Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Επίσκεψη στο Ζωολογικό Κήπο


   *Το διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο eyelands.

   Ξύπνησα με μια άσχημη διάθεση το πρωί χωρίς να ξέρω γιατί. Η γυναίκα μου με περίμενε ντυμένη, είχε ετοιμάσει το αγαπημένο μου πρωινό. Βιάσου, αγάπη μου, μού είπε, θα αργήσουμε. Πού έχουμε να πάμε; Στον ζωολογικό κήπο. Μα ναι, πώς το είχα ξεχάσει;


   Το είχαν κανονίσει εδώ και βδομάδες με την καλύτερή της φίλη και τον άντρα της και τον εξάχρονο γιο τους. Νομίζω ότι η γυναίκα μου το περίμενε με μεγαλύτερη ανυπομονησία από τον εξάχρονο και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Πολλές φορές εγκατέλειπα την προσπάθεια να την καταλάβω και αυτή ήταν μία από αυτές και γι'αυτό ένα βράδυ που έβλεπα ειδήσεις στην τηλεόραση συμφώνησα μέσα από τα δόντια μου να πάω κι εγώ στον ζωολογικό κήπο γιατί, ζευγάρι είμαστε και δεν νιώθει άνετα να μην τη συνοδεύω. Οι αμαρτίες πληρώνονται και είχε έρθει η ώρα να πληρώσω το γεγονός ότι από το να ακούω τη γκρίνια της προτίμησα να χαλάσω την Κυριακή μου. Τώρα που είχε έρθει η Κυριακή όμως θα προτιμούσα να είχα πετάξει το τηλεκοντρόλ στον τοίχο και να είχα φωνάξει "δεν θέλω να πάω στον ζωολογικό κήπο, μια Κυριακή έχω να ξεκουραστώ!".         Πολλές φορές φαντασιώνομαι ότι σπάω όλο το σπίτι, δυστυχώς όμως είμαι ανίκανος και τη φωνή μου να υψώσω ακόμη. Η επιθετικότητά μου διοχετεύεται στο καυστικό χιούμορ μου και όπως λέει η σύντροφος η αταραξία μου και ο χλευασμός μου μερικές φορές είναι χειρότερες και από σωματική βία.

   Έφαγα το πρωινό μου βιαστικά, γιατί κάθε ενάμιση λεπτό άκουγα τη φωνούλα της να λέει ότι οι φίλοι μας μάς περίμεναν και έχουν και μικρό παιδί. Βγήκαμε από το σπίτι και πήγαμε στο αμάξι σχεδόν τρέχοντας. Αποφάσισε να οδηγήσει εκείνη με αποτέλεσμα να μας βρίσουν δύο άντρες οδηγοί και μια πεζή γριούλα και ο Θεός βοήθησε και φτάσαμε τελικά σε αυτόν τον καταραμένο το ζωολογικό κήπο. Οι φίλοι μας, που εγώ δεν τους θεωρώ φίλους μου, μάς περίμεναν στη ουρά και το παιδάκι τους χοροπηδούσε γύρω τους κάνοντας τον Ινδιάνο. Η γυναίκα μου το διέκοψε από το παιχνίδι του και άρχισε να το ρωτάει για το σχολείο. Μετά από λίγα λεπτά οι ερωτήσεις έγιναν κανονική ανάκριση. Πώς σου φαίνεται το σχολείο; Είσαι καλός μαθητής; Ποιο μάθημα προτιμάς; Έχεις φίλους; Αγαπάς τη δασκάλα σου; Σου αρέσει καμιά συμμαθήτριά σου; Ο εξάχρονος μικρός βαρέθηκε να απαντάει και ξανάρχισε να κάνει τον Ινδιάνο αλλά αυτό τάραξε τη μητέρα του που του είπε ότι είναι αγένεια να μην απαντάει όταν τον ρωτάνε κάτι και ότι έπρεπε να ζητήσει συγνώμη. Εκείνος είπε μια συγγνώμη στα ινδιάνικα, η μητέρα ξεφύσηξε αγανακτισμένη, ο πατέρας ξεφύλλιζε μια εφημερίδα που κρατούσε στα χέρια του και η γυναίκα μου άρχισε να κοιτάζει γύρω της. Και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν έπρεπε να είχαμε πάει εκεί.

   Ήμουν περιτριγυρισμένος από οικογένειες. Οικογένειες σε κάθε συνδυασμό. Ζευγάρια με μωρό στο καρότσι και παιδί προσχολικής ηλικίας, ζευγάρια εν αναμονή βρέφους και με νήπιο στην αγκαλιά, ζευγάρια με παιδί στην εφηβεία και μωρό ή νήπιο, ζευγάρια με δύο εφήβους που μάλωναν, ζευγάρια με τη μάνα του ενός να κρατάει το μωρό στην αγκαλιά, ζευγάρια με τρία παιδιά στα οποία φώναζαν να μην απομακρύνονται, παντού παιδιά, παιδιά, παιδιά...Ήθελα να ουρλιάξω. Και για να μην με παρεξηγήσετε δεν έχω τίποτα με αυτούς τους μικρούς ανθρωπάκους. Είναι αρκετά χαριτωμένοι και συνήθως πιο έξυπνοι από εμάς τους ενήλικες. Τότε γιατί ήθελες να ουρλιάξεις θα μου πείτε. Γιατί η γυναίκα μου κάθε φορά που βλέπει μωρό σε κοιλιά, σε κούνια, σε αγκαλιά ή πεζό γυρίζει και με κοιτάζει επίμονα και παρακλητικά, θλιμμένα και θυμωμένα. Εγώ γυρίζω τα μάτια μου αλλού αλλά το βλέμμα της δεν φεύγει από πάνω μου και ακολουθεί μια βαριά και φορτισμένη σιωπή κατά την οποία ο ένας μισεί τον άλλο για αρκετή ώρα. Και εκείνη τη μισή ώρα στην ουρά που περιμέναμε στο ζωολογικό κήπο μισηθήκαμε για άλλη μια φορά.

   Το θέμα του παιδιού είναι ένα θέμα που δεν συζητάμε ποτέ. Εγώ της είχα ξεκαθαρίσει πριν τον γάμο ότι δεν θέλω παιδιά. Εκείνη είχε πει ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εμένα. Και περάσαμε τέσσερα πολύ όμορφα χρόνια χωρίς αυτό το θέμα να μας επισκιάζει. Και μια μέρα μου είπε πολύ σοβαρά ότι ήθελε παιδί. Της απάντησα εξίσου σοβαρά ότι εγώ δεν ήθελα και ότι το ήξερε από την αρχή. Είπε ότι ήλπιζε ότι θα άλλαζα γνώμη με τον καιρό. Της είπα ότι δεν άλλαξα γνώμη. Για πολύ καιρό προσπαθούσε ο ένας να πείσει τον άλλον με αποτέλεσμα δράματα, κλάματα και καυστικά σχόλια. Μια μέρα δεν άντεξα κι έφυγα από το σπίτι. Έμεινα ένα μήνα σε έναν εργένη φίλο μου. Ένα βράδυ με πήρε τηλέφωνο κλαίγοντας και μου είπε ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εμένα. Της είπα ότι δεν ήθελα να κάνει τέτοια θυσία. Μου είπε ότι δεν θα μπορούσε να αγαπήσει ποτέ άλλον άρα και πάλι παιδί δεν θα έκανε. Γύρισα στο σπίτι και τον πρώτο καιρό απολαμβάναμε ο ένας τον άλλο, μου είχε λείψει και της είχα λείψει και είχαμε συνειδητοποιήσει πόσο αγαπιόμαστε. Είναι πολύ όμορφο να μοιράζεσαι τη ζωή σου με κάποιον που αγαπάς. Αλλά λίγο μετά άρχισαν αυτά τα βλέμματα για τα οποία δεν μπορώ να κάνω κάτι γιατί ποτέ δεν τα συνοδεύουν λέξεις. Αν γκρίνιαζε όπως γκρινιάζει για το ότι δεν πηγαίνουμε στο θέατρο ίσως μπορούσα να το αντιμετωπίσω, ίσως αναγκαζόμουν και να χωρίσω για πάντα.    Φοβάμαι να ανοίξω πάλι αυτήν την πληγή, φοβάμαι ότι ο γάμος μας δεν θα αντέξει και η αλήθεια είναι ότι κι εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εκείνη. Μισώ τον εαυτό μου που δεν μπορώ να την κάνω ευτυχισμένη αλλά είμαι και θυμωμένος μαζί της γιατί εγώ το είχα πει από τότε, εγώ ήμουν εντάξει, μου είχε υποσχεθεί ότι εγώ της αρκούσα και τώρα δεν είμαι αρκετός, ξέρω ότι εκείνες τις στιγμές που βλέπει ένα όμορφο μωρό να κοιμάται με μισεί που δεν είναι το δικό μας μωρό, με μισεί και δεν μπορεί ούτε καν να μου το πει γιατί φοβάται μην με χάσει και το μόνο που της μένει είναι αυτά τα βλέμματα που όσο περνάει ο καιρός είναι όλο και πιο έντονα και όλο και περισσότερη φορτισμένη σιωπή αφήνουν.

   Νιώθω αδικημένος. Ένας γάμος δεν πρέπει να γίνεται με την προοπτική ότι ο ένας θα αλλάξει τον άλλον. Καταλαβαίνω όμως ότι κι εκείνη νιώθει το ίδιο αδικημένη. Της στερώ τη μητρότητα που υποτίθεται ότι είναι η ολοκλήρωση για μια γυναίκα. Ο καιρός περνάει και γίνεται όλο και πιο μελαγχολική. Τα μάτια της είναι γεμάτα απορία. Όταν συζητούσαμε ακόμη το θέμα και με ρωτούσε γιατί δεν ήθελα παιδιά δεν είχα απάντηση να της δώσω. Αυτό την έκανε να ελπίζει ότι τελικά θα με έπειθε. Είναι αλήθεια παράξενο το πώς είμαι τόσο αποφασισμένος για κάτι χωρίς να υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αίτία. Δεν το έχω σκεφτεί και πολλές φορές και δεν θέλω να το σκεφτώ. Είναι δικαίωμά μου να μην θέλω να φέρω μια ανθρώπινη ζωή σε αυτόν τον κόσμο για την οποία επί δεκαοχτώ χρόνια θα είμαι υπεύθυνος. Δεν είναι τόσο ότι φοβάμαι την ευθύνη, από μικρός στη ζωή μου έμαθα να ανταπεξέρχομαι στις ευθύνες μιας και μεγάλωσα χωρίς μάνα. Θέλω να λέω ότι δεν μου αρέσει αυτός ο κόσμος, είναι σκληρός και άδικος, η ζωή είναι όλο απρόοπτα και δυσκολίες, η αβεβαιότητα για το καθετί είναι μεγάλη κι εγώ δεν θέλω να συνεισφέρω στη δημιουργία μιας μικρής ψυχούλας που θα κινδυνεύει από χίλια δυο πράγματα, όπως σωματικές αρρώστιες, ατυχήματα και κυρίως ψυχικό πόνο. Αν οι άνθρωποι δεν ήταν φτιαγμένοι έτσι ώστε να πονάνε με το παραμικρό εγώ μάλλον δεν θα είχα πρόβλημα να κάνω παιδί. Φυσικά με κανέναν δεν έχω μοιραστεί αυτές τις σκέψεις μου γιατί όλοι θα με περνούσαν για τρελό, τι πιο φυσικό από το να κάνει ένα ζευγάρι παιδί, οι άνθρωποι τεκνοποιούν επί αιώνες και οι απόγονοί τους με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο καταφέρνουν να επιβιώσουν. Όπως και να χει εγώ είμαι αποφασισμένος και καμιά κοινωνία δεν πρόκειται να αφήσω να μου επιβάλει τον ρόλο του γονιού. Ελπίζω μόνο να μην πεθάνω πολύ μεγάλος, φαντάζομαι ότι η μοναξιά των γηρατειών είναι αβάσταχτη όταν δεν έχεις κάποιον να σε φροντίζει αλλά σίγουρα αυτός δεν είναι λόγος για να αλλάξω γνώμη. Και επειδή έχω μάθει να δέχομαι τις συνέπειες των επιλογών μου χωρίς μεμψοιμιρία καταλαβαίνω πως πρέπει να μάθω να ζω με αυτά τα λεπτά μίσους που μοιράζομαι με τη γυναίκα μου όταν βλέπουμε μωρά και παιδιά και στωικά λοιπόν τα υπέμεινα εκείνο το πρωινό στην ουρά έξω από τον ζωολογικό κήπο.

   Και τότε συνέβη κάτι που με τάραξε πολύ και μου έφερε στο μυαλό μια ξεχασμένη μνήμη που ήθελα να μείνει βαθιά, πολύ βαθιά θαμμένη. Ένα νεαρό ζευγάρι και τα δυο τους παιδιά προσπέρασαν με θράσος εμάς τους κακομοίρηδες που περιμέναμε επί τόση ώρα στην ουρά και πήγαν στο ταμείο να βγάλουν εισιτήρια. Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν και να βρίζουν, άλλοι παραπονέθηκαν στους δίπλα, πάντως η οικογένεια κατάφερε να μπει μέσα αμέσως. Έκλεισα για λίγο τα μάτια και προσπάθησα να καταλάβω γιατί το στομάχι μου είχε σφιχτεί και το σώμα μου ολόκληρο είχε σφιχτεί και είχε συρρικνωθεί και είχε γίνει το σώμα του εξάχρονου αγοριού που υπήρξα κάποτε. Ήμουν ένα φοβισμένο καχεκτικό αγόρι, βαθιά πληγωμένο που η μητέρα του το είχε εγκαταλείψει και απόλυτα εξαρτώμενο από έναν πατέρα σκληρό και δύστροπο. Η μνήμη μου άρχισε να ζωντανεύει εκείνη την επίσκεψη στο ζωολογικό κήπο, ήταν δύο χρόνια μετά τη φυγή της μαμάς μου, κρατιόμουν στο χέρι του σφιχτά, φοβόμουν μην με αφήσει κι αυτός, φοβόμουν μη με ρουφήξει το πλήθος, μην βρεθώ ξαφνικά ολομόναχος σε αυτόν τον επικίνδυνο κόσμο και πεθάνω. Δεν τον αγαπούσα, αυτό ήταν σίγουρο. Ήταν απότομος, ποτέ δεν μου διάβαζε παραμύθια, ποτέ δεν έπαιζε μαζί μου και φώναζε συνεχώς ότι δεν τον βοηθούσα στο σπίτι. Μερικές φορές έφερνε γυναίκες και με ανάγκαζε να μένω κλεισμένος στο δωμάτιό μου, εγώ ήθελα να πάω στην τουαλέτα αλλά φοβόμουν να βγω από το δωμάτιο γιατί ένιωθα ότι κάτι τρομερό συνέβαινε έξω από αυτό και κρατιόμουν για πολλή ώρα και ξαφνικά δεν άντεχα και...Έβαζα τα κλάμματα και κοιμόμουν με μουσκεμένο παντελόνι και μουσκεμένα μάτια. Δεν έχει νόημα να τα θυμάμαι όλα αυτά και καλά τα είχα θάψει για τόσα χρόνια αλλά να, εκείνο το ζευγάρι που προσπέρασε την ουρά μου θύμισε πως το είχαμε κάνει κι εμείς τότε, με τραβούσε από το χέρι, εγώ ένιωθα ότι κάναμε κάτι κακό αλλά δεν ήξερα τι, γύρω μας άρχισαν να φωνάζουν, εκείνος τους κοιτούσε περιφρονητικά και που και που πετούσε και καμιά βρισιά και ξαφνικά κάποιος μας έκλεισε το δρόμο. Έσφιγγα το χέρι του φοβισμένος, το χέρι του ήταν παγωμένο και τραχύ όπως η καρδιά του αλλά ήταν το μόνο χέρι που υπήρχε για να με κρατήσει και ξαφνικά αυτός ο κάποιος που δεν τον θυμάμαι παρά σαν μια πελώρια σκιά τον έσπρωξε και τα χέρια μας χωρίστηκαν κι εμένα με κατάπιε μια άβυσσος, ήμουν χαμένος κι άρχισα να κλαίω και τότε άκουσα τη φωνή μιας κυρίας, σταματήστε, λυπηθείτε το αγοράκι, και εκείνοι συνέχισαν λίγο να σπρώχνονται και μετά σταμάτησαν και με τράβηξε απότομα και μπήκαμε μέσα στον ζωολογικό κήπο κι εγώ έψαχνα στο πλήθος την κυρία  που φώναξε για να με πάρει μαζί της.

   Προφασίστηκα έντονο πονοκέφαλο και έφυγα από τον ζωολογικό κήπο πριν προλάβει η γυναίκα μου να έρθει πίσω μου. Αυτό φυσικά θα το πληρώσω ακριβά όταν γυρίσει και ετοιμάζομαι ήδη να κατεβάσω τα ρολά για τις ατέλειωτες ώρες γκρίνιας που θα επέλθουν. Δεν πειράζει, δεν είναι άλλωστε κάτι που δεν έχω συνηθίσει. Είμαι στο σπίτι μου τώρα και είμαι καλά, βρήκα πάλι το κέφι μου και τον εαυτό μου. Η ζωή δεν είναι να την παίρνεις πολύ στα σοβαρά. Όσο ανοίγεις την πόρτα στη δυστυχία τόσο αυτή μπαίνει μέσα σου και σε καταστρέφει σιγά σιγά και όχι, δεν θέλω να πεθάνω γκρινιάζοντας, αυτό είναι κάτι που έχω αποφασίσει καιρό τώρα. Κάποιος μου είπε κάποτε ότι πίσω από το χιούμορ μου κρύβω ένα πολύ πληγωμένο παιδί, δεν ξέρω αν είχε δίκιο, πάντως εγώ σταμάτησα να τον κάνω παρέα. Δεν ξέρω τι θα φέρει το μέλλον και μπορεί να καταλήξω να πεθάνω μόνος, την έχω σκεφτεί πολλές φορές αυτή την πιθανότητα, αλλά δεν έχει νόημα να σκέφτομαι τον θάνατό μου, το μέλλον μου, ούτε καν τη σχέση μου με τη γυναίκα μου, τώρα αυτή τη στιγμή είμαι στο μπαλκόνι μου με μια κούπα καφε, κάπου μακριά δύει ο ήλιος κι ο ουρανός είναι κόκκινος κι ένα πουλί, ένα πουλί ελεύθερο και όχι σαν αυτά τα δυστυχισμένα του ζωολογικού κήπου που δεν είδα σήμερα, προς κάπου μακριά ταξιδεύει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου