Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Η Χαμένη Παράσταση


                Ήταν ένα χειμωνιάτικο, κρύο  βράδυ των γιορτών κι εκείνος ήταν κουρασμένος και κάπως μελαγχολικός. Γύρισε στο σπίτι του από τη δουλειά, ο τετράχρονος γιος του τον υποδέχτηκε με χαρά και του έδειξε ένα καινούριο παιχνίδι. Το χαμόγελο του γιου του πήρε για λίγο όλη του την κούραση και την ακεφιά, έσφιξε τον μικρό στην αγκαλιά του και η καρδιά του πλημμύρισε αγάπη. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο η γυναίκα του χαμογελώντας πονηρά, όπως πάντα όταν κάτι ζητούσε. Ο μικρός έτρεξε στην αγκαλιά της και μετά πήγε χοροπηδηχτά στο δωμάτιό του.
«Σου έχω μια έκπληξη», του είπε. Εκείνος δεν ήταν σίγουρος αν θα ήταν καλή ή κακή.
Την κοίταξε περιμένοντας να ακούσει τη συνέχεια.
«Η μαμά μας έκανε δώρο δύο εισιτήρια για το θέατρο. Έρχεται τώρα για να κρατήσει τον μικρό. Επιτέλους θα βγούμε λίγο.»
Ευτυχώς που με ρώτησες, είπε από μέσα του, αλλά δεν ήθελε να ξεκινήσει καβγά.
«Ξέρεις, είμαι λίγο κουρασμένος…», είπε μόνο αν και ήταν σίγουρος για τη συνέχεια.
«Έλα, βρε αγάπη μου. Τόσο καιρό έχουμε να βγούμε. Η παράσταση τελειώνει στις έντεκα, θα είμαστε πίσω την ώρα που κοιμάσαι συνήθως. Και τι να πω στη μαμά που μας έκανε δώρο τα εισιτήρια; Να της τα δώσω πίσω; Αφού σου λέω είναι στον δρόμο. Δεν θέλω να τη στενοχωρήσω…»
«Το ξέρω. Ποτέ δεν θέλεις να στενοχωρήσεις τη μαμά.», είπε κάπως ειρωνικά.
«Τι θέλεις να πεις;»
«Τίποτα. Απλώς είμαι κουρασμένος, ήταν τρελή μέρα στο γραφείο σήμερα. Και δεν είχα προετοιμαστεί για έξοδο. Αυτό είναι όλο.» Ήθελε να πει και άλλα πολλά, κυρίως ότι συχνά δεν ερωτάτο για διάφορα πράγματα που αποφασίζονταν από εκείνη και τη μαμά της, αλλά δεν ήθελε τέτοιες μέρες καβγάδες. Θυμόταν κάποιους καβγάδες των γονιών του τα Χριστούγεννα και δεν ήθελε να ζήσει τέτοιες εμπειρίες ο γιος του.
«Μα βρε αγάπη μου, αυτό είναι το νόημα της έκπληξης. Να μην είσαι προετοιμασμένος.»
Ήξερε πως δεν είχε ελπίδες, δεδομένου ότι η πεθερά του από στιγμή σε στιγμή θα έφτανε στο διαμέρισμά τους.
«Εντάξει, πάω να κάνω ένα ντους και να ετοιμαστώ» είπε και έφυγε από το σαλόνι προσπαθώντας πολύ να κρύψει τη δυσφορία στη φωνή του.
                Οι επόμενες λεπτομέρειες λίγη σημασία έχουν. Η γυναίκα του κι εκείνος ντύθηκαν όμορφα, η πεθερά έφτασε με τέσσερις σοκολάτες για το παιδί, παρ΄όλο που ο παιδίατρος είχε πει να μην τρώει γλυκά γιατί είχε παχύνει τον τελευταίο χρόνο, εκείνος αντί να τη βρίσει όπως θα ήθελε έπρεπε να της δώσει το χέρι, να τη φιλήσει και να δείξει ευγνωμοσύνη για τη χριστουγεννιάτικη έκπληξη, μετά  έφυγαν, στο δρόμο η γυναίκα του φλυαρούσε αδιάκοπα για το τι έκανε η γειτόνισσά τους, εκείνος είχε πονοκέφαλο μάλλον από τον καταπιεσμένο θυμό, στους δρόμους είχε αρκετή κίνηση και έκαναν μισή ώρα να παρκάρουν. Και από το σημείο που παρκάρισαν μέχρι να πάνε στο θέατρο προσπέρασαν τρεις ανθρώπους που ζητιάνευαν και ο ένας ήταν ηλικιωμένος κι αυτή η εικόνα με το απλωμένο χέρι ήταν μια εικόνα που από παιδί δεν άντεχε. Σαν να μην έφτανε αυτό άρχισε να ψιχαλίζει ελαφρά και η γυναίκα του κρατιόταν από το μπράτσο του γιατί γλιστρούσαν οι γόβες που είχε επιλέξει για την περίσταση να φορέσει. Δεν ήταν χαρούμενος, την αγαπούσε όμως και γέλασε για λίγο βλέποντάς την να στραβοπατά χαριτωμένα στο πεζοδρόμιο, εκείνη όμως δεν φημιζόταν για το χιούμορ της, οπότε αυτό το γέλιο δεν ήταν ένα γέλιο που μοιράστηκε κι ένα γέλιο που δεν μοιράζεσαι είναι συνήθως κάτι μισό. Όταν έφτασαν στο θέατρο, είδε με τρόμο ποιο έργο θα παρακολουθούσαν.
                «Μου είχες πει κάποτε ότι είχες δει αυτό το έργο πριν αρκετά χρόνια και ότι σε είχε συγκλονίσει.  Εντελώς τυχαία έμαθα ότι φέτος ανέβηκε με τους ίδιους ηθοποιούς, την ίδια μουσική, από τον ίδιο σκηνοθέτη. Αυτή ήταν η δεύτερη έκπληξη.»
Η βραδιά δεν εξελισσόταν καθόλου καλά.
«Δεν σε βλέπω να χαίρεσαι», είπε κάπως ανήσυχα η γυναίκα του.
«Όχι, όχι, χαίρομαι πολύ», είπε εκείνος κατακλυσμένος από ανάμικτα συναισθήματα.
«Αυτό δεν είναι το έργο που σε είχε συγκλονίσει; Καλά δεν θυμάμαι;»
«Ναι. Αυτό»
«Αλήθεια, με ποιον το είχες δει;»
«Μόνος μου. Πάμε, γιατί σε λίγο αρχίζει», είπε και μπήκε βιαστικά αφήνοντάς την πίσω να παραπαίει στις ψηλές της γόβες.
                Λίγο μετά κάθονταν στις θέσεις τους, η γυναίκα του συνέχιζε να μιλάει για τη γειτόνισσα, χωρίς να λέει το όνομά της, όμως, γιατί ο κόσμος είναι μικρός, κι εκείνος προσπαθούσε να διώξει μνήμες που άρχισαν να ξυπνούν μέσα του οδυνηρά.
                Το έργο δεν το είχε δει μόνος. Το είχε δει με μια γυναίκα που είχε ερωτευτεί πολύ. Εκείνη η μέρα ήταν από τις πιο όμορφες που είχε περάσει στη ζωή του πριν γίνει πατέρας. Είχαν κάνει μια ατέλειωτη βόλτα στη γιορτινή πόλη που ξεκίνησε από νωρίς το απόγευμα, φιλιόντουσαν και γελούσαν συνεχώς, στο τέλος κατέληξαν σε ένα στενό φωτισμένο σοκάκι, όπου παιζόταν αυτή η παράσταση.  Μπήκαν χωρίς να το πολυσκεφτούν και στη διάρκεια της παράστασης είχε το χέρι της μέσα στο δικό του. Το έργο ήταν ένα σύγχρονο παραμύθι, χαοτικά όμορφο, με μια μπαλαρίνα, έναν ταχυδρόμο, ένα υιοθετημένο αγοράκι, μια αρκούδα που μιλούσε, καθώς και άλλα πρόσωπα που δεν μπορούσε να θυμηθεί, θυμόταν όμως την υπέροχη μουσική που του είχε ξυπνήσει μια γλυκιά μελαγχολική γαλήνη και τον είχε κάνει για λίγο να μην σκέφτεται μέλλον, να μην θυμάται παρελθόν, αλλά να ζήσει με όλη του την ψυχή στην ευτυχία εκείνου του παρόντος.
«Σσσς… αρχίζει…», είπε η γυναίκα του. Τα φώτα έσβησαν και η γλυκιά μουσική απλώθηκε στο σκοτάδι. Και τότε ένιωσε σαν να του έδωσαν μια κλωτσιά στο στομάχι και σαν να τελείωσε ο αέρας που ανέπνεε.
                Δεν μπορούσε να μην θυμηθεί εκείνον τον αλλοτινό έρωτα, όχι ωστόσο χωρίς τύψεις μιας και η μάνα του παιδιού του ήταν δίπλα. Δεν μπορούσε να μην αναπολήσει το άρωμά της, το γέλιο της, τον έρωτά τους, το πόσο όμορφα, πόσο ανάλαφρα ένιωθε κοντά της. Δεν ήταν πια σαχλός έφηβος και ντράπηκε λίγο για τον εαυτό του που ένιωθε έτσι. Ήταν παντρεμένος και σοβαρός και πατέρας και αγαπούσε πολύ την οικογένειά του, θα έκανε τα πάντα για τη γυναίκα του και τον γιο τους και από τη ζωή του ήταν ευχαριστημένος. Όμως εκείνη τη γυναίκα την είχε ερωτευτεί πολύ και ο έρωτας είχε κρατήσει λίγο και τώρα μέσα του ήταν σαν κάτι να μην τελείωσε ποτέ, τώρα που αυτή η μουσική ξυπνούσε σε κάθε του κύτταρο εκείνη τη μέρα της υπέροχης ευτυχίας και δεν άντεχε.
                Η μπαλαρίνα στη σκηνή μιλούσε με το υιοθετημένο αγοράκι και το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει από την ένταση. Χωρίς να το πολυσκεφτεί σηκώθηκε από τη θέση του.
«Πού πάς;», ρώτησε η γυναίκα του.
«Πρέπει να κάνω ένα τηλεφώνημα για τη δουλειά. Είναι σημαντικό. Κάτι που ξέχασα. Μπορεί να κάνω λίγη ώρα», είπε εκείνος χωρίς να παίρνει ανάσα ανάμεσα στις προτάσεις.
«Εντάξει. Είναι υπέροχο το έργο», είπε η γυναίκα του συνεπαρμένη.
                Με γρήγορα βήματα βγήκε στο φουαγιέ. Η μουσική ακουγόταν λιγότερο, μπορούσε επιτέλους να αναπνεύσει.  Κάθισε σε ένα τραπεζάκι. Έψαξε στις τσέπες του. Να πάρει. Είχε τα τσιγάρα στην τσάντα της γυναίκας του. Κοίταξε γύρω του. Θα σκότωνε για ένα τσιγάρο. Ένας κύριος λίγο πιο πέρα κάπνιζε κι ένα πακέτο τσιγάρα ήταν ακουμπισμένα στο τραπέζι του. Τον πλησίασε παρακλητικά.
«Με συγχωρείτε. Μπορώ να πάρω ένα τσιγάρο;»
«Φυσικά. Και το ρωτάτε. Καθίστε.», του απάντησε ο κύριος.
Δεν ήθελε να καθίσει εκεί αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Τράβηξε ένα τσιγάρο από το πακέτο και ο κύριος του έδωσε έναν ασημένιο αναπτήρα.
«Δεν σας αρέσει το έργο;», τον ρώτησε.
«Το έχω ξαναδεί…»
«Τι σύμπτωση. Κι εγώ.»
«Πριν αρκετά χρόνια»
«Ακριβώς πριν οκτώ χρόνια. Ήταν πάλι γιορτές. Αλλά όλα ήταν αλλιώς τότε.»
«Και για εσάς;»
                Ποτέ δεν του άρεσε να πιάνει κουβέντα με αγνώστους αλλά για κάποιο λόγο αυτή η κουβέντα κάπως τον αποφόρτιζε. Έπαιρνε μακριά τις αναμνήσεις και τις ανεπιθύμητες σκέψεις.
«Ω ναι. Ήταν όλα πολύ αλλιώς…»
Ο κύριος άναψε κι εκείνος ένα τσιγάρο και ρούφηξε τον καπνό. Ήταν ένας γοητευτικός μεσήλικας αλλά τέσσερις μεγάλες ρυτίδες έσκαβαν το μέτωπό του και τον έκαναν να δείχνει κουρασμένος και καταπονημένος. Τα ρούχα του φαίνονταν ακριβά αλλά όχι καινούρια.
«Ξέρετε, μου είχε αρέσει πολύ τότε το έργο. Και ήρθα να το ξαναδώ ελπίζοντας ότι θα ένιωθα κάπως όμορφα. Αλλά με έκανε να θυμάμαι πώς ήμουν τότε και πώς είμαι τώρα… Και με έθλιψε.»
«Και με μένα κάτι τέτοιο συνέβη»
«Τότε ήμουν πλούσιος επιχειρηματίας, έβγαζα πολλά χρήματα και τα ξόδευα σε κάθε είδους πολυτέλειες. Τώρα είμαι κατεστραμμένος οικονομικά. Εσείς;»
Δίστασε να μιλήσει.  Ο κύριος δεν επέμεινε.
«Αλλάζουν όλα γύρω μας και μέσα μας και αλλάζουμε κι εμείς. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τις αλλαγές.»
«Ναι, έχετε δίκιο…»
                 Ο κύριος θα μπορούσε να του μιλάει για ώρες. Ένιωθε όμως κάπως άβολα κοντά του. Τελείωσε το τσιγάρο του, πήρε βαθιά ανάσα και σηκώθηκε.
«Πρέπει να πάω μέσα. Η γυναίκα μου θα ανησυχήσει.»
Ο κύριος τον κοίταξε ανέκφραστα. Μάλλον είχε ανάγκη από λίγη παρέα. Λυπήθηκε.
«Ευχαριστώ πολύ για το τσιγάρο. Και εύχομαι να έρθουν καλύτερες μέρες.»
«Να’σαι καλά, φίλε μου. Θα έρθουν κάποτε και οι καλύτερες μέρες. Δεν ξέρω βέβαια αν θα ζω τότε, αλλά θα έρθουν, αν μη τι άλλο υπάρχει εναλλαγή στη ζωή.» Είπε ο κύριος και γέλασε σαρκαστικά.
Δεν ήξερε τι άλλο να του πει. Ένιωθε λύπη, πάντα ένιωθε λύπη, όταν κάποιος δίπλα του, έστω και άγνωστος ήταν λυπημένος, όμως, ποτέ δεν είχε λόγια που να ανακουφίζουν, ούτε έκανε ποτέ γενναίες πράξεις, οπότε κατάπιε τη λύπη του και μπήκε μέσα.
                Κάθισε δίπλα στη γυναίκα του.
«Εντάξει με το τηλεφώνημα;», τον ρώτησε.
«Ναι, όλα καλά.»
Η μπαλαρίνα στη σκηνή χόρευε και το αγοράκι ήταν στην αγκαλιά της αρκούδας. Η γυναίκα του τού χάιδεψε τρυφερά το χέρι. Της ανταπέδωσε το χάδι. Όλα αλλάζουν, είχε πει ο κύριος. Ω, είχαν από καιρό αλλάξει. Σταμάτησε να αποζητά μέσα του τον ανέμελο έρωτα, την αλλοτινή ευτυχία, εκείνη τη χαμένη παράσταση κι έκλεισε τα μάτια. Ένα νέο παρόν γεννιέται κάθε στιγμή, σκέφτηκε και αφέθηκε να ζήσει κάτι καινούριο.
               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου