Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Το Χαστούκι

Ήταν μια συνηθισμένη μέρα στη δουλειά. Εκείνος πήγε νωρίς το πρωί, όπως πάντα νυσταγμένος, κρατώντας έναν γλυκό καφέ στο χέρι. Είπε καλημέρα σε όσους συνάντησε από τη στιγμή που μπήκε στο κτήριο της δημόσιας υπηρεσίας, εκ των οποίων οι μισοί δεν του απάντησαν, το ένα τρίτο δεν την άκουσε γιατί την είπε και μέσα από τα δόντια του, το ένα έκτο απάντησε σχετικά θερμά, ενώ το άλλο ένα έκτο απάντησε κι αυτό μέσα από τα δόντια του. Κάπου είχε διαβάσει ότι όταν λες καλημέρα στον κόσμο, φτιάχνει η μέρα σου, επί χρόνια το προσπαθούσε, αλλά η ψυχρή ανταπόκριση που είχαν οι μισές του καλημέρες, του δημιουργούσαν ένα ακαθόριστο και σχετικά δυσάρεστο πλάκωμα και κάτι σαν φτερούγισμα στο στήθος που διαρκούσε για λίγα λεπτά. Μετά αναλάμβανε η ρουτίνα και η μέρα έπαιρνε τον δρόμο της. Ήταν πενήντα χρόνων και δούλευε σε εκείνη την υπηρεσία επί 20 χρόνια. Αυτά τα 20 χρόνια στο μυαλό του είχαν γίνει μια μεγάλη μέρα που δεν άλλαζε ποτέ, μια βαρετή μεγάλη μέρα με χαρτιά και σφραγίδες, βαβούρα από τα γύρω γραφεία και τα αστειάκια της συναδέλφου του. Είχε πολλούς και πολλές συναδέλφους, θα αναφερθούμε στη συγκεκριμένη πιο εκτενώς και θα καταλάβετε παρακάτω γιατί. Δεν έχει νόημα να ονομαστεί ο ήρωάς μας, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε παχουλός πενηντάρης δημόσιος υπάλληλος. Τον έχετε προσπεράσει άπειρες φορές στο δρόμο, έχετε καθίσει δίπλα του σε κάποιο λεωφορείο ή τον έχετε δει να πίνει καφέ σε μια από τις πολλές δημόσιες υπηρεσίες που επισκέπτεστε τακτικά. Η εν λόγω υπάλληλος είναι κι αυτή μια συνηθισμένη ξανθιά, μικροκαμωμένη γυναίκα, αρκετά περιποιημένη, με κάπως έντονο βάψιμο, κομψό και περιποιημένο ντύσιμο, αν και κάπως υπερβολικό για το συγκεκριμένο εργασιακό περιβάλλον. Το βασικό χαρακτηριστικό της; Τα αστεία. Ή μάλλον η προσπάθεια να κάνει χιούμορ. Αλλά το χιούμορ είναι σαν τον οργασμό, όσο πιο πολύ το προσπαθεί κανείς τόσο πιο πολύ αποτυγχάνει σε αυτό. Τέλος πάντων , η συγκεκριμένη έχει εντοπίσει στο γραφείο δύο τρία άτομα, τα οποία και περιλούζει συνεχώς με κοσμητικά επίθετα, αλλά γελώντας πάντα δήθεν καλοπροαίρετα και κρατώντας το τσιγάρο της με επιτηδευμένες κινήσεις. Ένα από αυτά τα άτομα είναι και ο ήρωάς μας, ο οποίος τόσο καιρό δεχόταν αυτές τις επιθέσεις χαμογελώντας αμήχανα και σαν να μην τον ένοιαζε. Έτσι έλεγε μέσα του κι έτσι έδειχνε με τη συμπεριφορά του, ότι δεν τον ένοιαζε, άλλωστε κανείς από το γραφείο δεν γελούσε ποτέ με τα "αστεία" της κυρίας, στην αρχή την κοιτούσαν έκπληκτοι και μετά άρχισαν να την αγνοούν, όχι από συναδελφική αλληλεγγύη, μη νομίζετε, ούτε από προσήλωση στη δουλειά τους, αλλά επειδή τα αστεία αυτά ήταν κάπως παγερά. Αυτά γίνονταν τόσα χρόνια και ο ήρωάς μας περίμενε πως και εκείνη η μέρα σε τίποτα δεν θα ξεχώριζε από τα προηγούμενα 20 χρόνια, αλλά κάτι να, κάτι παράξενο συνέβη και η μέρα πήρε αναπάντεχη τροπή.
Θα παραθέσω τον διάλογο αυτούσιο από τη στιγμή που η ξανθιά συνάδελφος πλησίασε στο γραφείο του ήρωά μας.
"Μήπως έχεις δει τη σφραγίδα μου;"
"Τι είπες;"
"Κουφός είσαι, χοντρούλη;"
"Τι είπες;"
"Αν είδες τη σφραγίδα μου."
"Όχι μετά τι είπες" Εδώ να πούμε πως το μάτι του είχε γουρλώσει κάπως παράξενα.
"Κουφός είσαι χοντρούλη, λεω, Τη σφραγίδα μου θέλω."
Εκείνη την ώρα ο ήρωάς μας πετάχτηκε από την καρέκλα του και έριξε ένα δυνατό χαστούκι στο μάγουλο της κυρίας. Ο ήχος ακούστηκε σε όλο το γραφείο και περίπου δεκαπέντε σοκαρισμένα κεφάλια γύρισαν και κοίταξαν με το στόμα μισάνοιχτο.
Η κυρία κρατούσε το μάγουλό της και σαν να προσπαθούσε να μιλήσει και να μην μπορούσε.
Εκείνος κοιτούσε την παχουλή του παλάμη σαν να μην την αναγνώριζε και προσπαθούσε να καταλάβει πώς αυτενέργησε έτσι.
Πνιγμένος στις ενοχές πήγε να ζητήσει συγγνώμη. Αλλά τότε αναγνώρισε αυτό το πλάκωμα στο στήθος, αυτό που ένιωθε κάθε πρωί όταν δεν απαντούσαν στις καλημέρες του, που τώρα το ένιωθε σαν ένα ζώο που το είχαν δέσει και λύθηκε και προσπαθούσε τώρα να το σκάσει από τη φυλακή του, να πεταχτεί και να ελευθερωθεί, ήταν τόσο έντονο που σχεδόν είχε καταλάβει όλο του το σώμα. Αλλά επειδή η ευγένεια τον χαρακτήριζε σαν άνθρωπο είπε ένα συγγνώμη μέσα από τα δόντια του και έριξε μια ματιά στο πάτωμα φοβούμενος θα έβλεπε πεταμένο κανένα δόντι της κυρίας γιατί το χαστούκι του το ένιωσε ασύλληπτα δυνατό,
Εκείνη ακόμη δεν είχε βρει τα λόγια της κι έτρεμε σαν το ψάρι.
Οι γύρω συνάδελφοι άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους. Της άξιζε, είπε ένας. Δεν πρέπει να χτυπάμε ποτέ γυναίκες, είπε ένας άλλος. Ο καθένας έλεγε τη γνώμη του, τι πιο εύκολο από το να πει κάποιος τη γνώμη του σε κάτι που δεν τον αφορά. Οι δύο πρωταγωνιστές της βίαιης αυτής σκηνής ήταν σοκαρισμένοι και απέφευγαν να κοιταχτούν
και να μιλήσουν. Και θα μπορούσαν να στέκονται εκεί για ώρες οι δύο τους αμίλητοι και οι υπόλοιποι να λένε τη γνώμη τους και να βγάζουν πορίσματα αλλά ευτυχώς ήρθε ο προϊστάμενος από το γραφείο του και τον κάλεσε μέσα.
"Είσαι καλά;" τον ρώτησε.
"Δεν ξέρω."
"Γιατί το έκανες αυτό"
"Δεν ξέρω."
"Τι σου είπε αυτή η φαρμακόγλωσσα;"
"Κουφός είσαι, χοντρούλη;"
"Εντάξει, δεν είσαι και τόσο χοντρός, μην στενοχωριέσαι"
"Το "κουφός" με πείραξε μάλλον. Συγγνώμη πάντως"
"Να μην επαναληφθεί σε παρακαλώ."
"Φυσικά και όχι, ειλικρινά, δεν ξέρω πώς έγινε"
"Ε, άνθρωπος είσαι. Θύμωσες. Δεν σε έχω ξαναδεί να θυμώνεις"
"Θύμωσα, λέτε; Αυτό που ένιωσα στο στήθος μου ήταν θυμός;" είπε σαν να ανακάλυψε την πυρίτιδα.
Ο προϊστάμενος τον κοίταξε έκπληκτος, αλλά ήδη είχε βαρεθεί να ασχολείται με το συμβάν και δεν έδωσε σημασία.
"Σου δίνω άδεια. Πήγαινε στο σπίτι σου να ηρεμήσεις και να μην επαναληφθεί αυτή η βία στην υπηρεσία, σε παρακαλώ. Αν αυτή η σκρόφα σου κάνει μήνυση,
θα σε καλύψω πάντως. Έχω ακούσει τι λέει και για μένα πίσω από την πλάτη μου, μερικές φορές και μπροστά μου. Αλλά μην την παρεξηγείς. Απ' ότι έχω μάθει ο άντρας της έχει επταετή εξωσυζυγική σχέση και εξάχρονο εξώγαμο παιδί, καταλαβαίνεις, Έρχεται εδώ και βγάζει πάνω μας τα απωθημένα της."
"Αλήθεια;" είπε αυτός με κάποια λύπηση.
"Ε, έτσι είναι η ζωή, για άλλους εύκολη, για άλλους δύσκολη. Τι να κάνουμε τώρα. Αντε, μην με κοιτάς ,πήγαινε. Έχω και δουλειά."
Πολύ αμφέβαλε για το τελευταίο, αλλά έκανε μεταβολή κι έφυγε. Πήρε το σακάκι του από την καρέκλα του, το φόρεσε κι έφυγε. Ένιωθε όλα τα βλέμματα πάνω του
και ειδικά το δικό της φοβισμένο. Του άρεσε αυτό.
       Αποφάσισε να πάει με τα πόδια στο σπίτι. Η γυναίκα του θα γκρίνιαζε που γύρισε νωρίς, γιατί δεν θα είχε προλάβει να τελειώσει το καθάρισμα και εκείνος θα λέρωνε το πάτωμα. Ενθυμούμενος τη φωνή της, θυμήθηκε τη φράση "κουφός είσαι" και την άκουσε μες στο μυαλό του από τη φωνή  της γυναίκας του. Το έλεγε συνέχεια, ειδικά όταν εκείνος διάβαζε την εφημερίδα του ή έβλεπε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση κι εκείνη ήθελε να του πει τα τελευταία κουτσομπολιά των φίλων της που καθόλου δεν τον ενδιέφεραν. Και μέσα του άρχισε να νιώθει πάλι το ζώο να παλεύει να ελευθερωθεί, να ξεχυθεί και να δαγκώσει λαιμούς. Και ξαφνικά θυμήθηκε τη μάνα του, που του έλεγε κι εκείνη την ίδια φράση, κάθε φορά που εκείνος ζωγράφιζε ή διάβαζε για το σχολείο κι εκείνη ήθελε να τη βοηθήσει σε κάτι ή απλώς να του μιλήσει
και κυρίως όταν ήθελε να κλάψει στην αγκαλιά του για τον χαμό του πατέρα του, που εκείνος δεν τον γνώρισε γιατί έπεσε από έναν ουρανοξύστη στην Αμερική που είχε πάει για να μαζέψει χρήματα για την οικογένειά του. Και όχι μόνο έκλαιγε στην αγκαλιά του αλλά τον ανάγκαζε να κλαίει κι αυτός, "που έμεινε ορφανός" τόσο μικρός, αλλά εκείνος δεν είχε δάκρυα για κάποιον που δεν γνώρισε και πήγαινε στην τουαλέτα κι έβρεχε τα μάτια του για να μην στενοχωρήσει τη μάνα του. Και ναι, τότε ένιωθε αυτό το ζώο μέσα του να τρέμει, τότε μάλλον ήταν ο πρώτος του θυμός, αλλά πώς μπορούσε να θυμώσει σε μια μάνα που έμεινε τόσο νωρίς χήρα και έκλαιγε κάθε βράδυ και κυρίως πώς μπορούσε να της φωνάξει ή να χτυπήσει το πόδι κάτω ή να κλείσει την πόρτα με δύναμη; Με την παραμικρή τέτοια κίνηση του η μάνα του θα κατέρρεε κι εκείνος θα έμενε μόνος, ορφανός και από τους δύο γονείς και αφού κανέναν δεν θα είχε να τον φροντίσει, θα πέθαινε.
    Αυτά θυμήθηκε ξαφνικά, μα τι σου είναι η μνήμη ενός ανθρώπου και τι σου είναι ο άνθρωπος τελικά, δεν είχε όρεξη να γυρίσει στη γυναίκα του, άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα και το ζώο μέσα του άρχισε να λύνεται από τα δεσμά του και να αναδύεται και τότε αυτός άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα και το ζώο ήταν έτοιμο να κατασπαράξει όποιον έβρισκε μπροστά του και τότε εκείνος, άρχισε να τρέχει και το ζώο επιτέλους πετάχτηκε από μέσα του, τον κοίταξε μέσα στα μάτια
και τα μάτια του ήταν πονεμένα κι ύστερα το χάιδεψε και το ζώο επιτέλους έφυγε ελεύθερο για κάπου μακριά. ΄Έτρεχε ο ήρωάς μας στους δρόμους της πόλης και οι περαστικοί τον κοιτούσαν περίεργα αλλά εκείνος ήταν χαρούμενος που για πρώτη φορά στη ζωή του συναντήθηκε με το ζώο που λυσσομανούσε μέσα του, με τον θυμό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου