Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Ανυπαρξία


              Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει μέσα στην ησυχία. Τα μάτια του άνοιξαν στο σκοτάδι.
Το ένα του χέρι έκλεισε το ξυπνητήρι, το άλλο άνοιξε το φως. Μηχανικά άρχισε να ντύνεται, φόρεσε το φθαρμένο του τζιν και την μπλούζα της δουλειάς. Φόρεσε κάλτσες και παπούτσια και μετά πήγε στην τουαλέτα. Λίγα λεπτά μετά βγήκε από την τουαλέτα, έριξε ένα μπουφάν στους ώμους, πήρε κλειδιά, κινητό και πορτοφόλι και βγήκε από το σπίτι. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξει το ρολόι του. Ήξερε ότι σε δέκα λεπτά το λεωφορείο θα περνούσε από τη στάση απέναντι από το σπίτι του. Η λεωφόρος ήταν σχεδόν άδεια. Ήταν πέντε και δέκα το πρωί.
            Το λεωφορείο που έπαιρνε πήγαινε στο αεροδρόμιο. Στη στάση βρισκόταν καθισμένη μια κοπέλα με μια μεγάλη βαλίτσα. Φαινόταν ανήσυχη και ξενυχτισμένη. Άρχισε να παίζει το γνωστό του παιχνίδι. Πού να πήγαινε άραγε; Άρχισε να μαντεύει πιθανούς τόπους προορισμού και πιθανούς λόγους. Μεταπτυχιακές σπουδές, ιατρικοί λόγοι, μπα, μάλλον όχι. Θα έμενε για δέκα μέρες, από το μέγεθος της βαλίτσας συνήθως μπορούσε να το υπολογίσει αυτό. Το λεωφορείο ήρθε  κι εκείνος μπήκε πίσω από την κοπέλα της. Μέσα βρίσκονταν περίπου δέκα επιβάτες, εκείνος πήγε και κάθισε δίπλα της. Πέρασαν λίγα λεπτά κι ύστερα της μίλησε.
“Στο αεροδρόμιο πας κι εσύ;”
“Όλοι όσοι μπαίνουν σε αυτό το λεωφορείο εκεί πάνε.”
“Ναι, το ξέρω πολύ καλά αυτό.”
“Εσύ δεν έχεις βαλίτσα”
“Εγώ δουλεύω εκεί.”
“Τι δουλειά κάνεις;”
“Φτιάχνω καφέδες”
Η κοπέλα δεν σχολίασε.
“Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή” είπε αυτός μαντεύοντας τις σκέψεις της.
“Ναι, σίγουρα”
“Εσύ πού πηγαίνεις;”
            Και η κοπέλα άρχισε την ιστορία της. Πήγαινε στη Ρώμη να συναντήσει έναν νεαρό, που γνώρισε το καλοκαίρι στο νησί, που παραθέριζε. Από τότε είχαν διατηρήσει ηλεκτρονική επικοινωνία και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι τον είχε ερωτευτεί.
“Αδιέξοδο”, σχολίασε αυτός.
“Όλες μου οι σχέσεις είναι αδιέξοδες, Τουλάχιστον τώρα θα δω και τη Ρώμη.”
“Η αιώνια πόλη.”
“Έχεις πάει;”
“Όχι.”
 Πουθενά δεν έχω πάει, πήγε να συμπληρώσει, αλλά σαν να ντράπηκε λίγο, παρ'όλο που συνήθως δεν ντρεπόταν γι'αυτό.
            Έξω άρχισε να βρέχει δυνατά και το λεωφορείο άρχισε να γεμίζει με βρεγμένους μελλοντικούς ταξιδιώτες. Σε ένα από τα πίσω καθίσματα μισοκοιμόταν μια αεροσυνοδός με μισάνοιχτο το στόμα.
Η κοπέλα κοιτούσε το ρολόι της νευρικά.
“Μπορεί να χάσω την πτήση. Δεν είχα υπολογίσει τη βροχή.”
“Κρίμα”, είπε αυτός και γύρισε το κεφάλι προς κάποιον άλλο επιβάτη προσπαθώντας να μαντέψει τον τόπο προορισμού του.
            Πέρασε μισή ώρα. Η κοπέλα κοιτούσε συνεχώς το ρολόι της και ξεφυσούσε. Τελικά έφτασαν κι εκείνη πετάχτηκε από το κάθισμα, αλλά με τη μεγάλη βαλίτσα δεν μπορούσε να τρέξει.
“Να σε βοηθήσω”, της είπε και πήρε αυτός τη βαλίτσα.
“Σ'ευχαριστώ", απάντησε ανακουφισμένη εκείνη.
            Λίγα λεπτά μετά βρισκόταν στην καφετέρια κι ετοίμαζε τον πρώτο καφέ για μια κυρία, που είχε έρθει να πάρει το γιο της. Το χαμόγελο της κοπέλας και το χαριτωμένο της τρέξιμο είχε μείνει αχνά στο μυαλό του. Κι αν έχανε την πτήση; Θα έπαιρνε το επόμενο αεροπλάνο, ηλίθιε. Ναι, θα έπαιρνε το επόμενο αεροπλάνο...
“Από πού έρχεται ο γιος σας;”
“Από Λονδίνο.”
“Σπουδάζει εκεί;”
“Τελείωσε το μεταπτυχιακό του. Τώρα θα ψάξει για δουλειά.”
“Πολύ αμφιβάλλω αν θα βρει.”
Η κυρία τον κοίταξε ενοχλημένη.
“Ξέρω πολλά παιδιά που έκαναν μεταπτυχιακό στο Λονδίνο και δεν έβρισκαν δουλειά.”
“Ο γιος μου θα βρει.”
“Κι η μάνα μου έτσι έλεγε.”
“Εσύ πού σπούδασες;”
“Στο πολυτεχνείο. Αλλά τα παράτησα στο τελευταίο εξάμηνο.”
“Γι'αυτό.”, είπε η κυρία μουρμουρίζοντας παίρνοντας τον καφέ της αλλά από το τρομοκρατημένο της ύφος κατάλαβε ότι για ένα λεπτό φαντάστηκε τον γιο της να σερβίρει καφέ.
            Δεν έχεις όνειρα; τον ρωτούσαν όλοι. Χωρίς σπουδές είσαι ένα τίποτα. Αν είχε πτυχίο, πιθανώς να ήταν ένα τίποτα με πτυχίο ή μπορεί και να είχε βρει καμιά θέση σε μια εταιρεία. Αλλά δεν ήθελε. Δεν ήθελε να προσπαθήσει. Του φαινόταν μάταιο. Δεν ήξερε γιατί και κανείς δεν τον καταλάβαινε. Ίσως κι εκείνος να μην καταλάβαινε τον εαυτό του. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Η μητέρα του έλεγε στις φίλες της ότι πήρε το πτυχίο και ότι δούλευε σε μια εταιρεία. Το είχε πει τόσες φορές, που το είχε σχεδόν πιστέψει. Δε βαριέσαι. Αφού αυτό την έκανε ευτυχισμένη. Το ψέμα. Δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι για αλήθειες. Έτσι κι αλλιώς τώρα είχε φύγει από το πολυτελές διαμέρισμα των γονιών του κι έμενε στην άθλια, μικρή του γκαρσονιέρα. Ήταν όσο η κουζίνα της μητέρας του, αλλά εκεί μπορούσε να αναπνεύσει. Δεν χρειαζόταν πολλά. Έναν καναπέ, που γινόταν κρεβάτι, ένα τραπεζάκι, τα βιβλία του-όχι της σχολής- σε στοίβες στο πάτωμα, και τον παλιό υπολογιστή. Δεν είχε τηλεόραση. Βαριόταν να βλέπει τηλεόραση. Βαριόταν το ψέμα. Γι'αυτό άλλωστε και είχε φύγει από τους γονείς του.
            Ένα ζευγάρι παρήγγειλε δύο καφέδες.
“Πού πηγαίνετε;”
“Ταξίδι του μέλιτος. Στη Νέα Υόρκη”
“Νιόπαντροι;”
“Ναι”, χαμογέλασαν περήφανοι.
“Ελπίζω να μην χωρίσετε”
“Γιατί να χωρίσουμε;”, γέλασαν
“Πολλοί χωρίζουν”
“Ναι, οι κουμπάροι μας χώρισαν”
“Κρίμα”
“Είναι καλύτερα τώρα”
“Ωραία τότε”
“Όπως και να χει, εμείς δεν θα χωρίσουμε”
“Σας το εύχομαι”
“Ευχαριστούμε. Κράτα τα ρέστα”, είπε ο νιόπαντρος άντρας και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα.
“Καλή δουλειά”, χαμογέλασε η νιόπαντρη γυναίκα.
Τελικά ο έρωτας κάνει τους ανθρώπους ευγενικούς, σκέφτηκε εκείνος. Τους είδε να απομακρύνονται γελώντας. Μάλλον μαζί μου γελάνε, σκέφτηκε, αλλά τουλάχιστον άφησαν φιλοδώρημα.
            Μα δεν θέλεις να παντρευτείς; τον ρωτούσαν οι κοπέλες του.  Όχι, έλεγε αυτός. Γιατί;
Οι γονείς μου ήταν δυστυχισμένοι. Εμείς δεν θα είμαστε, του είχαν πει οι περισσότερες. Δεν είσαι σε θέση να το εγγυηθείς αυτό, είχε απαντήσει στην καθεμία ξεχωριστά. Και μετά συνήθως χώριζαν. Στενοχωριόταν λίγο, έπινε, κάπνιζε, έκανε περιστασιακό σεξ, το ξεπερνούσε. Καμία σχέση δεν κρατάει παντοτινά. Τίποτα δεν κρατάει παντοτινά. Ο γάμος είναι μια ψευδαίσθηση παντοτινού. Είμαστε μόνοι μας και καλύτερα να το ξέρουμε. Δεν θέλεις παιδιά; τον είχε ρωτήσει ο πατέρας του. Όχι. Γιατί; Γιατί εγώ ήμουν δυστυχισμένος, όταν κεράτωνες τη μάνα μου και νομίζω ότι δεν μπορώ να μείνω πιστός σε μια γυναίκα. Ο πατέρας του δεν τον ξαναρώτησε τίποτα, ούτε καν τι δουλειά έπιασε. Μάλλον η μητέρα του τον είχε πείσει ότι δούλευε σε εταιρεία.
            Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται πολλοί πελάτες. Δεν προλάβαινε να τους ρωτήσει όλους.
Άκουσε πάντως πολλούς προορισμούς. Μαδρίτη, Λος Άντζελες, Κωνσταντινούπολη, Βομβάη, Βερολίνο, Πράγα και τόσες άλλες. Στενοχωρήθηκε λίγο, όταν είδε ένα παιδάκι με ξυρισμένο κεφάλι, που πήγαινε κι εκείνο στη Νέα Υόρκη για εγχείρηση στον εγκέφαλο. Θα ήταν στην ίδια πτήση με το νιόπαντρο ζευγάρι. Όταν ο ένας βρίσκεται στα σύννεφα, ο άλλος ζει έναν εφιάλτη, είναι άδικη η ζωή, λένε, αλλά όλοι θα πεθάνουμε και αυτή είναι ίσως η μόνη δίκαιη πραγματικότητα.
            Αεροπλάνα έρχονταν κι έφευγαν, μαζί τους έπαιρναν ταξιδιώτες και βαλίτσες και τις ιστορίες τους,  τα όνειρα τους, τους φόβους και τις ελπίδες τους, η βροχή σταματούσε και ξανάρχιζε, εκείνος έφτιαχνε ασταμάτητα καφέδες, κάθε φορά έναν καφέ για κάποιον άλλον, έναν καφέ βιαστικό ανάμεσα σε πτήσεις, άνθρωποι κουρασμένοι του έδιναν χρήματα και τους έδινε ρέστα και τους ρωτούσε πού πήγαιναν ή από πού έρχονταν κι εκείνοι απαντούσαν στα γρήγορα ή τον κοιτούσαν καχύποπτα, άκουγε για τις πόλεις του κόσμου, για πόλεις άγνωστες και ξένους λαούς, άκουγε όμορφα σχόλια και παράπονα, για έρωτες, για σπουδές, για διακοπές και δεν ζήλευε κανέναν τους, ποτέ δεν ζήλεψε κανέναν τους, του αρκούσε να πηγαινοέρχεται με το λεωφορείο του αεροδρομίου από την άθλια, μικρή του γκαρσονιέρα σε αυτήν την καφετέρια, δεν ζήλευε τα ταξίδια τους, ούτε τις ζωές τους, δεν είχε όρεξη να ταξιδέψει, δεν ήθελε να κάνει οικογένεια, ούτε να αγαπήσει ούτε να δεσμευτεί, ούτε να γνωρίσει τον κόσμο, γιατί αυτός δεν ήταν γεννημένος για αυτή τη ζωή, ήταν ένας περαστικός, δεν ήθελε να αγγίξει, ούτε να τον αγγίξουν, ήθελε μόνο να περάσει γρήγορα η ζωή του για να επιστρέψει στην ανυπαρξία, μέσα στην ανυπαρξία ονειρευόταν κάποτε να πετάξει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου