Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Οι Άλλοι


 «Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
και δε γίνεται μ’ Αυτούς χωρίς, Εσύ
Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να ‘ναι
και να μείνει αυτή.»
                                      Οδυσσέας  Ελύτης

          Είμαι ένας γέρος που μένει μόνος του σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Έχω εδώ και πολλά χρόνια σταματήσει να μετράω τα χρόνια μου. Σίγουρα έχω περάσει τα ογδόντα πέντε, μπορεί να είμαι ενενήντα, ίσως και παραπάνω. Όταν κλείσω τα εκατό, σκοπεύω να πεθάνω, όπως και ο παππούς μου. Πριν πεθάνει ο παππούς μου είπε «και τώρα θα φύγω, να με θυμάστε», έκλεισε τα μάτια, κοιμήθηκε και δεν ξαναξύπνησε ποτέ. Η μάνα μου μετά με τις αδερφές της υπολόγισαν ότι εκείνη την ημέρα έκλεισε έναν αιώνα ζωής. Έχω το όνομα του παππού μου και ήταν για μένα σαν πατέρας, γιατί πατέρα δεν γνώρισα. Ο παππούς μου ήταν ο πιο σημαντικός Άλλος της παιδικής μου ηλικίας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αν δηλαδή θέλετε να μάθετε λίγα πράγματα για μένα, δεν θέλω να σας μπερδέψω. Η ζωή μου ξεκίνησε, όπως όλων σας, και όπως όλων σας θα τελειώσει, ας πάμε, όμως στην αρχή μου.
            Σε μια κοιλιά άρχισα να δημιουργούμαι μια στιγμή έρωτα και από την κοιλιά αυτής της μάνας βγήκα και στην αγκαλιά της έκλεισα για πρώτη φορά τα μάτια μου και κοιμήθηκα γαλήνια. Αυτή η μάνα ήταν για μένα στην αρχή τα πάντα. Δεν καταλάβαινα αν ήμουν εκείνη ή αν εκείνη ήταν εγώ, ήμασταν ένα στην αρχή κι ήμουν ένα βρέφος, που όπως όλα τα βρέφη μόνο τη μάνα μου έβλεπα. Σιγά σιγά άρχισα να μεγαλώνω και να μαθαίνω τον κόσμο, να βλέπω και τους άλλους Άλλους. Τη γιαγιά μου, τα αδέρφια μου, τον παππού μου, τις θείες μου και τα άλλα παιδιά και τις γειτόνισσες και αυτόν τον μικρόκοσμο του χωριού στο οποίο ζούσα. Έναν σημαντικό Άλλο δεν γνώρισα ποτέ, τον πατέρα μου. Μου είπαν ότι είχε πεθάνει λίγο πριν γεννηθώ εγώ και ποτέ δεν μου ξαναμίλησαν για εκείνον. Αργότερα έμαθα κάτι διαφορετικό, αλλά να μην σας μπερδεύω, θα σας τα πω όλα στην ώρα τους.
            Η μάνα μου ήταν μια γυναίκα θλιμμένη, ωστόσο δούλευε και μας φρόντιζε και την αγάπη της τη νιώθαμε πάντα. Η θλίψη της, όμως, και οι λυγμοί της που άκουγα τα βράδια πέρασαν μέσα στην καρδιά μου σαν αόρατο φάντασμα και από τότε και μέχρι τώρα με στοιχειώνουν. Συχνά ξυπνάω στη μέση της νύχτας από το ίδιο όνειρο. Η μάνα μου κλαίει και είμαι μόνη κι εγώ προσπαθώ να τρέξω κοντά της, αλλά τα πόδια μου είναι βαριά και τα βήματά μου δεν προχωράνε. Συνάντησα πολλούς ανθρώπους στοιχειωμένους από το ίδιο φάντασμα, από τη θλίψη αυτή του πρώτου τους Άλλου, της μάνας τους που δεν μπόρεσαν ποτέ να νικήσουν, γιατί δεν ήταν τότε παρά αδύναμα, μικρά παιδιά. Τους είδα με λύπη μου να περνούν τη ζωή τους κάνοντας κύκλους γύρω από αυτή την ίδια θλίψη, να αγαπούν γυναίκες με την ίδια θλίψη ή να κάνουν τις γυναίκες τους έτσι θλιμμένες και να πεθαίνουν μεγάλοι και ώριμοι άντρες με μια καρδιά άγουρη, που δεν σταμάτησε ποτέ να χτυπάει παιδικά. Εγώ σώθηκα από αυτήν την καταδίκη, γιατί κάποια στιγμή ένα βράδυ στην πρώτη μου νιότη, όταν η πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκα δεν με ήθελε κι έπινα για να ξεχάσω την ίδια τη ζωή μου αυτή η πρώτη θλίψη μού αποκαλύφθηκε και μου μίλησε κι εγώ αν και μεθυσμένος την άκουσα. Φορούσε ένα αέρινο, σκούρο φόρεμα, ήταν όμορφη και με μάτια βρεγμένα.
«Αγκάλιασέ με, αγάπησέ με, μού είπε. Είμαι η Θλίψη, η πρώτη θλίψη που ένιωσες, γιατί δεν κατάφερες να πάρεις τον πόνο του πρώτου ανθρώπου που αγάπησες. Αν με πολεμάς σε όλη σου τη ζωή, δυστυχισμένος θα είσαι και θα με βρεις εχθρό σου σε κάθε γυναίκα που αγαπάς, στους φίλους σου ή και στα παιδιά σου. Αν με δεχτείς μες στην καρδιά σου, αν με αποδεχτείς, θα σε βοηθήσω να φτιάξεις μια καρδιά πιο δυνατή. Μια καρδιά που θα αγαπάει. Κι αν κλάψω κάποιο σούρουπο ή κάποιο βράδυ με αστέρια, τότε που όλα φαίνονται μάταια, μην προσπαθήσεις να με διώξεις. Χάιδεψέ μου το κεφάλι μόνο, άσε με να χύσω τα δάκρυά μου και μετά θα σηκωθώ και θα προχωρήσουμε μαζί πιο αληθινοί».
«Ναι, έλα», της είπα μόνο και την αγκάλιασα σαν πονεμένο παιδί κι αυτό το βράδυ με έσωσε από τις πολλές καταστροφές που θα μου προκαλούσε άθελά της ο πρώτος Άλλος που αγάπησα, ο πρώτος Άλλος που με αγάπησε, η μάνα μου και ναι, θα το προκαλούσε τόσο άθελά της κι αυτό γιατί κι εκείνη έστω κι αν εγώ την έβλεπα σαν θεά γιατί με έφερε στον κόσμο, δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος, που πονούσε , ένας άνθρωπος αδύναμος, όπως κι εγώ.
            Τώρα ο δεύτερος σημαντικός Άλλος του κάθε ανθρώπου, ο πατέρας, από τη δική μου τη ζωή δεν πέρασε ποτέ. Είναι περίεργο, αλλά τα βήματα που ποτέ δεν έκανε γύρω μου, άφησαν μέσα μου αποτυπώματα βαθιά και σε αυτά κινδύνευσα πάλι να βουλιάξω. Η απουσία ενός Άλλου που ένα παιδί χρειάζεται είναι επικίνδυνη, ειδικά, όταν όλα τα στόματα είναι βουβά και το παιδί δεν μπορεί να φωνάξει «γιατί;». Στάθηκα πάλι τυχερός, γιατί είχα έναν παππού λεβέντη, με έπαιρνε μαζί του σε ό,τι έκανε, με έκανε να νιώσω ότι ανήκω κι εγώ στον κόσμο των αντρών και ότι αξίζω, ψαρεύαμε και πηγαίναμε για κυνήγι και μου έλεγε ιστορίες που έζησε, όταν πολεμούσε χρόνια πριν ή όταν πολεμούσαν οι δικοί του οι πρόγονοι αιώνες πριν και τον απόηχό της ιστορίας τους εμφύσησε μέσα μου και είπα «θα συνεχίσω αυτό που άρχισαν, που δεν είναι τίποτα παρά η ζωή που κυλάει από γενιά σε γενιά και σκοπός μου δεν θα είναι άλλος από το να ζήσω με αξιοπρέπεια χωρίς να βλάψω με τη θέλησή μου κανέναν και τη ζωή μου θα φέρω εις πέρας μαθαίνοντας ό,τι μπορώ από το καθετί». Ο παππούς μου ποτέ δεν μου μίλησε για τον πατέρα μου, αλλά σαν άντρας ένιωθε το σαράκι που με έτρωγε. Μια μέρα πριν πεθάνει μού είπε ότι ο πατέρας μου δεν είχε πεθάνει, είχε φύγει, κανείς δεν ήξερε πού πήγε και κανείς δεν ήξερε από πού είχε έρθει. Ήταν περαστικός στο χωριό, ένας άντρας λεβέντης, αλλά φευγάτος, που δεν στέριωνε πουθενά. Και τη νύχτα που ο παππούς μου ο αιωνόβιος έκλεισε τα μάτια του, ο πατέρας μου ήρθε στον ύπνο μου σαν μια περίεργη σκιά. Με μια φωνή που ποτέ δεν θα ξεχάσω μίλησε και είπε το εξής «Δεν με γνώρισες ποτέ και δεν σε γνώρισα ποτέ, άγνωστε γιε μου. Από εμένα, όμως, κάτι έχεις πάρει σίγουρα, κάτι κυλάει στο αίμα σου δικό μου, που δεν το ξέρεις και το ξέρω ότι αυτό σε πονάει. Είμαι ο Θυμός σου ο πρώτος, τα Γιατί που δεν απάντησες ποτέ, η Ζήλια που ένιωθες βλέποντας τους άλλους να έχουν κάτι που δεν είχες. Ήσουν τυχερός και ένας καλός άντρας στη θέση μου σε αγάπησε. Δέξου αυτόν τον Θυμό τον πρώτο μέσα σου, είναι φωτιά, αλλά δεν αφανίζει, όταν του ανοίγεις την πόρτα. Δέξου τα Γιατί και τη Ζήλια και μίλησε τους σαν να είναι φίλοι που κάτι σου λένε σημαντικό για σένα. Στη δική σου καρδιά πήραν το πρόσωπό μου, αλλά όλοι γύρω σου έχουν τα δικά τους Γιατί και τον δικό τους Θυμό και τη δική τους Ζήλια και τα διώχνουν με μανία και τα απαρνιούνται και τα αποστρέφονται. Κι εκείνα τότε γίνονται μικροί διάβολοι και ύπουλα, χωρίς να αφήνουν ίχνη καταστρέφουν σιγά-σιγά τις ζωές τους. Τα λόγια μου βάλε μέσα σου και προχώρα.» Κι εκείνη η νύχτα από πολλές καταστροφές με έσωσε, γιατί τότε κατάλαβα ότι ο πατέρας μου, αν και πίστευα ότι όφειλε να μου δώσει τα πάντα, επειδή κάτι δικό του εξελίχθηκε σε ζωή μου, δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος, αδύναμος κι αυτός, όπως κι εγώ.
            Και είχα και τα αδέρφια μου. Αυτοί οι Άλλοι ήταν οι σύντροφοι στο παιχνίδι, οι σύντροφοι στην οικογένεια. Νόμιζα ότι ήμασταν ίδιοι και πολλές φορές μάλωσα μαζί τους και τους ζήλεψα αλλά και πολύ τους αγαπούσα. Αλλά η αλήθεια είναι πως όπως εγώ δεν ήθελα να είμαι ίδιος με αυτούς, ούτε κι εκείνοι ήθελαν να είναι ίδιοι μαζί μου. Είχε ο καθένας μας ένα δικό του σημαιάκι και ανέμιζε στο σπίτι και μετά, όταν μεγαλώσαμε πήρε το σημαιάκι του και βγήκε στον δρόμο και στη ζωή του. Μάταια προσπάθησα να τους προστατέψω νομίζοντας ότι ήξερα τα πάντα, νομίζοντας ότι ήμουν καλύτερος και πιο δυνατός. Είχαν κι εκείνοι τα δικά τους όπλα, απλώς ήταν διαφορετικά από τα δικά μου. Τα αδέρφια μου είχαν άλλο πατέρα, ο δικός τους είχε όντως πεθάνει. Όταν έμαθα πως ο δικός μου ο πατέρας ήταν εκείνος ο ταξιδιώτης, κάτι με πόνεσε βαθιά, αλλά και κάτι μου έδωσε χαρά μεγάλη χαρά. Μεγάλωσα όπως εκείνοι, αλλά εγώ είχα κάτι άλλο, μέσα μου έβραζε το αίμα που ζητούσε ταξίδια. Κι έτσι άφησα τα κόκαλα του παππού μου, τη μάνα μου, τα αδέρφια μου και πήγα σε μια μεγάλη πόλη, άγνωστος σε δρόμους γεμάτους ζωή άγνωστη, όπου αν πάθαινα κάτι κανείς δεν θα μου άπλωνε το χέρι, γιατί ήμουν απλώς ένα ξένος.
            Κι εκεί έκανα φίλους. Οι φίλοι μου ήταν οι Άλλοι που επέλεξα, γι’αυτό τους επέλεξα με προσοχή κι αν κάποιος δεν μου έκανε, έφευγα κι αν κάποιος είχε να μου δώσει και να μου μάθει κάτι, έμενα κοντά του για πάντα πιστός. Για χρόνια πολλά περπατήσαμε μαζί στη ζωή και ανοίξαμε τις καρδιές μας ο ένας στον άλλον. Και κάποιες στιγμές τους ζήλεψα όταν είχαν κάτι που δεν είχα και μπορεί και να θύμωσα μαζί τους, γιατί σαν εμένα δεν ήταν. Όταν πονούσα τους φώναζα, όταν πονούσαν, έτρεχα δίπλα τους. Και με έμαθαν ο καθένας τους από κάτι που δεν ήξερα. Και οι δρόμοι μας χώρισαν, οι ζωές μας τράβηξαν μακριά, αλλά ό,τι μαθαίνεις από κάποιον δεν φεύγει ποτέ και γι’αυτό πάντα τον θυμάσαι. Και οι φίλοι που με πρόδωσαν μου έμαθαν την προδοσία και μου έμαθαν να προστατεύομαι από ανθρώπους που φοβούνται να αγαπάνε ή δεν ξέρουν να αγαπάνε. Ένιωσα βέβαια κάποιες στιγμές μόνος, ολομόναχος στα τόσα χρόνια που έζησα και μάζεψα και παράπονα πολλά για όλους τους φίλους μου. Αλλά τα βράδια τώρα που βλέπω να πέφτουν τα αστέρια, θυμάμαι τα γέλια μας, τα κλάματά μας, και ξέρω πως είναι ωραία να έχουν επιλέξει να σε αγαπήσουν τόσοι άνθρωποι και τόσους ανθρώπους να έχεις επιλέξει να αγαπήσεις.
            Και ύστερα ήρθαν οι Δάσκαλοι. Είχα τρεις δασκάλους στη ζωή μου, τους συνάντησα και τους τρεις τυχαία σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου και δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με οδήγησε σε αυτούς και τι οδήγησε αυτούς σε μένα. Ήταν άνθρωποι μεγαλύτεροι και είχαν τη γνώση, όπως πολλοί άνθρωποι που διαβάζουν βιβλία, αλλά αυτοί τη γνώση την είχαν κάνει κάτι δικό τους, είχαν καταφέρει να γίνουν οι ίδιοι ένα βιβλίο, που κάθε φορά που μιλούσαν, το ξεφύλλιζα με λαχτάρα. Η γνώση για τον άνθρωπο δεν είναι τίποτα, αν δεν δεις ο ίδιος πρώτα τι άνθρωπος είσαι, τα βιβλία ξεχνιούνται και σκονίζονται στις βιβλιοθήκες, τις σελίδες τους τις παίρνει ο άνεμος και τις σκορπίζει μακριά, αυτών των ανθρώπων οι σελίδες ήταν γραμμένες από την ίδια τους την αλήθεια. Δεν χρειάζονται βιβλία, δεν χρειάζονται χαρτιά και μολύβια, δεν χρειάζονται σοφά λόγια, διδαχές,  για να μάθεις κάτι αληθινό, παρά μόνο ένας άνθρωπος αληθινός, που με πολύ κόπο αντίκρισε τον εαυτό του. Και τώρα αποφεύγω τους ανθρώπους που πολλά νομίζουν ότι ξέρουν και προσπαθώ να μάθω από το καθετί μικρό, από ένα μωρό που κάνει τα πρώτα του βήματα, από μια γάτα που γλείφει το μικρό της, από ένα μυρμήγκι που κουβαλάει ένα τόσο δα ψιχουλάκι για το χειμώνα, από έναν άνθρωπο που τόσο διαφορετικός είναι από εμένα που δεν τον αντέχω. Κι αν για κάτι θα ευχαριστώ πάντα τους δασκάλους μου, είναι γιατί μου έδειξαν πόσοι πολλοί είναι οι δρόμοι, τη στιγμή που ο καθένας δεν βλέπει γύρω του παρά μονάχα αδιέξοδα.
            Και τώρα θα σας πω για τον Άλλο, που πολύ με παίδεψε, για τη Γυναίκα. Γνώρισα κάποιες γυναίκες στη ζωή μου, δεν ήταν λίγες, δεν ήταν πολλές. Άλλες τις ερωτεύτηκα και ποτέ δεν κατάφερα να τους μιλήσω, μόνο έγραψα ποιήματα για αυτές, που ποτέ δεν διάβασαν, άλλες με αγάπησαν και τις απαρνήθηκα, γιατί φοβήθηκα πολλή αγάπη να δεχτώ και την ελευθερία μου να χάσω και με άλλες περάσαμε μαζί έρωτες, καταιγίδες, αλλά στο τέλος κάτι με έκανε πάλι να θέλω να ταξιδεύω και ή τις άφηνα ή τις έκανα να θέλουν να με αφήσουν. Αυτό το κάτι που μου άφησε αόρατη κληρονομιά ο πατέρας μου με κυνηγούσε; Πολλές φορές αναρωτήθηκα, γιατί δεν κατάφερνα να στεριώσω πουθενά. Και μετά από χρόνια κατέληξα σε ένα σπίτι με μια γυναίκα, κάναμε τρία παιδιά μαζί και περάσαμε πολλά δύσκολα και όμορφα χρόνια μαζί. Την αγάπησα πολύ, γιατί θέλησε κάτι δικό μου να πάρει και να το κάνει ανθρώπους, με αγάπησε κι εκείνη και με τίμησε κι επιτέλους ένιωσα κι εγώ τι είναι οικογένεια. Αλλά ήταν τόσο δύσκολο, παλεύαμε καθημερινά ο καθένας με φόβους και πόνους δικούς του και με φόβους και πόνους του άλλου, με τα φαντάσματα των γονιών μας, που στοίχειωναν το κρεβάτι μας, παλεύαμε γιατί είμαστε άλλα είδη ο άντρας και η γυναίκα και γινόταν ένας πόλεμος ανάμεσά στις ανάγκες μας, ανάμεσα σε αυτά που νομίζαμε ότι έπρεπε να κάνουμε και σε αυτά που θέλαμε, παλεύαμε με τον χρόνο που μας γερνούσε μέρα με τη μέρα και με τη λαχτάρα μας να μείνουμε για πάντα νέοι. Καταφέραμε να μείνουμε μαζί για πολλά χρόνια και να αγαπηθούμε και να φροντίσουμε ο ένας τον άλλον. Την έχασα πριν από αρκετά χρόνια, ευτυχώς τα παιδιά μας ήταν μεγάλα και είχαν τις δικές τους οικογένειες, έκλαψα τόσο πολύ τότε, πίστευα ότι αυτές οι βρύσες δεν θα στέρευαν ποτέ και φοβόμουν ότι η μοναξιά, που είχα τόσο ξεσυνηθίσει, σε στιγμές απελπισίας θα με έκανε να πέσω από κανέναν γκρεμό. Αλλά κάτι μέσα μου με έκανε πάντα να θέλω να ζω, έστω και στους μεγάλους πόνους και στις απελπισίες και να στέκω στους γκρεμούς, να κοιτάζω κάτω, να ζαλίζομαι, αλλά μετά να βλέπω τον ουρανό, τον ήλιο, τη ζωή, το πόσο μικρός είμαι εγώ και ο πόνος μου μπροστά σε κάτι τόσο μεγάλο, τόσο υπέροχο που υπάρχει γύρω μου.
            Καλός πατέρας δεν ξέρω αν ήμουν, ξέρω ότι είχα μέσα μου μεγάλα κενά από τον άγνωστο πατέρα μου, που συχνά με εμπόδιζαν, αλλά το μόνο όπλο απέναντί τους ήταν να τα βλέπω. Δεν υπάρχει γονιός, που δεν αγαπάει τα παιδιά του, μόνο ίσως κάποιες πολύ αρρωστημένα άρρωστες ψυχές, έχω ακούσει για γονιούς που σκότωσαν τα παιδιά τους κι αυτές είναι ιστορίες φρικτές, που δείχνουν πως οι άνθρωποι γίνονται ακόμη και τέρατα. Εμένα τα φαντάσματά μου με στοίχειωναν συνεχώς, έβλεπα στα όνειρά μου ότι έφευγα και ότι τα άφηνα να κλαίνε, το αίμα του πατέρα μου έβραζε μέσα μου, «αφού έτσι ήταν ο πατέρας σου τέτοιος πατέρας είσαι» μου έλεγε, «φύγε, πήγαινε μακριά, δεν υπάρχει σπίτι για σένα να στεριώσεις». Εκείνα ζητούσαν τόσο την αγάπη μου, με κοιτούσαν παρακλητικά τα παιδικά τους μάτια, πολλές φορές δεν ήξερα πώς να τη δώσω και θύμωνα μαζί τους και με τον εαυτό μου και πολλές φορές έφυγα με σκοπό να μην ξαναγυρίσω, να μην ακούω άλλο τα κλάματά τους, τις φωνές τους, να μη βλέπω άλλο τη θλίψη της γυναίκας μου, τη θλίψη της μάνας μου μέσα στη θλίψη της, να μη νιώθω τόσες ευθύνες πάνω μου και τόση αδυναμία μέσα μου. Και τότε έτρεχαν πίσω μου και μ’ έφταναν τα χέρια του παππού μου και των δασκάλων μου, μου άγγιζαν τους ώμους τρυφερά και κάπως αυστηρά, «πήγαινε, μπορείς», μου έλεγαν και μου θύμιζαν όσα μου έμαθαν και ήταν πολλά, ήταν αρκετά για να επιβιώσω εγώ και η οικογένειά μου. Κι ίσως τελικά έτσι να έμαθα και πιο πολλά και καλύτερος πατέρας να έγινα, ποιος ξέρει. Η πόρτα του πατέρα μου ήταν κλειστή, αλλά εγώ ήθελα να ζήσω και χτύπησα όποιες πόρτες μπόρεσα και άκουσα όσο πιο πολλούς ανθρώπους μπόρεσα, αν μου είχε ανοίξει εκείνος την πόρτα του με αγάπη, μπορεί να ήμουν ακόμη εκεί παγιδευμένος και τίποτα άλλο να μην είχα γνωρίσει. Ο πόνος στρώνει το έδαφος για την καταστροφή ή για τη γνώση. Τα παιδιά μου δεν τα εγκατέλειψα, τα αγάπησα όπως μπορούσα και όπως ήξερα και πάλεψα πολύ με τον εαυτό μου για να τα αφήσω να φύγουν, να κάνουν τις ζωές τους, να ζήσουν χωρίς να φοβούνται για μένα, χωρίς να νιώθουν ότι με εγκατέλειψαν. Είναι καλά κι αυτή είναι η μεγαλύτερη χαρά για έναν γονιό και πετάνε με τα δικά τους φτερά και τα βλέπω από μακριά και χαίρομαι και ίσως κι αυτός ο πατέρας μου, που ποτέ δεν με γνώρισε, ίσως από κάπου να με έβλεπε κι αυτός με χαρά, που κατάφερα στη ζωή μου να πετάξω.
            Τώρα είμαι μόνος εδώ χωρίς κανέναν Άλλον, αλλά είμαι ευτυχισμένος. Ακούω τη θάλασσα που ρίχνεται στα βράχια, ακούω τα πουλιά, βλέπω το φεγγάρι που ανεβαίνει μισό ή ολόκληρο, τον ήλιο που κάθε μέρα γίνεται κόκκινος. Έχω τους Άλλους μου μέσα μου και όλα όσα ένιωσα για αυτούς, επιλέγω να κρατήσω μόνο την αγάπη, βλέπω τους δαίμονές μου, τον φθόνο, το παράπονο, τη θλίψη, τη μοναξιά, το φόβο, ακούω με προσοχή τι έχουν να μου πούνε και τους λέω «εντάξει», αλλά επιλέγω μόνο την αγάπη και επιλέγω να βλέπω γύρω μου την ομορφιά. Αν είχα κι άλλα χρόνια μπροστά μου, το μόνο που θα ήθελα θα ήταν να γνωρίσω κι άλλους Άλλους και από αυτούς να μάθω απλώς παρατηρώντας τους να ζουν. Τα χρόνια μου τελείωσαν, όμως, δεν πειράζει, και έμεινα εδώ μόνος να θυμάμαι. Και μέσα στην αγάπη που νιώθω, μέσα στην ομορφιά, στις αναμνήσεις, στα χρώματα του ουρανού που αλλάζουν, αναρωτιέμαι καμιά  φορά μήπως πέθανα πριν κλείσω τον αιώνα που έκλεισε ο παππούς μου και πια δεν είμαι παρά μόνο ψυχή και αυτό που ζω είναι τελικά ο Παράδεισος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου