτείς, πρέπει. Να σε δω νυφούλα και να ησυχάσω κι εγώ. Αλλιώς θα πεθάνω και το μυαλό μου θα είναι εδώ. Γιαγιά, μην λες ότι θα πεθάνεις, σε παρακαλώ. Αν δεν παντρευτείς, θα πεθάνω από τον καημό, αυτό είναι σίγουρο. Ο θάνατος της γιαγιάς ήταν το χαρτί που έπεσε στο τραπέζι και την έκανε να υποχωρήσει με βαριά καρδιά και να  δεχτεί να τη συνοδέψει στον καρδιολόγο. Γιατί την προηγούμενη μέρα της τηλεφώνησε ταραγμένη και με κομμένη την ανάσα της είπε ότι δεν μπορούσε να περιμένει να επιστρέψει η μητέρα της από το επαγγελματικό ταξίδι, οι αρρυθμίες ήταν σοβαρές, ο θάνατος ήταν κοντά, δεν είχαν χρόνο, έπρεπε να γνωρίσει τον καρδιολόγο.
                Τώρα φορώντας τα μαύρα της γυαλιά μέσα στο γεμάτο βαγόνι του μετρό ένιωθε να τη σπρώχνουν και να μην μπορεί να αναπνεύσει.

                                                               
                 iii

                Η γιαγιά την περίμενε έξω από την πολυκατοικία στην οποία βρισκόταν το ιατρείο του καρδιολόγου. Η χθεσινή ταραχή της ήταν μεγάλη, όμως, σήμερα ήταν καλά. Μην έρθεις να με πάρεις, της είπε στο τηλέφωνο. Θα πάω πριν μια βόλτα στα μαγαζιά και θα τα πούμε απ’ ευθείας εκεί. Της έδωσε τη διεύθυνση και το έκλεισε πριν προλάβει να της πει οτιδήποτε. Το έκανε αυτό η γιαγιά. Δεν την άφηνε να μιλήσει. Τώρα την κοιτούσε και τα μάτια της έλαμπαν.
«Σου πήρα ένα δωράκι γιατί είσαι καλή εγγονή και με φροντίζεις», είπε και της έδωσε μια σακούλα από ένα ακριβό κατάστημα ρούχων.
«Γιαγιά, δεν πρέπει να κουράζεσαι…»
«Χρυσό μου, ξέρεις ότι τα ψώνια ήταν πάντα ξεκούραση για μένα», είπε η γιαγιά και κοιτάχτηκε στο τζάμι της πολυκατοικίας για να στρώσει τα μαλλιά της.
«Γιαγιά, η μαμά λέει ότι με κοροϊδεύεις και νομίζω ότι έχει δίκιο», είπε εκείνη και η φωνή της βγήκε τσιριχτή.
«Μα χθες ήμουν χάλια. Είχα πόνο στο στήθος, ζαλιζόμουν, ένιωθα κατάκοπη. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Πεθαίνω, σκεφτόμουν. Πεθαίνω και δεν πάντρεψα ακόμη το κοριτσάκι μου…»
«Γιαγιά, μην αρχίζεις πάλι, σε ικετεύω…» η φωνή της τώρα ήταν παρακλητική.
«Θα δούμε τον γιατρό τώρα και θα ηρεμήσω.»
«Γιαγιά, για τις αρρυθμίες σου πάμε ή για να μου κάνεις προξενιό;»
«Και για τα δύο.»
«Γιαγιά, σε παρακαλώ», ήθελε μέσα στη μέση του δρόμου να ουρλιάξει αλλά ποτέ στη ζωή της δεν είχε ουρλιάξει.
«Αν δεν βάλει το χέρι του τρίτο άτομο, γάμος δεν γίνεται. Εγώ αυτό ξέρω. Κάτι παραπάνω θα ξέρω από σένα, κοριτσάκι μου, τόσα χρόνια που ζω.»
«Γιαγιά, είμαι μικρή για να παντρευτώ. Και όταν παντρευτώ, θέλω να τον διαλέξω εγώ τον άντρα μου. Δεν με έχεις ικανή;»
«Όχι και τόσο.»
«Γιαγιά!», σαν λίγο να φώναξε αλλά δεν το άντεξε. Χτύπησε το κουδούνι του γιατρού με χέρι που σχεδόν έτρεμε και έβαλε το σώμα της μπροστά στην πόρτα της εισόδου για να ανοίξει.
«Αν κρίνω από τις προηγούμενες επιλογές σου, όχι, δεν σε έχω ικανή να βρεις σωστό άντρα να παντρευτείς.»
         Για μια ακόμη φορά στη ζωή της ευχήθηκε να μπορούσε να είναι επιλεκτικά κουφή. Να μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί και όσο η γιαγιά επαναλάμβανε για χιλιοστή φορά πόσο άχρηστοι ήταν οι δύο πρώην της να μην ακούει τίποτα.  Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν και οι δύο μέσα, η γιαγιά με κάποια δυσκολία, γιατί είχε πολλές χάρτινες σακούλες στα χέρια.
                Όσο περίμεναν το ασανσέρ, αλλά και μέσα στο ασανσέρ η γιαγιά απαριθμούσε για πολλοστή φορά τα ασυγχώρητα ελαττώματα των δυο αντρών, που εκείνη κάποτε είχε αγαπήσει.  Εντάξει, δεν ήταν τέλειοι και το ήξερε, ο δεύτερος μάλιστα την είχε απατήσει και μετά την έβαλε να του ζητήσει συγγνώμη αλλά όταν μιλούσε έτσι για εκείνους η γιαγιά, δεν άντεχε. Το ασανσέρ έφτασε στον πέμπτο όροφο, η γιαγιά επιτέλους σιώπησε.
                Μπροστά στην πόρτα του γιατρού η γιαγιά χτύπησε το κουδούνι κι εκείνη ήθελε να τρέξει για κάπου πολύ μακριά.               

                                                                                iv

«Την εξέτασα τη γιαγιά σου. Πέρασε αν θέλεις για να συζητήσουμε.» Ο γιατρός ήταν πίσω από τη συρόμενη πόρτα και της χαμογελούσε. Ήταν όπως τον φανταζόταν, λεπτός, με ευγενική φυσιογνωμία.
Μπήκε μέσα νιώθοντας άγχος. Παρακαλούσε μέσα την να μην πει κάτι η γιαγιά που θα την έφερνε σε δύσκολη θέση. Αλλά αυτό ήταν μάλλον απίθανο. Σχεδόν πάντα η γιαγιά έλεγε πράγματα που την έφερναν σε δύσκολη θέση, πόσο μάλλον σε αυτήν την επίσκεψη που ήταν σίγουρη πως είχε μεθοδεύσει με τη φίλη της, τη μητέρα του γιατρού.
«Κάθισε», της είπε και κάθισε κι εκείνος στην καρέκλα πίσω από το γραφείο του.
Η γιαγιά απέναντί του χαμογελούσε. Δεν άντεχε να τη βλέπει και  κοίταξε τον χώρο γύρω της. Ήταν απλός και απέπνεε ηρεμία.
«Αυτή είναι η εγγονή μου, γιατρέ. Σας μίλησα την άλλη φορά. Πριν τρία χρόνια τελείωσε το πανεπιστήμιο. Πρώτη βγήκε.»
«Γιαγιά στη δευτέρα γυμνασίου είχα βγει πρώτη», είπε και ένιωσε ένα κοκκίνισμα να απλώνεται στο πρόσωπό της.
«Ε, είμαι γριά και δεν θυμάμαι. Τέλος πάντως, είναι το καλύτερο κορίτσι, γιατρέ. Βλέπετε πως με προσέχει. Και νοικοκυρά πολύ. Τυχερός αυτός που θα την πάρει…»
Ένιωθε το κεφάλι της να βράζει από την ντροπή. Ήθελε να εξαφανιστεί. Απέφυγε το βλέμμα του γιατρού και συγκέντρωσε το βλέμμα της στο πορτατίφ πάνω στο γραφείο. Η γιαγιά συνέχισε για λίγο να την επαινεί και λίγο μετά είπε.
«Εμένα να με συγχωρείτε λίγο. Θέλω να πάω στην τουαλέτα να φρεσκαριστώ. Πείτε τα εσείς οι νέοι…»

Ο γιατρός της έδειξε πού ήταν η τουαλέτα. Μετά επέστρεψε και ξανακάθισε στο γραφείο του.
«Λοιπόν, η γιαγιά σου είναι καλά… Οι αρρυθμίες είναι καλοήθεις, δεν κινδυνεύει.»
«Αυτό μου λέει και η μαμά μου. Αλλά εγώ φοβάμαι…»
«Να μην φοβάσαι.»
Ακολούθησαν λίγα λεπτά αμήχανης σιωπής. Ο γιατρός ξερόβηξε.
«Άκου, ξέρω ότι πίσω από αυτήν την επίσκεψη κρύβεται η μητέρα μου. Ξέρω τι λένε με τη γιαγιά σου. Είναι αστείο αν το σκεφτείς.»
Εκείνη δεν μπορούσε να γελάσει. Ντρεπόταν πολύ.
«Μην νιώθεις άσχημα. Είναι πραγματικά αστείο. Η μητέρα μου μού μιλάει εδώ και μήνες για σένα. Δεν συμπαθούσε καθόλου την προηγούμενη μου σχέση. Γίνεται τυραννική μερικές φορές. Αλλά τι να την κάνω, με μεγάλωσε μόνη της και της έχω αδυναμία.»
Για μια στιγμή είδε στο βλέμμα του μια θλίψη που της θύμισε κάτι από τη δική της θλίψη.
«Και η γιαγιά μου το ίδιο. Η μαμά μου έχει σταματήσει να ασχολείται μαζί της. Στην αρχή της έβαζε τις φωνές και της έλεγε ότι θα μας πεθάνει όλους. Τώρα της μιλάει μόνο για τα απαραίτητα και δεν της δίνει σημασία.»
«Από αγάπη το κάνουν. Εκείνες έτσι νομίζουν πως είναι η αγάπη.»
«Είναι όμως πνιγηρό.»
«Το ξέρω. Όμως μπορείς να γελάσεις με αυτό.  Όπως και να΄ χει εσύ μου φαίνεσαι πολύ μικρή για γάμο. Κι εγώ νομίζω πως δεν θέλω να παντρευτώ άμεσα. Οπότε δεν κινδυνεύεις από μένα. Γιατί για να κάνεις το χατίρι της γιαγιάς σου εσύ θα ήσουν ικανή να με παντρευτείς, μου φαίνεται.»
Ξαφνικά άκουσε τον εαυτό της να γελάει. Ένιωσε το σώμα της χαλαρό μετά από πολλή ώρα. Είχε καιρό να νιώσει τόσο όμορφα. Κι εκείνη την όμορφη στιγμή μπήκε η γιαγιά φρεσκαρισμένη.
«Τι λένε τα πιτσουνάκια μου; Ελπίζω να μην σας διακόπτω.»
Έβαλαν και οι δυο τα γέλια.
                Ο γιατρός τις συνόδεψε ως την πόρτα.
«Να προσέχετε.», είπε στη γιαγιά.
«Ευχαριστώ πολύ, γιατρέ μου», είπε η γιαγιά και τη σκούντηξε για να μιλήσει κι εκείνη.
«Ευχαριστούμε.», είπε εκείνη δειλά.
«Θα τα ξαναπούμε.», είπε ο γιατρός και της έκλεισε το μάτι.
                Λίγα λεπτά αργότερα περπατούσε σε έναν πολυσύχναστο δρόμο και σκεφτόταν πως βαριόταν να πάει την άλλη μέρα στη δουλειά. Η γιαγιά δίπλα της μιλούσε ακατάπαυστα κι εκείνη γελούσε. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου