Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Ο αποχαιρετισμός


   Ο συγγραφέας κοιμόταν βαθιά και κάποια στιγμή ξύπνησε απότομα σαν κάτι να τον ταρακούνησε μέσα στον ύπνο του. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν έξι το πρωί. Την πρωινή ησυχία διατάρασσε το απορριμματοφόρο, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν έξω από την πολυκατοικία στην οποία έμενε. Συνήθως ένιωθε μια περίεργη ευχαρίστηση, όταν ξυπνούσε εκείνη την ώρα και άκουγε τους ήχους του απορριμματοφόρου. Ύστερα άλλαζε πλευρό και ξανακοιμόταν σκεπτόμενος τους υπαλλήλους του Δήμου που ήδη ήταν ξύπνιοι κι έκαναν την άχαρη δουλειά τους. Μα εκείνη τη στιγμή δεν ένιωσε καμία ευχαρίστηση, ούτε σκέφτηκε τους υπαλλήλους του Δήμου. Ίσως αυτό συνέβη επειδή την προηγούμενη μέρα είχε κηδευτεί η γιαγιά του. Κι εκείνος λόγω ενός κατάγματος στο πόδι, που ήδη είχε αρχίσει να θεραπεύεται, δεν είχε καταφέρει να πάει στο χωριό για την κηδεία.
   Η γιαγιά του συγγραφέα ήταν 95 χρόνων, με προχωρημένη άνοια και κατάκοιτη. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια και ήταν μεγάλη ανακούφιση για εκείνον να σκέφτεται πως η ψυχή της επιτέλους θα αναπαυόταν. Πριν πεθάνει δεν αναγνώριζε κανέναν, δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, παρά μόνο βογκούσε όσες φορές τη γυρνούσαν και κοιτούσε με τα μάτια της βυθισμένα στις κόγχες τους με ένα βλέμμα παράξενο. Σαν να τα καταλάβαινε όλα ή τίποτα. Σαν να είχε από καιρό φύγει ή σαν να επέμενε πεισματικά να κρατιέται στη ζωή για κάποιο λόγο που ο ίδιος δεν μπορούσε να σκεφτεί. Στενοχωριόταν που την έβλεπε έτσι μα πιο πολύ ένιωθε μέσα του παγωμένος, αποστασιοποιημένος, είχε αρχίσει σχεδόν να ξεχνά πως αυτό το αδύναμο, πονεμένο πλάσμα ήταν η γιαγιά, που τον είχε μεγαλώσει. Είχε σχεδόν φτάσει να πιστεύει πως έβλεπε απλώς ένα μεγάλο, γερασμένο μωρό που δεν μιλούσε και φορούσε πάνες και πως αυτό το αδύναμο πλάσμα είχε έτσι κάποτε γεννηθεί. Το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνος ήταν να χαϊδεύει πού και πού τα μαλλιά της μα το γερασμένο μωρό πολλές φορές δεν αντιδρούσε ούτε σε αυτό το άγγιγμα και παρέμενε βυθισμένο σε αυτό το παράξενο, κενό τίποτα που ζούσε.
   Ο συγγραφέας δεν αποχαιρέτισε τη γιαγιά του. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, με το πόδι στον γύψο τού ήταν αδύνατο να ταξιδέψει. Όλοι του έλεγαν πως δεν είχε πια σημασία, το θέμα είναι τι κάνεις όταν κάποιος είναι ζωντανός κι εκείνος είχε βοηθήσει στη φροντίδα της. Όμως, η ενοχή τριβέλιζε το μυαλό του και όλο φανταζόταν τον εαυτό του στην κηδεία. Αναρωτιόταν τι θα ένιωθε, όταν έβλεπε τη νεκρή γιαγιά του, πώς θα αντιδρούσε η υπόλοιπη οικογένεια και οι συγγενείς και οι φίλοι της οικογένειας. Αναρωτιόταν αν λίγο θα άλλαζε ο αέρας στο χωριό, αν το θρόισμα των φύλλων θα ήταν διαφορετικό ή αν κάποιο πουλί κάπως διαφορετικά θα κελαηδούσε τώρα που ήταν σίγουρος πως η ψυχή της κάποιου εκεί στα πλακόστρωτα σοκάκια θα τριγυρνούσε για τελευταία μάλλον φορά.
   Από την άλλη ο συγγραφέας ήταν άνθρωπος με αρκετά λογική σκέψη, χωρίς ιδιαίτερες μεταφυσικές ανησυχίες, χωρίς καν να είναι σίγουρος για την ύπαρξη του Παραδείσου ή αυτού του μέρους όπου ίσως όλοι αναπόφευκτα καταλήγουμε. Οπότε πραγματικά απορούσε με τις σκέψεις του και με αυτή τη συγκίνηση που τον βάραινε μιας και δεδομένης της κατάστασης της υγείας της γιαγιάς του πριν πεθάνει δεν την περίμενε. Μα κανείς ποτέ δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει σε έναν θάνατο, ο θάνατος, όπως κι αν έρθει τελικά, ακόμη και πατώντας στις άκρες των δαχτύλων του, θα αγγίξει κάποια χορδή μέσα σου, θα ξυπνήσει κάτι που κοιμάται, κάτι που δεν ήξερες ότι το είχες, κάτι που μπορεί απλώς να φοβόσουν να δεις.
     Ο συγγραφέας σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ήταν μάταιο να προσπαθήσει να ξανακοιμηθεί. Το απορριμματοφόρο είχε φύγει από ώρα και η ησυχία του κυριακάτικου, καλοκαιρινού πρωινού τώρα απέπνεε κάποια αδιόρατη μοναξιά. Με τις πατερίτσες του πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε έναν σκέτο καφέ, αν και συνήθως τον έπινε γλυκό. Βγήκε στο μπαλκόνι, στο τραπεζάκι είχε αφήσει δυο μέρες πριν ένα πακέτο τσιγάρα. Είχε κόψει εδώ και καιρό το κάπνισμα, μα είχε αγοράσει πάλι τσιγάρα, όταν έμαθε ότι πέθανε η γιαγιά του. Δεν είχε καπνίσει κανένα, μα τώρα άφοβα πήρε ένα από το κουτί και το άναψε. Σκέφτηκε πως η γιαγιά του δεν θα χαιρόταν καθόλου με αυτό, την είχε πιάσει μεγάλη ταραχή την πρώτη φορά που τον είδε έφηβο να καπνίζει. Μα δεν θα με δει, σκέφτηκε αμέσως μετά και ρούφηξε τον καπνό νιώθοντας απλώς παράξενα.
     Θα μπορούσες να γράψεις αντί να καπνίσεις, είπε στον εαυτό του, μα πραγματικά δεν ήθελε να γράψει. Τι να έγραφε; Ένα ποίημα για τα χαμένα παιδικά χρόνια; Ένα δοκίμιο για το πόσο εξοστρακίζονται τα γηρατειά σήμερα; Ή απλώς μια ιστορία; Οι ιστορίες συνήθως έρρεαν στο μυαλό του σαν ποταμάκια μα τώρα ήταν τόσο μουδιασμένος. Μερικές φορές απλώς δεν υπάρχει μια ιστορία για αυτό που νιώθεις, σκέφτηκε, και αφέθηκε στο κάπνισμα σαν να ήταν μια πολύτιμη, στιγμιαία παρηγοριά, που θα τον έσωζε.
    Κοιτάζοντας ένα δέντρο απέναντι από το μπαλκόνι του θυμήθηκε τα δέντρα της αυλής στο σπίτι στο χωριό. Εκεί που χτύπησε πολλές φορές τα γόνατά του, που αμέτρητες φορές έκλαψε και γέλασε και έπαιξε και παρατήρησε με περιέργεια τα μικροσκοπικά μυρμήγκια που κουβαλούσαν τα ψίχουλα που τους έριχνε. Ναι, μπορούσε να θυμηθεί την αυλή και τα γδαρμένα του γόνατα, μα όχι τη μορφή της γιαγιάς του, που τον τάιζε, που τον φρόντιζε και έπαιζε μαζί του και του τραγουδούσε. Αυτή η μορφή είχε χαθεί σε κάποιο κυκεώνα του χρόνου εδώ και καιρό και το τρομερό ήταν πως δεν το κατάλαβε. Η φθορά έρχεται ύπουλα όχι μόνο στο σώμα μας μα και στις αναμνήσεις μας. Κάποια στιγμή μεγαλώνεις και συνειδητοποιείς πως έχεις ξεχάσει. Κι αυτό είναι ίσως πιο τρομακτικό από τον ίδιο τον θάνατο.
    Όμως, μπορούσε, ναι, μπορούσε να τη θυμηθεί να κάθεται απέναντί του και να του αφηγείται ιστορίες. Στα γνωστά παραμύθια δεν έβρισκε ενδιαφέρον. Η γιαγιά του, όμως, του έλεγε από τότε που θυμάται τον εαυτό του ιστορίες από την οικογένεια, από το χωριό, από τα παιδικά της χρόνια, από εποχές που ο ίδιος δεν μπορούσε να αγγίξει παρά μόνο μέσα από εκείνη. Ιστορίες για τιμωρητικούς, σχεδόν σαδιστικούς πατέρες, για ξένους κατακτητές, για αγνά κορίτσια, για αγροτικές δουλειές και οικογενειακές κατάρες. Κι εκείνος την άκουγε με το στόμα σχεδόν ανοιχτό και ήθελε όλο και περισσότερες ιστορίες να μαθαίνει κι έμαθε έτσι στη ζωή του να ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους, να κυνηγά τις ιστορίες τους και τελικά να τις σκαρφίζεται και να τις γράφει. Η γιαγιά του δεν είχε διαβάσει κανένα βιβλίο του μα τι σημασία είχε αφού η ίδια είχε γίνει για εκείνον ένα βιβλίο ζωντανό, που μπορούσε να το ξεφυλλίζει όποτε ήθελε και να ζωγραφίζει ο ίδιος με το παιδικό του μυαλό τις εικόνες του. Κι αν τελικά τα γηρατειά κατέλαβαν το σώμα της και το μυαλό της και θα νόμιζε κανείς πως δεν είχαν αφήσει τίποτα στο τέλος, εκείνος σβήνοντας το τσιγάρο του συνειδητοποίησε πως τα γηρατειά δεν άγγιξαν την αγάπη του για τις ιστορίες κι αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό δώρο που του χάρισε ποτέ κανείς.
   Δεν είχε λοιπόν και τόση σημασία που οι μνήμες του ήταν θολές, που το παιδί μέσα του είχε μικρύνει τελικά πολύ, είχε στριμωχθεί, ναι, είχε αρκετά ξεχαστεί. Οι ιστορίες θα ήταν πάντα ένα φως από τότε, ένα φως που ήλπιζε να μη σβήσει ποτέ, ένα φως από την αγάπη αυτής της γυναίκας που τον φρόντισε τόσο και τον αγάπησε. Η γιαγιά του δεν ήξερε γράμματα και δεν είχε γράψει ποτέ τίποτα, μα ναι, τώρα ξαφνικά θυμήθηκε πως έφτιαξε ένα βράδυ ένα παραμύθι  με πρωταγωνιστή εκείνον. Ένα παραμύθι στο οποίο ο μικρός συγγραφέας σήκωνε το λευκό του μαντίλι για να σώσει τον εαυτό τους και τους φίλους του, που είχαν σχεδόν θαφτεί ζωντανοί από το χιόνι σε κάποιο περιβόλι.
   Ο συγγραφέας μόλις θυμήθηκε το παραμύθι με το μαντίλι άρχισε να κλαίει  μέσα στην πρωινή, κυριακάτικη ησυχία και τα δάκρυα ήταν λυτρωτικά σαν λέξεις, που γράφει μια ταραγμένη ψυχή.  Δεν κάπνισε άλλο, ούτε έγραψε τίποτα, μόνο εκεί στο μπαλκόνι του από μακριά αποχαιρετούσε για ώρα τη γιαγιά του.
     Και τώρα πια έβλεπε καθαρά πως όταν φροντίζεις, όταν δίνεις τον εαυτό σου, όταν μαθαίνεις κάτι σε ένα μικρό παιδί ένα κομμάτι σου είναι σαν να μην πεθαίνει ποτέ.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

ΤΟ ΡΟΜΠΟΤ ΚΑΙ Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν μια γριά, σοφή κουκουβάγια, που ζούσε πάνω σε ένα δέντρο στην άκρη του δάσους. Είχε ζήσει πάρα πολλά χρόνια και ήταν πραγματικά πολύ σοφή, αλλά τον τελευταίο καιρό ήταν μόνη. Στενοχωρημένη πάνω σε ένα κλαδί του δέντρου της αναρωτιόταν τι νόημα έχει να ξέρεις τόσα πράγματα, αν δεν μπορείς σε κάποιον να τα πεις.
Ένα απόγευμα άκουσε παιδικές φωνές. Μια οικογένεια περπατούσε στο δάσος. Η κουκουβάγια φοβόταν τους ανθρώπους και κρύφτηκε μα χαμογελούσε καθώς κοιτούσε από μακριά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι να χοροπηδούν. Λίγη ώρα μετά η οικογένεια έφυγε και η κουκουβάγια έμεινε μόνη πάλι στην ησυχία. Σκοτείνιασε. Ξαφνικά, είδε ένα πράσινο φως να βγαίνει από το έδαφος. Λίγα πράγματα της προκαλούσαν έκπληξη. Έτσι φτερούγισε και πήγε να δει από πού ερχόταν αυτό το παράξενο φως.
Και τι να δει...
Τα παιδιά είχαν ξεχάσει το παιχνίδι τους, ένα μικρό ρομπότ, κάτω από το δέντρο.
Η κουκουβάγια βέβαια δεν ήξερε τι σημαίνει ρομπότ, οπότε πλησίασε διστακτικά το παράξενο αυτό πλάσμα.
"Τι είσαι εσύ;", το ρώτησε κουνώντας τα φτερά της.
"Είμαι ρομπότ."
"Δηλαδή;"
"Ένα παιχνίδι ρομπότ. Περπατώ, το φωτάκι μου ανάβει και λέω ένα τραγούδι."
"Ένα παιχνίδι; Τα παιδιά θα στενοχωρηθούν που σε ξέχασαν εδώ..."
"Δεν με ξέχασαν. Με παράτησαν."
Η κουκουβάγια για λίγο δεν ήξερε τι να πει. Το ρομπότ συνέχισε με τη μηχανική φωνή του.
"Είμαι λίγο χαλασμένο. Δεν μπορώ πια να πω καλά το τραγούδι. Και το ένα χέρι μου δεν κουνιέται."
"Κι εγώ είμαι μια γριά κουκουβάγια. Δεν μπορώ πια να πετάω όσο ψηλά πετούσα άλλοτε."
Το ρομπότ δεν έδειξε να συγκινείται.
"Με άφησαν εδώ και είπαν πως οι γονείς τους θα τους αγοράσουν καινούριο παιχνίδι."
"Αυτό θα πρέπει να σε στενοχώρησε, καημένο ρομπότ", είπε η κουκουβάγια.
"Εγώ δεν στενοχωριέμαι. Είμαι ρομπότ. Δεν έχω συναισθήματα.", είπε το ρομπότ. 
"Ίσως και να είσαι τυχερός. Ίσως όχι...", είπε η κουκουβάγια.
"Δεν καταλαβαίνω...", είπε το ρομπότ.
"Δεν πειράζει. Θέλεις να γίνουμε φίλοι;", ρώτησε η κουκουβάγια που είχε αρχίσει να χαίρεται με την παρέα, που είχε βρει.
"Εγώ είμαι ρομπότ. Δεν γίνομαι φίλος. Δεν είμαι προγραμματισμένος για αυτό", είπε το ρομπότ και τότε το πράσινο φως του άρχισε να γίνεται πιο αχνό.
Η κουκουβάγια δεν το έβαλε κάτω.
"Εντάξει, αφού δεν είσαι προγραμματισμένος να γίνεσαι φίλος, δεν πειράζει. Όμως, τι θα κάνεις εδώ; Δεν θα βαρεθείς;"
"Δεν ξέρω τι θα κάνω. Δεν είμαι προγραμματισμένος για να ζω στο δάσος."
"Έχω μια ιδέα!", είπε η κουκουβάγια. "Θα σου λέω ιστορίες..."
"Τι ιστορίες;"
"Ξέρω πάρα πολλές ιστορίες. Μου τις έχουν πει τα άλλα πουλιά ή τις έχω κρυφακούσει από τους ανθρώπους όλον αυτόν τον πολύ καιρό που έχω ζήσει. Άφησέ με να σου τις πω. Έτσι εσύ κι εγώ δεν θα βαρεθούμε ξανά. Δεν θα είμαστε μόνοι."
Το ρομπότ δεν ήταν προγραμματισμένο για να ακούει ιστορίες. Μα η επιμονή της κουκουβάγιας το έκανε να δεχτεί.
Κι έτσι η κουκουβάγια άρχισε να του λέει τις ιστορίες της.
Ιστορίες από παλιότερα χρόνια μα και τωρινές, ιστορίες του δάσους και της πόλης, ιστορίες γενναίων και φοβισμένων ανθρώπων, ιστορίες από τα σύννεφα και το χώμα, ιστορίες των αετών και των μυρμηγκιών, ιστορίες των φύλλων και της βροχής, ιστορίες μέχρι κι από κάποια αεροπλάνα που πετούσαν στον ουρανό, που πετούσε κάποτε κι εκείνη.
Το ρομπότ άκουγε, άκουγε, άκουγε...
Δεν μιλούσε.
Ο καιρός περνούσε...
Το πράσινο φωτάκι του γινόταν όλο πιο αχνό και πια δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε το πόδι.
Όμως, μέσα του είχε αρχίσει να νιώθει...
Να νιώθει αγάπη για την κουκουβάγια και για τις ιστορίες της.
Να νιώθει λύπη, που το είχαν παρατήσει εκεί και ευγνωμοσύνη για την καλή παρέα που βρήκε.
Να νιώθει χαρά κοιτάζοντας τον μπλε ουρανό και το πρασινοκίτρινο δάσος μα και λίγο φόβο, όταν σκοτείνιαζε και τα δέντρα έδειχναν κάπως απειλητικά ή όταν ακούγονταν από μακριά οι λύκοι.
Πέρασαν με τις ιστορίες της κουκουβάγιας μέρες, μήνες, χρόνια.
Και ήρθε η ώρα της να πεθάνει. Ήταν πια πολύ μεγάλη. 
Όμως, πέθανε πολύ ευτυχισμένη γιατί όλα όσα είχε μάθει τα τόσα πολλά χρόνια που έζησε τα είχε πει σε κάποιον. 
Έτσι μια μέρα οι ιστορίες τελείωσαν.
Το ρομπότ μπορούσε τώρα να νιώσει αγάπη και βαθιά λύπη.
Μα και ευγνωμοσύνη που είχε γνωρίσει αυτήν τη σοφή και καλή κουκουβάγια.
Η λύπη το έκανε να κλάψει.
Δεν ήταν προγραμματισμένο να κλαίει, μα οι ιστορίες της κουκουβάγιας το είχαν καταφέρει κι αυτό!
Και ξαφνικά άκουσε μια παιδική φωνή.
Μια μητέρα είχε βγάλει βόλτα το αγοράκι της.
"Μαμά, τι είναι αυτό;", είπε το αγόρι κι έτρεξε προς το μέρος του. "Ένα ρομπότ!", το αγόρι άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενο.
"Τι να κάνει άραγε αυτό το ρομπότ;", αναρωτήθηκε η μαμά και το πήρε στα χέρια της.
"Ας πατήσω αυτό το κουμπί..."
Και τότε...

"Ιστορίες! Ένα ρομπότ που λέει ιστορίες!" ξεφώνισε ο μικρός.
Το ρομπότ του είχε πει την πρώτη ιστορία, που είχε ακούσει από τη γριά κουκουβάγια...
Κι είχε μέσα του και τη δεύτερη και την τρίτη, και όλες, όλες αυτές τις όμορφες διηγήσεις, που είχε ακούσει από το σοφό πουλί.
Το αγοράκι αγκάλιασε το ρομπότ.
"Δεν θα σε αφήσω ποτέ!', του είπε και τότε μαγικά άναψε το πράσινο φωτάκι στο κεφάλι του ρομπότ.
Το αγόρι πήρε το ρομπότ στο σπίτι του και άκουσε όλες τις ιστορίες της κουκουβάγιας.
Του άρεσαν τόσο πολύ, που αποφάσισε να τις γράψει σε ένα τετράδιο.
Κι όταν μεγάλωσε, πήρε το τετράδιο κι αντέγραψε τις ιστορίες στον υπολογιστή του.
Ύστερα τις έστειλε σε έναν εκδότη και οι ιστορίες της κουκουβάγιας έγιναν βιβλίο.
Και το βιβλίο το διάβασαν πολλά παιδιά κι ύστερα, όταν μεγάλωσαν είπαν τις ιστορίες στα παιδιά τους. Κι αυτά θα τις πουν στα δικά τους παιδιά, κι αυτά με τη σειρά τους στα δικά τους κι αυτά...

Και όσο θα λέγονται οι ιστορίες της κουκουβάγιας το πράσινο φωτάκι στο κεφάλι του ρομπότ
θα είναι αναμμένο... 




Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Μεγάλη Παρασκευή

Μεγάλη Παρασκευή. Η καμπάνα από το πρωί χτυπούσε στον ίδιο αργόσυρτο ρυθμό. Η πόλη είχε αδειάσει και στον ουρανό τα μαύρα σύννεφα σαν να σου υπενθύμιζαν ότι έπρεπε να πενθήσεις. Δίπλα στη μικρότερη εκκλησία της πόλης βρισκόταν μια παιδική χαρά χωρίς κόσμο, μόνο μια νεαρή μητέρα με ένα κοριτσάκι δυόμιση χρόνων είχαν πάει εκείνο το πρωί. Η μικρή γελούσε και χοροπηδούσε, αφού φυσικά δεν ήξερε ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή και αν το βράδυ θα πήγαινε στη λειτουργία του Επιταφίου σίγουρα θα εντυπωσιαζόταν από τα πολλά γαρίφαλα και θα γελούσε ξανά. Η μητέρα της ήταν πολύ κουρασμένη και δεν είχε δώσει καθόλου σημασία στην ιερότητα της ημέρας. Ανυπομονούσε να γυρίσουν για να κοιμηθεί η κόρη της και να κοιμηθεί λίγο κι εκείνη επειδή το προηγούμενο βράδυ η μικρή έβλεπε εφιάλτες και εκείνη έμεινε άυπνη. Τα δέντρα του πάρκου επίσης αγνοούσαν ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν καταπράσινα και ανθισμένα και πάνω τους κελαηδούσαν αμέριμνα πουλιά, ενώ κάτω στη γη τα μικροσκοπικά χαμομήλια έστελναν τις ανοιξιάτικες μυρωδιές τους.
     Το κοριτσάκι έτρεχε πίσω από ένα περιστέρι, όταν μια μεσήλικη κυρία μπήκε στην παιδική χαρά ντυμένη στα μαύρα ψιθυρίζοντας κάτι. Η νεαρή μητέρα είδε πως η κυρία δεν συνόδευε κάποιο εγγονάκι αλλά μιλούσε σε έναν παχουλό, γκρίζο γάτο, γνωστό θαμώνα του πάρκου. Το κοριτσάκι έτρεξε στον γάτο μα αυτός φοβήθηκε κι έφυγε τρέχοντας και η κυρία με τα μαύρα ξαφνικά σαν να μην είχε σε ποιον να μιλήσει. Κάθισε σε ένα παγκάκι και κοιτούσε το κενό, ενώ η καμπάνα συνέχιζε να χτυπά αδιάκοπα, πένθιμα σαν τραγούδι που δεν θέλει να τελειώσει. Η νεαρή μητέρα ένιωσε αμηχανία. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να μιλήσει στην κυρία ή όχι. Ζούμε σε μια εποχή, που αν μιλήσεις ξαφνικά σε κάποιον άγνωστο κινδυνεύεις να παρεξηγηθείς, να θεωρηθείς αλλόκοτος στην καλύτερη περίπτωση και στη χειρότερη τρελός. Όμως το κοριτσάκι της, αμόλυντο ακόμη από την αποξενωμένη και αντικοινωνική εποχή του,  άρχισε να χοροπηδάει γύρω από την κυρία κι εκείνη του χαμογέλασε και έκανε μετά τη γνωστή ερώτηση στη μαμά του. "Πόσων χρόνων είναι;". Η νεαρή μητέρα απάντησε ανακουφισμένη, γιατί πραγματικά ήθελε σε κάποιον να μιλήσει. Δεν δούλευε από τότε που γέννησε και της είχε πραγματικά λείψει η επαφή με τους ενήλικες.
    Η κυρία με τα μαύρα χαμογέλασε πάλι στη μικρή κι ύστερα άρχισε να θυμάται τα δικά της παιδιά. Δεν ήταν σαφές αν μιλούσε στη γυναίκα δίπλα της. Πάντως αυτός ο χειμαρρώδης μονόλογος έσπασε αυτή τη σιωπή, αυτή την ησυχία, που διέκοπταν μόνο η λυπητερή καμπάνα και η γλυκιά φωνούλα του μικρού κοριτσιού.
    "Ήμουν πολύ νέα, όταν γέννησα τον πρώτο μου γιο. Είκοσι χρόνων. Δεν ήξερα πώς να μεγαλώσω ένα παιδί. Δούλευα πολλές ώρες και γύριζα κάθε βράδυ κατάκοπη. Ο μικρός, που του είχα λείψει τόσο μέσα στη μέρα, έτρεχε και με αγκάλιαζε και δεν μπορούσες να τον ξεκολλήσεις από πάνω μου. Θυμάμαι ένα βράδυ που πεινούσα πολύ. Τον άφησα δίπλα μου κι έτρωγα με λαιμαργία τα ψάρια που είχα τηγανίσει το πρωί. Ξαφνικά τον άκουσα να πνίγεται. Είχε κοκκινίσει ολόκληρος και δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Με τρόμο κατάλαβα ότι όσο εγώ πεινασμένη έτρωγα τα ψάρια, εκείνος έβαζε στο στόμα του τα ψαροκόκαλα. Τον χτύπησα δυνατά στην πλάτη κι ευτυχώς πετάχτηκε το κόκαλο που είχε στο στόμα του. Μα τα πόδια μου είχαν κοπεί από τον φόβο. Αν είχε καταπιεί άλλα; Αν πάθαινε τίποτα; Τηλεφώνησα στον γιατρό και μου είπε ότι αν όντως είχε καταπιεί ψαροκόκαλα θα το καταλάβαινα από τη συμπεριφορά του, θα ένιωθε δυσφορία και θα έκλαιγε. Το παιδί φαινόταν καλά, μα εγώ ένιωθα τόσες τύψεις, τόσο φόβο, που ήθελα να πεθάνω."
   Η νεαρή μητέρα άκουγε με προσοχή την ιστορία, ενώ η μικρούλα ανέβαινε και κατέβαινε στην τραμπάλα βγάζοντας ακατανόητες λεξούλες. Η γυναίκα με τα μαύρα συνέχισε.
"Ήμουν τόσο νέα. Σαν χθες ήταν. Σε βλέπω τώρα με το παιδάκι σου και με θυμάμαι. Σαν χθες ήταν. Τώρα και οι δυο μου γιοι είναι στο εξωτερικό. Τα εγγόνια μου τα βλέπω δυο φορές τον χρόνο. Σαν χθες ήταν. Κι όμως, αν με ρωτούσες, εκείνη η μέρα που ο γιος μου έφαγε τα ψαροκόκαλα, μου είχε φανεί σαν αιώνας."
      Η νεαρή μητέρα ήθελε να της πει πως κι εκείνης η χθεσινή νύχτα της είχε φανεί σαν αιώνας, αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε πως η γυναίκα με τα μαύρα ήταν κάποτε στη θέση της και πως κι εκείνη κάποτε θα ερχόταν στη δική της θέση. Θα μιλούσε σε κάποια νεαρή μητέρα τριάντα χρόνια μετά για την εποχή που η κόρη της ήταν μικρούλα. Πώς θα ήταν άραγε εκείνη η εποχή; Το ίδιο αποξενωμένη; Ή μήπως οι άνθρωποι, κουρασμένοι από την αβάσταχτη τωρινή μοναξιά τους θα είχαν αρχίσει να βλέπουν ο ένας τον άλλον; Να ακούνε ο ένας τον άλλον αληθινά; Μια εποχή που δεν θα θεωρείται παραξενιά το να καλημερίζεις έναν άγνωστο στον δρόμο σε μια μεγαλούπολη; Πιο πιθανό της φαινόταν στο μέλλον να πετάνε τα αυτοκίνητα και οι άνθρωποι να έχουν αποικίσει τη Σελήνη. Μα από την άλλη ποτέ δεν ξέρεις. Το μέλλον υπάρχει μόνο για να μας εκπλήσσει.
    Το κοριτσάκι άρχισε να γκρινιάζει γιατί μάλλον είχε νυστάξει. Εκείνη κοίταξε το ρολόι της και είδε πως είχε περάσει η ώρα.
"Να πάω κι εγώ στην εκκλησία. Η μικρούλα σου μου έκανε την καλύτερη παρέα. Μου θύμισε τα παιδιά μου μικρά. Σου το ορκίζομαι. Σαν χθες ήταν", είπε η κυρία με τα μαύρα.
"Καλή Ανάσταση...", ψέλλισε η νεαρή μητέρα και έβαλε το χεράκι της κόρης της μέσα στο δικό της.  Της φάνηκε τόσο μικρό. Δεν θα ήταν λοιπόν για πάντα έτσι.
     Οι δυο γυναίκες χωρίστηκαν και για μια στιγμή ξεπήδησε από τα μαύρα σύννεφα για λίγο ο ήλιος. Ύστερα ξανακρύφτηκε και ο ουρανός ταίριαζε πάλι απόλυτα με τον ήχο της καμπάνας. Αυτόν τον ακούραστο, βαρύ ήχο, που αντηχούσε στην άδεια γειτονιά, στην άδεια πόλη, στη μοναξιά αυτών των λίγων που έμειναν και στο κενό, αυτό το μικρό κενό του καθένα μας, που προχωρά και προχωρά και συνεχίζει χωρίς μερικές φορές να συνειδητοποιεί πως κάθε μέρα έστω και λίγο από κάπου φεύγει.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Η μουσική που σε κάνει πάλι παιδί


Υπάρχει μια μουσική για τον καθένα που τον κάνει πάλι παιδί. Μπορεί να την ακούσουμε ξαφνικά στο ραδιόφωνο ή να την επιλέξουμε ανάμεσα σε τόσες τόσες μουσικές που προσπαθούν να μας παρασύρουν ή κάποιος πλανόδιος με μουσικό όργανο να την παίζει στον δρόμο, όταν περπατάμε ή περνώντας κάτω από το μπαλκόνι μας. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε εκείνη. Πως υπάρχει αυτή η μουσική για τον καθένα, όπως υπήρχε για την ίδια μια μελωδία, που όταν την άκουγε μίκραινε, γινόταν μια σταλιά, το βλέμμα της επέστρεφε στην αθωότητα και μπορούσε πάλι να ονειρευτεί. Την είχε ακούσει αυτή τη μουσική πολύ παλιά, στο αυτοκίνητο του πατέρα της, σε ένα νυχτερινό ταξίδι. Ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευαν νύχτα και όλα της φαίνονταν μαγικά. Το σκοτάδι, τα φώτα των αυτοκινήτων κι αυτές οι γρήγορες εναλλαγές, οι εικόνες που περνούν και χάνονται, τα σημεία που εναλλάσσονται και το τζάμι που γεμίζει μικρές, μικρές σταγόνες βροχής. Οι σταγόνες κυλάνε σαν δάκρυα, όμως, κανείς δεν κλαίει  κι αυτό είναι πραγματικά πολύ παράξενο. Έτσι παράξενα είχε νιώσει εκείνο το βράδυ, που ταξίδευαν στο παλιό τους οικογενειακό αυτοκίνητο και κάποια στιγμή είχε νυστάξει και είχε ξαπλώσει στο πίσω κάθισμα μα δεν ήθελε να κοιμηθεί για να μην χάσει καμία εναλλαγή στον δρόμο, καμία σταγόνα της βροχής και αν ήταν τυχερή ίσως έβλεπε και κανένα αστέρι, στο οποίο θα μπορούσε να ευχηθεί κάτι. Ήταν σε μια ηλικία που πίστευε ότι οι ευχές μας ταξιδεύουν, μπορούν να φτάσουν μέχρι τα αστέρια παρακλητικά και τρυφερά και να τα συγκινήσουν. Ναι, πίστευε σε αυτήν την ηλικία πως τα αστέρια έχουν δύναμη, πως μπορούσαν να κινήσουν τα νήματα της ζωής και να της επιστρέψουν την τρυφερότητα που τους έστελνε κάνοντάς της τη χάρη που ζήτησε.
     Αυτά βέβαια συνέβησαν παλιά, πολύ παλιά. Τώρα ήταν ενήλικη με τα όσα αυτό συνεπάγεται. Είχε ξεχάσει τα περισσότερα πράγματα που πίστευε όταν ήταν παιδί, για παράδειγμα τώρα ήξερε πως τα αστέρια είναι ουράνια σώματα που αδιαφορούν πλήρως για το αν είμαστε ευτυχισμένοι ή όχι και πως η πλειονότητα των ευχών είναι καταδικασμένη να αποτύχει, οπότε για να γλιτώνουμε την απογοήτευση καλό είναι να μην ευχόμαστε και πολλά. Ας είμαστε ευχαριστημένοι με τα όσα έχουμε, δεν είναι ποτέ λίγα, ας ζούμε όμορφα με όσους αγαπάμε, ας δουλεύουμε για να μπορούμε να βιοποριζόμαστε και να νιώθουμε ευχαριστημένοι από την παραγωγικότητά μας και ας ακούμε μουσική, όταν μαγειρεύουμε, έτσι για να έχουμε λίγη παρέα. Η βροχή δεν θύμιζε πια δάκρυα, ήταν απλώς ενοχλητική γιατί χαλούσε τα μαλλιά της και τα νυχτερινά ταξίδια την τρόμαζαν, γιατί κάποιος φίλος της είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό ατύχημα στις δύο τη νύχτα. Αυτό το κοριτσάκι που κάποτε ξάπλωσε στο οικογενειακό αυτοκίνητο μαγεμένο βρισκόταν κάπου μακριά, χαμένο μέσα της και πολλές φορές πάλευε να βγει, μα εκείνη δεν της το επέτρεπε πολύ. Τα παιδιά είναι μερικές φορές αχόρταγα, απαιτητικά, θέλουν να ζήσουν τα πάντα, να πάρουν τα πάντα, να χορέψουν μέχρι να λιποθυμήσουν από την εξάντληση και αγαπάνε εξίσου αχόρταγα και απαιτητικά.  Μα όταν είσαι ενήλικας πρέπει να ξέρεις να αγαπάς με όρια και σεβασμό και μέτρο γιατί στ' αλήθεια βλέπεις γύρω σου ανθρώπους να δυστυχούν, όταν αγαπάνε σαν παιδιά.
        Μόνο με αυτή τη μουσική ξανάβγαινε το κοριτσάκι μέσα της. Ήταν το μυστικό τους. Οι πρώτες νότες ξεκινούσαν και η μικρή πεταγόταν χαρούμενη ή και λυπημένη, δεν έχει μεγάλη σημασία αυτό. Για τα παιδιά η χαρά είναι τόσο κοντά στη λύπη, τη μια στιγμή γελάνε, την άλλη κλαίνε γοερά κι ύστερα γελάνε πάλι μα τα συναισθήματά τους είναι αληθινά γιατί είναι απόλυτα εναρμονισμένα με τη στιγμή. Η ενήλικη έκανε πίσω, της άφηνε χώρο, ξεχνούσε για λίγο τα πάντα, όλες αυτές τις έγνοιες της καθημερινότητας και το ανούσιο άγχος, το πρόγραμμα, τη ρουτίνα, τους στόχους, τον φόβο για τη γνώμη των άλλων και τις απορρίψεις αλλά και τις επιτυχίες της, τα όσα είχε καταφέρει, τα όσα απαιτούσε από τον εαυτό της για το μέλλον. Το τραγούδι συνέχιζε και η μικρή έβγαινε με θάρρος, χόρευε, κυλιόταν στο πάτωμα και έστελνε ηχηρά φιλιά στα αστέρια. Ύστερα ευχόταν με όλη της την ψυχή ευχές αλλόκοτες και εξωπραγματικές και κάποιες φορές την έπιανε απελπισία γιατί η βροχή σταματούσε ή επειδή ένα σύννεφο έκρυβε για λίγο τους φίλους της. Μετά από λίγο γινόταν αποφασιστική. "Θα ακούσουν τις ευχές μου! Τις είπα τόσο δυνατά!", φώναζε και κουνούσε τα χέρια της και η ενήλικη καταλάβαινε πως πλησίαζε το τέλος του τραγουδιού και της έπιανε τα χέρια. "Έλα, μπες μέσα πάλι...", της έλεγε τρυφερά μα ήταν στ' αλήθεια λυπημένη γιατί της είχε λείψει αυτό το θράσος, αυτή η ξεγνοιασιά, αυτή η πίστη στην τρυφερότητα των αστεριών και θα ήθελε να τα έχει κοντά της πιο συχνά. Ύστερα το τραγούδι τελείωνε και η μικρή έφευγε, της κουνούσε το χέρι και της φώναζε να μην την ξεχάσει μα εκείνη είχε ήδη αρχίσει να κοιτάζει στο κινητό της τα ηλεκτρονικά της μηνύματα και να σκέφτεται την αυριανή μέρα και τη μεθαυριανή και την επόμενη εβδομάδα ολόκληρη.
        Υπάρχει μια μουσική για τον καθένα, που τον κάνει πάλι παιδί; Έτσι νόμιζε, μα τώρα δεν ήταν και πολύ σίγουρη. Μα υπάρχουν κι άλλοι που νιώθουν έτσι; Αυτό το ερώτημα είχε κολλήσει στο μυαλό της για ώρα. Καθώς σημείωνε στο ημερολόγιό της ένα πολύ σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού χτύπησε με το χέρι της ελαφριά το μέτωπό της για να επαναφέρει τον εαυτό της. Αυτές οι σκέψεις ήταν πολύ, πολύ περίεργες και δεν χωρούσαν στη ζωή ενός ώριμου ανθρώπου. Η ζωή της έτρεχε και της ζητούσε να τρέξει για να την προλάβει και αυτή η μικρούλα μέσα της έπρεπε να επιστρέψει στο παρελθόν, να κάτσει φρόνιμη και ήσυχη και να την αφήσει να ζει την ενήλικη ζωή που είχε επιλέξει.
-Άκουσες, μικρούλα;
-Το άκουσα...
-Εντάξει, όχι για πάντα, θα ήταν η ζωή ίσως αφόρητη έτσι...
Τουλάχιστον μέχρι την επόμενη φορά που θα συναντήσω το τραγούδι μας...

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Δραματική Έξοδος

Παραμονή Χριστουγέννων. Κι εκείνη βρισκόταν μόνη της σε μια άδεια καφετέρια στην παραλιακή κωμόπολη, που ζούσε με την οικογένειά της εδώ και λίγο καιρό. Γιατί μόνη; Οι γιορτές είναι οικογενειακές στιγμές ευτυχίας και αγάπης, πώς μπορεί μια μάνα να αφήνει τα παιδιά της μια τέτοια μέρα και να καπνίζει ασταμάτητα κοιτάζοντας με λύπη τις αραγμένες βαρκούλες; Κι όμως το έκανε! Τώρα όλοι θα είναι καλύτερα,  έλεγε στον εαυτό της μα κοιτούσε με αγωνία τον δρόμο μήπως τη δει κανένας γνωστός και την άλλη μέρα κυκλοφορούσαν τερατώδη κουτσομπολιά. Και τότε δεν θα την ξέπλενε ούτε ο ποταμός των δακρύων που έβραζε μέσα της!
  Ήταν μια δύσκολη χρονιά. Ο άντρας της μετά από τέσσερις μήνες ανεργίας τής ζήτησε να μετακομίσουν στη μικρή κωμόπολη. Θα βοηθούσε τον αδερφό του να ανακαινίσουν κάποια δωμάτια που νοίκιαζαν και θα εργαζόταν εκεί. Είχε κουραστεί να εργάζεται ως υπάλληλος και η μία εταιρεία μετά την άλλη να κλείνει. Εκείνη ήταν καθηγήτρια Αγγλικών. Με λίγη καλή τύχη θα έβρισκε κάποιους μαθητές. Τα παιδιά, που περνούσαν τα καλοκαίρια τους με τον παππού και τη γιαγιά είχαν φίλους εκεί και δεν έφεραν αντίρρηση. Ένιωθαν τη στενοχώρια του πατέρα τους και ήθελαν να τον στηρίξουν. Εκείνη έβλεπε μια μελαγχολία στα μάτια του μεγάλου της γιου, που καθότι στην εφηβεία ήταν ερωτευμένος. Μα δεν της μιλούσε για αυτό. Δεν της μιλούσε για τίποτα. Η κόρη της από την άλλη, αν και ήταν μόλις δέκα χρόνων, ήταν μια κινούμενη αντίδραση απέναντί της. Θα προτιμούσε να της μιλά λιγότερο ή μάλλον να την κρίνει λιγότερο. Να την κάνει λιγότερο να νιώθει ότι ήταν η πιο αποτυχημένη μητέρα και σύζυγος στον κόσμο. Το πιο αποτυχημένο ανθρώπινο πλάσμα που πάτησε τα πόδια του σε αυτή τη γη.
   "Δικό σου είναι το πρόβλημα, της έλεγε ο άντρας. Προσπαθείς να μας ελέγξεις όλους. Προσπαθείς να ελέγξεις αυτά που συμβαίνουν. Δεν αφήνεσαι καθόλου στη χαρά και στην ηρεμία. Αγχώνεσαι και  συνεχώς γκρινιάζεις για όλα". Αυτά της έλεγε μα εκείνη δεν άντεχε να επεξεργαστεί τα λόγια του και να σκεφτεί πόση αλήθεια υπήρχαν μέσα τους. Ήταν τόσο θυμωμένη. Εκείνη είχε κάνει τη μεγάλη θυσία για χάρη τους. Άφησε την πόλη και πήγε να μείνει σε ένα μέρος που πριν της ήταν αδιάφορο, τώρα το μισούσε. Δεν είχε φίλες εκεί. Απέφευγε τις γειτόνισσες γιατί τις θεωρούσε εκνευριστικές. Ακόμη δεν είχε βρει μαθητές. Όλα ήταν χάλια. Και οι δικοί της τη μισούσαν.
   Τι την έκανε, όμως, να τους αφήσει Παραμονή Πρωτοχρονιάς; Κατάλαβε πόσο πολύ τη μισούσαν. Ήταν όρθια και μαγείρευε. Είχαν μείνει μόνο τα κοτοπουλάκια πανέ σε ένα πλαστικό σακουλάκι και περίμεναν να ψηθούν. Για χιλιοστή φορά γκρίνιαξε πως την πονούσε το γόνατό της σε μια προσπάθεια να τους πείσει να συμμαζέψουν λίγο το σπίτι. Κανένας δεν της έδωσε σημασία. Ύστερα άρχισε, όπως συνήθως να φωνάζει.
"Γιατί φωνάζεις πάλι; Θέλεις να χαλάσεις και τη σημερινή γιορτινή μέρα;", της είπε ο άντρας της εκνευρισμένος.
"Σας λέω να συμμαζέψετε λίγο. Πονάει το γόνατό μου. Έχω πεθάνει από το πρωί!"
"Πέθανε, δεν σε αντέχω άλλο!", της είπε εκείνος κι αμέσως έδειξε πως το μετάνιωσε.
Αυτό που έκανε την καρδιά της να σκιστεί στα δύο ήταν η απάντηση της κόρης της.
"Καλά της λες! Έλεος πια!"
    Εκείνη τότε σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα σηκώθηκε ήρεμα.
"Φεύγω", είπε μόνο.
"Φύγε", της είπε ο άντρας της και επέστρεψε στο μήνυμα που έγραφε στο κινητό του.
Την έπιασε απελπισία. Πήρε το σακουλάκι με τα κοτοπουλάκια και του το πέταξε στο κεφάλι. Εκείνος έσκυψε λίγο και το απέφυγε κι ύστερα πάλι επέστρεψε στο κινητό του. Βουρκωμένη, ηττημένη και νιώθοντας πως ζούσε ένα τρομερό δράμα φόρεσε το μπουφάν της κι έναν σκούφο και βγήκε έξω χτυπώντας την πόρτα. Τώρα καθισμένη στην άδεια καφετέρια αναρωτιόταν αν σκεφτόταν όντως να αυτοκτονήσει ή αν απλώς φαντασιωνόταν τους δικούς της να κλαίνε μετανιωμένοι πάνω από το νεκρό της σώμα, επειδή τόσο πολύ την πλήγωσαν. Δεν της άρεσε η ιδέα του θανάτου της, όχι, θα ήταν πολύ άδοξο να τελειώσει η ζωή της εδώ, οπότε άρχισε να σκέφτεται άλλους τρόπους με τους οποίους θα τους τιμωρούσε. Θα μπορούσε να βρει εραστή, να φύγει μαζί του στο εξωτερικό και να γεννήσει το μωρό του. Αυτό το μωρό θα την αγαπούσε. Νοστάλγησε την εποχή που κρατούσε τα παιδιά της στην αγκαλιά της κι αυτή η αγκαλιά ήταν όλος ο κόσμος τους.
     Ύστερα σκέφτηκε τα κοτοπουλάκια. Ήταν σίγουρη ότι ο άντρας της δεν θα σήκωνε το σακουλάκι. Κι αν χαλούσαν; Ήταν το αγαπημένο φαγητό του γιου της. Και θα ήταν κρίμα να χαλάσουν. Δεν είναι καιροί για να πετάμε φαγητό. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στο σπίτι και να πει σε όποιον σήκωνε το τηλέφωνο να βάλει τα κοτοπουλάκια πάλι στην κατάψυξη, αφού κανείς τους δεν είναι ικανός να τα ψήσει. Μα έτσι θα χαλούσε τη δραματική της έξοδο. Ήθελε να αναρωτιούνται πού πήγε. Να βγουν να την ψάξουν. Σιγά μην το έκαναν. Και οι τρεις θα βυθίζονταν στα κινητά και τους υπολογιστές τους. Ή θα έτρωγαν το φαγητό που έφτιαξε με τόσο κόπο βλέποντας τηλεόραση. Θα απολάμβαναν την ηρεμία της απουσίας της. Όπως κι εκείνη τώρα απολάμβανε την ηρεμία του να βρίσκεται μακριά από το χαοτικό τους σπίτι.
    Ναι, ίσως ήταν υπερβολική με την τάξη. Μπορεί να είχαν κάποιο δίκιο. Ήθελε να είναι τα πάντα στο σπίτι και στη ζωή σε τάξη. Να μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά. Να είναι όλα καθαρά και τακτοποιημένα. Να ζουν χωρίς υπερβολές, εθισμούς, κινδύνους της εποχής. Να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Όταν κάποιος ήταν στενοχωρημένος, κάτι κατέρρεε μέσα της, γιατί ένιωθε πως έφταιγε εκείνη. Ήθελε να διορθώσει τα πάντα. Κυρίως αυτήν την καταραμένη εποχή, που σκότωνε τα όνειρα. Ένιωθε συχνά πως ήταν ένα μικρό γρανάζι μέσα σε έναν πελώριο κόσμο, που έπρεπε κάπως να κινηθεί για να προχωρήσει αυτός ο κόσμος, έστω και λίγο. Όμως τα πάντα την ακινητοποιούσαν κι έτσι κι ο κόσμος έμενε στα ίδια ή ακόμη χειρότερα γύριζε πίσω.
     Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Ο γιος της. Ήταν θυμωμένη και μαζί του. Θα μπορούσε να την υπερασπίζεται και δεν έλεγε τίποτα. Άφηνε τους άλλους δύο να την εξοντώνουν κι εκείνος έγραφε ποιήματα για αποχωρισμούς που σκοτώνουν και ηλιοβασιλέματα που δεν είδαν μαζί και για το φθινόπωρο που έριξε τα φύλλα της καρδιάς του σε μια θάλασσα από χιονόνερο. Της ήταν τόσο δύσκολο να τα πάρει αυτά στα σοβαρά. Οι έγνοιες την είχαν κάνει να ξεχάσει πώς είναι ο εφηβικός νους, ο πρώτος έρωτας, το ξεκίνημα της ζωής. Της ήταν δύσκολο να συνειδητοποιήσει πως ο γιος της σιγά-σιγά γινόταν άντρας. Ίσως αυτό να τη θύμωνε γιατί δεν ήταν έτοιμη να γεράσει ακόμη. Δεν απάντησε στο τηλέφωνο. 
    Κάπνισε το έκτο τσιγάρο και ήπιε δυο γουλιές ζεστή σοκολάτα. Σκέφτηκε πάλι με λύπη τα κοτοπουλάκια στο πεταμένο σακουλάκι. Μπήκε στον πειρασμό να στείλει μήνυμα στον γιο της να τα μαζέψει και να τα ψήσει μόνος του για να μη στερηθεί την αγαπημένη του γεύση αλλά ήθελε να είναι αμετακίνητη απέναντι σε όλους. Κι αν έφευγε με μια από τις μικρές βάρκες; Τη στιγμή που άρχισε να αναρωτιέται τι χρειάζεται να κάνει κάποιος για να κλέψει μια βάρκα άκουσε παιδικά γέλια. Γύρισε και είδε στον έρημο και σκοτεινό δρόμο ένα τσούρμο μικρά παιδιά με χριστουγεννιάτικα τρίγωνα. Ένα από αυτά, ένα αδύνατο αγόρι κρατούσε ένα φωτισμένο καραβάκι. Τα συνόδευε ο χαμογελαστός παπάς της μικρής κωμόπολης. Στάθηκαν μπροστά της και άρχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα. Και τότε έβαλε τα κλάματα.
      Θυμήθηκε τον εαυτό της να τραγουδάει τα κάλαντα με ενθουσιασμό που έκανε την καρδιά της να έτοιμη να σπάσει. Πού είχε πάει άραγε αυτό το μικρό κορίτσι; Σίγουρα δεν ζούσε πια μέσα της. Μάλλον την εγκατέλειψε αγανακτισμένο κάποια στιγμή κι εκείνη δεν το είχε καταλάβει. Τα παιδιά τραγουδούσαν φωνάζοντας κι εκείνη έκλαιγε με ανακούφιση, λύπη και νοσταλγία, χαρά και ελπίδα. 
"Βγήκα χωρίς να πάρω λεφτά...", είπε μόλις τελείωσαν και τότε σκέφτηκε με τρόμο πως δεν είχε λεφτά για να πληρώσει τη ζεστή σοκολάτα και φοβήθηκε πως θα την έβαζαν να πλύνει φλιτζάνια.
"Αγάπη, μόνο αγάπη", είπε ο γλυκός παπάς.
Ένα μικρό κοριτσάκι με μια μακριά καστανή κοτσίδα την αγκάλιασε.
"Γιατί κλαις;", τη ρώτησε.
Δεν ήξερε τι να πει μα τους κοιτούσε με τόση ευγνωμοσύνη για αυτή τη μικρή στιγμή και ήταν σαν να τους τα είπε όλα.
       Όταν ξεμάκραιναν και οι φωνές τους άρχισαν να χάνονται στην ερημιά, διάβασε το μήνυμα του άντρα της. "Έψησα τα κοτοπουλάκια και σε περιμένουμε. Θα πλύνω εγώ τα πιάτα.", της είχε γράψει μόνο. Με κατακόκκινα μάτια φώναξε τη σερβιτόρα και της είπε πως θα της έφερνε τα χρήματα το επόμενο πρωί. Εκείνη την κοίταξε παραξενεμένη μα της χαμογέλασε.
       Σηκώθηκε κι άφησε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα της στο τραπέζι. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο γόνατο μα περιέργως δεν την ενόχλησε.Φόρεσε το μπουφάν κι αγκάλιασε τον εαυτό της. Έκανε κρύο, μα ταίριαζε τόσο στη στιγμή.  Φεύγοντας κοίταξε μια τελευταία φορά τις μικρές βάρκες. Την κοιτούσαν γλυκά μα την αποθάρρυναν να χαθεί στη θάλασσα μέσα στη νύχτα. Μα δεν την πείραζε καθόλου αυτό. Τώρα είχε μέσα της ένα φωτισμένο, χριστουγεννιάτικο καράβι...

   

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

"Τα σκουπίδια!"

  
Η τρίχρονη κόρη μου έκλαιγε εκείνο το πρωί, γιατί δεν της άρεσε το ροζ κολάν και η άσπρη μπλούζα της. Δεν ταίριαζε με την πράσινη καινούρια στέκα, που της αγόρασε η γιαγιά της. Η γυναίκα μου τής φώναζε κι αναθεμάτιζε τη γιαγιά της κι εγώ ήθελα να της πω να μην της φωνάζει, μα δεν είχα καμία λύση να προτείνω για το φλέγον θέμα του κολάν και της στέκας. Προσπάθησα μέχρι να ετοιμαστώ για τη δουλειά να είμαι  ένας αόρατος άνθρωπος, ένα ανεπαίσθητο ξωτικό. Περπατούσα στις μύτες για να μην με αντιληφθούν τα δύο θηλυκά του σπιτιού και στρέψουν την οργή τους πάνω μου. Τα είχα σχεδόν καταφέρει, όταν άνοιξα την πόρτα για να φύγω χωρίς να τις χαιρετίσω.
   "Τα σκουπίδια!", μου φώναξε η γυναίκα μου. "Ωχ!", σκέφτηκα. Θα ακολουθούσε το γνωστό τροπάριο. "Γιατί ποτέ δεν παίρνεις τα σκουπίδια; Πρέπει να τα κάνω όλα εγώ; Δεν αρκεί, που κάνω όλες τις δουλειές; Που πηγαίνω τη μικρή στον παιδικό σταθμό; Που δουλεύω και συνεισφέρω στο εισόδημά μας; Εγώ δεν είμαι σαν τη μάνα σου! Που του τα πήγαινε όλα στο χέρι του πατέρα σου!..."
    Περίπου ένα πεντάλεπτο κρατούσε κάθε φορά ο χείμαρρος της κάθε φορά που ξεχνούσα να πάρω τα σκουπίδια. Για κάποιο λόγο που ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω, αυτή μου η μικρή παραμέληση ήταν κάτι που την εξόργιζε. Σχεδόν πάντα κατέληγε στο ότι με κακόμαθε η μάνα μου. Αν είχα χρόνο, θα της έλεγα πως ήθελα να τη βοηθήσω και πως δεν με άφηνε. Ποτέ δεν έμενε ευχαριστημένη από τη προσπάθειά μου να πλύνω τα πιάτα ή να απλώσω τα ρούχα. Όταν πήγαινα να παίξω με τη μικρή για να ξεκουραστεί λίγο, επενέβαινε συστηματικά, γιατί θεωρούσε ότι "έδινα λάθος μηνύματα στο παιδί", επειδή την άφηνα να με χτυπάει λίγο. Και κατέληγε πάλι στο ότι εκείνη δεν είναι σαν τη μάνα μου. Γνωρίζω ότι η μάνα μου δεν είναι ο πιο εύκολος άνθρωπος και δεν συμπάθησε ποτέ τη νύφη της, αλλά εκείνες τις στιγμές η αναφορά της σε αυτήν ήταν πραγματικά άσχετη! Έχω μάθει να καταπίνω τον θυμό μου από τον καιρό που η μάνα μου με έβαζε με το ζόρι να αδειάζω όλο μου το πιάτο. Αυτό έκανα κι εκείνο το πρωί. Πήρα τα σκουπίδια κι έφυγα ξεφυσώντας, ευχόμενος να έχω πολλή δουλειά στο γραφείο και να αργήσω να γυρίσω.
     Δυστυχώς δεν είχα πολλή δουλειά και γύρισα νωρίς το απόγευμα. Ήταν Νοέμβριος και είχε σχεδόν βραδιάσει. Η γυναίκα μου μαγείρευε χυλοπίτες και η κόρη μου κοιμόταν στο δωμάτιό της. 
"Πλησιάζουν τα γενέθλια της μικρής", μου είπε αυστηρά.
"Το ξέρω.", απάντησα ήρεμα.
"Νόμιζα ότι θα τα ξεχνούσες."
"Γιατί;"
Δεν απάντησε. Αναστέναξε δυνατά και συνέχισε λίγο μετά ανακατεύοντας τις χυλοπίτες στην κατσαρόλα.
"Η μάνα σου πέρασε χθες και άφησε το δώρο της σε έναν φάκελο. Διακόσια πενήντα ευρώ. Έξαλλη έγινα!"
"Γιατί;"
"Γιατί είπε ότι τα χρήματα είναι για το δώρο της μικρής και το ρεύμα. Δηλαδή δεν έχουμε χρήματα να πληρώσουμε το ρεύμα; Δεν δουλεύουμε και οι δύο;"
"Δουλεύουμε."
"Τότε τι; Μας κοπανάει ότι είμαι απλήρωτη έξι μήνες; Εγώ φταίω;"
"Ίσως ήθελε απλώς να βοηθήσει..."
"Να μας ταπεινώσει ήθελε!"
      Δεν είχα διάθεση για καβγά. Ποτέ δεν είχα διάθεση για καβγάδες και πάντα τους απέφευγα. Όμως, η γυναίκα μου έδειχνε τόσο δυσαρεστημένη μαζί μου. Αναρωτιόμουν κάθε βράδυ τι έκανα τόσο λάθος και δεν μπορούσαμε να χαρούμε τη ζωή μας. 
"Τα λέμε μετά. Πρέπει να στείλω κάτι σε έναν πελάτη", είπα ψέματα και πήγα μέσα. Πριν μπω στο γραφείο μου, έριξα μια ματιά στην κόρη μου. Κοιμόταν σαν αγγελούδι. Άραγε άκουγε τους καβγάδες μας στον ύπνο της; Αν ναι, πώς θα την επηρέαζε αυτό; Δεν ήθελα να το σκέφτομαι. Έφυγα γρήγορα από το δωμάτιό της με μια αίσθηση γλυκιά και πικρή ταυτόχρονα. Έκλεισα την πόρτα αποφασισμένος να παίξω κανένα παιχνίδι στον υπολογιστή μέχρι να ξυπνήσει η μικρή. Και τότε άκουσα τις φωνές της...
"Πού είναι; Πού είναι; Θεέ μου!"
Έτρεξα μέσα. Η γυναίκα μου σχεδόν ούρλιαζε και ελαφρώς χοροπηδούσε.
"Θα ξυπνήσεις το παιδί! Γιατί φωνάζεις;", της είπα ήρεμα. Πάντα ήμουν τόσο ήρεμος μα δεν βοηθούσε.
"Τα λεφτά της μάνας σου! Ήταν σε έναν φάκελο! Τον είχα ακουμπήσει εδώ!", είπε κι έδειξε τον πάγκο της κουζίνας.
"Δεν τα πήρε κανείς. Θα τα βρούμε..."
Τότε εκείνη βούρκωσε σαν παιδί, που ομολογούσε τη χειρότερη αταξία.
"Νομίζω ότι..."
"Τι;"
"Ότι τα πέταξα!"
"Μα πώς;"
"Εγώ φταίω; Προσπαθώ τόσο πολύ να έχουμε ένα τακτοποιημένο σπίτι! Κάθε μέρα τρέχω από πίσω σας και συμμαζεύω! Εσύ δεν κουνάς ούτε το δαχτυλάκι σου! Η μικρή είναι σαν ένας τυφώνας, που διαλύει τα πάντα!"
Τι σχέση είχε αυτό; Δεν ρώτησα καν. Μα απάντησε από μόνη της.
"Συμμάζευα χθες το βράδυ και αφηρημένα πήρα τον φάκελο και τον πέταξα στα σκουπίδια!"
Τότε άρχισε να κλαίει γοερά σαν να είχε προκαλέσει μεγάλη καταστροφή.
"Μαμά! Μαμά!", άρχισε να κλαίει το παιδί μέσα.
Δεν ήξερα ποια να παρηγορήσω. Τα είχα χάσει.
"Μην φωνάζεις. Αναστατώνεις το παιδί...", της είπα αυστηρά και το μετάνιωσα σχεδόν αμέσως.
"Βέβαια, αναστατώνω το παιδί! Πέταξα τα λεφτά για το δώρο του! Και για το ρεύμα! Θεέ μου, είμαι
η χειρότερη μάνα!". 
"Τι έκανε η μαμά; Τι έκανε η μαμά;", φώναζε η κόρη μου μέσα.
Πήγα στο παιδικό δωμάτιο και της είπα πως όλα ήταν εντάξει. Τι ψέματα που αναγκαζόμαστε μερικές φορές να λέμε στα παιδιά. Πόσο ανόητοι είμαστε και πόσο ανόητα τα θεωρούμε. Δεν είχε αυτιά να ακούσει; Δεν είχε μάτια να δει; Μα ήταν, όμως, το μόνο που σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή να κάνω...
"Εσύ φταις!", άκουσα ξαφνικά μια στριγκλιά από μέσα.
"Τι έκανα εγώ;", έτρεξα πάλι στη γυναίκα μου.
"Γιατί πέταξες τα σκουπίδια; Κάθε πρωί τα ξεχνάς! Ήταν ανάγκη να τα πετάξεις σήμερα; Αν δεν τα είχες πετάξει, θα βρίσκαμε τον φάκελο με τα λεφτά!"
"Μα εσύ μου είπες να τα πετάξω!", της είπα και τώρα ένιωθα τον θυμό να αγωνίζεται να βγει. Πρέπει να είχα κοκκινίσει ολόκληρος γιατί ένιωθα το πρόσωπό μου να καίγεται.
"Εγώ φταίω! Για όλα φταίω εγώ! Εγώ δεν είμαι σαν τη μάνα σου που..."
"Πάω να ψάξω στα σκουπίδια!", είπα και πήρα αγριεμένα το μπουφάν μου. 
"Πού πάει ο μπαμπάς;", φώναξε η μικρή από μέσα και τη λυπήθηκα μα προτιμούσα πραγματικά να χωθώ σε έναν κάδο σκουπιδιών παρά να μείνω μια στιγμή ακόμη στο σπίτι!
     Στα σκουπίδια δεν ήξερα ποια σακούλα να ψάξω. Δεν θυμόμουν πώς ήταν αυτή που πέταξα το πρωί. Άρχισα να τις κοιτάζω μία μία προσπαθώντας να δω αν θα μου θύμιζε κάποια κάτι. Κι ύστερα άρχισα να της ανοίγω. Καθόλου ευχάριστο μα έπρεπε να βρω τον φάκελο, ακόμη και μέσα σε αυτή τη δυσωδία! Ένιωθα πως ήταν το καθήκον μου, ως άντρας του σπιτιού, να βρω τα χρήματα και να επαναφέρω την οικογενειακή ισορροπία. Ξαφνικά, εκεί μου ήμουν χωμένος στον κάδο και αηδιαστικά λερωμένος, άκουσα το όνομά μου. Γύρισα παραξενεμένος. Αντίκρισα μια συμμαθήτριά μου από το σχολείο. Είχα να τη δω από δεκαοχτώ χρόνων. Ήταν ακόμη όμορφη, όπως τότε. Όλοι την είχαμε ερωτευτεί στο λύκειο. Κρατούσε ένα κουτί από πιτσαρία.
"Μα πόσα χρόνια έχω να σε δω! Τι κάνεις;", μου είπε κάπως αμήχανα.
"Καλά, εσύ;", της απάντησα και ξαφνικά συνειδητοποίησα την κατάστασή μου και ένιωσα απίστευτη ντροπή.
"Καλά. Δόξα τω Θεώ. Είναι δύσκολες εποχές. Έχεις οικογένεια;", με ρώτησε και με κοιτούσε συμπονετικά.
"Ναι, παντρεύτηκα. Έχουμε μια κόρη τριών χρόνων."
Η παλιά μου συμμαθήτρια με κοιτούσε έτοιμη να κλάψει. Δεν κατάλαβα γιατί.
"Να, πάρε την πίτσα. Να έχετε κάτι να φάτε απόψε. Μα τι καιροί είναι αυτοί που ζούμε!", είπε κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας.
Τότε κατάλαβα ότι νόμιζε ότι έψαχνα στα σκουπίδια φαγητό. Ναι, οι καιροί είναι τόσο ανελέητοι. Ξαφνικά ένιωσα για λίγο σαν όντως να έψαχνα φαγητό στα σκουπίδια για την οικογένειά μου. Σαν αληθινά απελπισμένος. Η έρευνά μου τελείωσε εκεί. Πήρα την πίτσα και ανέβηκα στο σπίτι. Ήμουν βρώμικος μα αυτή τη φορά αληθινά ήρεμος. Όχι ήρεμος για να μην προκαλέσω φωνές. Ήρεμος γιατί ξαφνικά άρχισα να εκτιμώ αυτά που είχα.
    Η γυναίκα μου έκλαιγε στον καναπέ και η κόρη μου τής χάιδευε το χέρι. 
"Τα βρήκες;", με ρώτησε και τα μάτια της ήταν τόσο κόκκινα.
"Όχι. Όμως, έφερα αυτήν την πίτσα. Πάω να κάνω ένα ντους κι ύστερα θα φάμε όλοι μαζί."
"Ευτυχώς που έφερες φαγητό! Πάνω στην υστερία μου έκαψα τις χυλοπίτες!", είπε και ρούφηξε τη μύτη της. Ένιωσα να την αγαπώ πάλι αμέτρητα, όπως παλιά, τότε που ήμασταν νέοι και χωρίς υποχρεώσεις και έβρισκα τα πάντα σε εκείνη χαριτωμένα.
"Πίτσα! Πίτσα!", άρχισε η μικρή να χοροπηδάει από χαρά.
       Όταν βγήκα από το μπάνιο, καθαρός και ανανεωμένος, πήγα πάλι στο σαλόνι. Είχαν ήδη αρχίσει να τρώνε. Η γυναίκα μου ήταν τόσο αναστατωμένη, που δεν της φάνηκε περίεργο που γύρισα με μια πίτσα από το πουθενά. Για πρώτη φορά κατάλαβα πόσο ζοριζόταν με όλα. Πόσο προσπαθούσε να μας φροντίσει. Πόσο πάλευε με τον εαυτό της για να γίνεται καλύτερη. Πόσο ανελέητη ήταν μαζί του στο κάθε του λάθος. Κι εγώ; Έπρεπε να είμαι περισσότερο παρών, τώρα μου ήταν σαφές. Ένας σωστός σύζυγος και πατέρας κι όχι ένα φάντασμα, που κοιτάζει τη βολή του. Η κόρη μου γελούσε. Τα παιδιά είναι μαγικά. Θα βρουν το γέλιο τους στο καθετί. Αν είμαστε ανοιχτοί, μπορούμε να γίνουμε κι εμείς μερικές φορές έτσι.
"Σας αγαπώ πολύ και τις δύο!", τους είπα.
Με κοίταξαν και τα μάτια τους έλαμψαν. Ύστερα φάγαμε και οι τρεις. Είχαμε πολύ καιρό να κάνουμε κάτι μαζί σαν οικογένεια, είχαμε πολύ καιρό να νιώσουμε έτσι καλά.
    Έτσι λοιπόν, εκείνη τη μέρα, κάπως σουρεαλιστικά ένιωσα οικογενειακή ευτυχία. Κι ευγνωμοσύνη για όσα είχα. Τη φέρνω στο νου μου κάθε φορά που δυσκολεύομαι. Κάθε φορά που καταπίνω τον θυμό μου ή θέλω να μείνω μόνος μου μακριά από όλους κι από όλα. Καμιά φορά κάτι που φαίνεται κακό, μπορεί να μας δείξει πολλά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αίσθηση των σκουπιδιών πάνω μου, την φρικτή μυρωδιά, την ντροπή, την ταπείνωση μπροστά στη συμμαθήτριά μου. Νιώθω όμως μια μικρή ενοχή για εκείνη. Μπορεί εκείνη και η παρέα της να έμειναν εξαιτίας μου νηστικοί εκείνο το βράδυ. Θα ήθελα να της εξηγήσω τι είχε συμβεί, μα δεν μπόρεσα να τη βρω. 
    Αποφάσισα, ωστόσο, να μιμηθώ την καλοσύνη της. Έτσι καμιά φορά αγοράζω σε άστεγους φαγητό. Τα μάτια τους λάμπουν, όταν τους το δίνω, όπως έλαμψαν τα μάτια της γυναίκας και της κόρης μου όταν τους είπα τόσο αληθινά πως τις αγαπώ.

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Το τελευταίο ραντεβού με τη Δεσποινίδα Φοβία

"Είμαι ηθοποιός. Και ολίγον φοβική. Φοβάμαι τα ύψη, τις αρρώστιες, τα ατυχήματα, τα σκυλιά, τους επικίνδυνους ανθρώπους και διάφορα άλλα. Καλλιτέχνης, καταλαβαίνετε... Όλοι εμείς οι καλλιτέχνες κάποιο πρόβλημα πρέπει να έχουμε! Αν δεν υποφέρεις από κάτι, δεν στρέφεσαι στην τέχνη. Δεν  προσπαθείς να εκφραστείς, να διαφύγεις ή έστω να διερευνήσεις, όταν έχεις αληθινή γαλήνη." Κάπως έτσι συστηνόταν πάντα, όταν γνώριζε κάποιον και συνήθως της χαμογελούσαν με συμπάθεια.
   Ολίγον φοβική. Ή και πολύ; Από μικρή; Δεν μπορούσε να θυμηθεί από πότε. Ίσως να ήταν και έφηβη. Μα πραγματικά, δεν μπορούσε να ξέρει. Μήπως αφότου ενηλικιώθηκε; Είναι παράξενο να ψάχνεις τον εαυτό σου στο παρελθόν και να μη θυμάσαι. Όπως και να' χει, κάποια στιγμή στη ζωή της άρχισε να έχει κοντά της αυτήν την παράξενη φίλη. Τη Δεσποινίδα Φοβία. Ναι, αν έπρεπε να την περιγράψει, θα ήταν δεσποινίδα μεσήλικη. Μοναχική, ψηλή, αδύνατη και στρυφνή. Με μαύρη, μακριά στενή φούστα, κουμπωμένο πουκάμισο μέχρι τον λαιμό, κότσο και γυαλιά. Κατά βάση αγέλαστη, μα καμιά φορά της ξέφευγε και κανένα γελάκι. Κάπως έτσι ήταν η Δεσποινίς Φοβία. Ερχόταν να την επισκεφθεί συχνά. Πριν τις πρεμιέρες, πριν τα ταξίδια, συνήθως πριν κάθε αλλαγή, πριν κάθε τι νέο. Πριν κάτι σχεδιάσει, πριν καν ονειρευτεί.
"Τι κάνεις;", τη ρωτούσε αυστηρά η Δεσποινίς Φοβία εκείνα τα βράδια.
"Να εδώ, ετοιμάζομαι...", της έλεγε εκείνη και της  άφηνε λίγο χώρο για να καθίσει δίπλα της.
"Σε βρίσκω πολύ χαλαρή και καθόλου σε επαγρύπνηση. Οι καιροί είναι επικίνδυνοι. Η πόλη είναι επικίνδυνη. Η ζωή είναι επικίνδυνη", έλεγε η δεσποινίς Φοβία με μια ψιλή, σχεδόν τσιριχτή φωνή.
"Εντάξει, συνήθως κάπως επιβιώνουμε", απαντούσε εκείνη.
"Όχι πάντα. Πρέπει να είσαι έτοιμη για όλα."
"Εντάξει, μουρμούριζε απρόθυμα εκείνη. Τι πρέπει να κάνω;"
"Να προετοιμάζεσαι. Σκέψου ένα σενάριο για την κάθε πιθανότητα. Πώς θα σε βρει το κακό και πώς μετά θα δράσεις. Τι πιθανές διέξοδοι υπάρχουν από την κρίση. Τι θα σε βοηθήσει και τι όχι. Τελικά αναλογίσου αν θα μπορέσεις να τα καταφέρεις μόνη σου ή αν θα χρειαστείς άλλα άτομα."
Η Δεσποινίς Φοβία κουνούσε το δάχτυλο και τα μάτια της ήταν σχεδόν κλειστά, όταν έδινε τις οδηγίες.
"Αν θα μπορέσω να τα καταφέρω μόνη μου; Δεν νομίζω...", εκεί άρχιζε να νιώθει πραγματικά άβολα.
"Τότε πρέπει να προετοιμαστείς ακόμη περισσότερο. Να σκεφτείς πώς θα τα καταφέρεις, αν θα εντελώς είσαι μόνη σου στην κάθε πιθανή κατάσταση. Γιατί πάντα υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο, ξέρεις."
"Μα είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να τα σκέφτομαι όλα αυτά."
"Το ξέρω. Μα οι καιροί είναι δύσκολοι. Η ζωή είναι δύσκολη. Οι κίνδυνοι καιροφυλακτούν."
"Ναι, το είπαμε αυτό, Δεσποινίς Φοβία!",επαναστατούσε εκείνη.
"Το είπαμε, ναι! Το υπενθυμίζω γιατί είναι μεγάλης σοβαρότητος!", ανέβαζε αυστηρά τον τόνο της φωνής της η Δεσποινίς Φοβία.
"Νομίζω πως θέλω να κοιμηθώ τώρα", της έλεγε εκείνη και τα μάτια της έκλειναν.
"Φυσικά. Κοιμήσου, γλυκιά μου. Θα σε επισκεφθώ ξανά σύντομα..."
Ύστερα η Δεσποινίς Φοβία την αγκάλιαζε. Δεν ήταν ζεστή η αγκαλιά της μα την είχε συνηθίσει. Την είχε συνηθίσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσε να ζει χωρίς εκείνη. Όλα τα συνηθίζει κανείς. Ακόμη και μια δυσάρεστη, θα έλεγε κανείς, τέτοια αγκαλιά. Κι ύστερα ξάπλωνε για να κοιμηθεί. Άλλοτε τα κατάφερνε, άλλοτε όχι. Την άλλη μέρα ξυπνούσε και κάποια στιγμή ως το μεσημέρι η Δεσποινίς Φοβία εμφανιζόταν πάλι. Μα τελικά, αν φίλος είναι αυτός που βλέπεις πιο συχνά από όλους, η Δεσποινίς Φοβία ήταν η καλύτερή της φίλης αναμφισβήτητα. Κι αυτό γινόταν για χρόνια.
   Εκείνο το βράδυ, μετά από μια επιτυχημένη παράσταση ήρθε στο καμαρίνι της να τη συγχαρεί ένας γνωστός σκηνοθέτης. Κάπως ιδιόρρυθμος, είχε ακούσει, μα με πολύ καλό όνομα και μεγάλη φήμη. Εκείνη συστήθηκε όπως πάντα.  Ολίγον φοβική.
"Ολίγον φοβική. Φοβάμαι τα ύψη, τις αρρώστιες, τα ατυχήματα, τα σκυλιά, τους επικίνδυνους ανθρώπους και διάφορα άλλα. Καλλιτέχνης, καταλαβαίνετε... Όλοι εμείς οι καλλιτέχνες κάποιο πρόβλημα πρέπει να έχουμε. Αν δεν υποφέρεις από κάτι, δεν στρέφεσαι στην τέχνη. Δεν  προσπαθείς να εκφραστείς, να διαφύγεις ή έστω να διερευνήσεις, όταν έχεις αληθινή γαλήνη."
Περίμενε να της χαμογελάσει ο σκηνοθέτης. Συνήθως όλοι της χαμογελούσαν με συμπάθεια.
"Μμμμμ, ολίγον φοβική; Αληθινά δεν σας ταιριάζει καθόλου κάτι τέτοιο! Δεν θα έπαιρνα ποτέ στον θίασό μου ένα άτομο ολίγον φοβικό! Ποιος αληθινός καλλιτέχνης μπορεί να ενδώσει στον φόβο; Η τέχνη είναι τόλμη, είναι θάρρος, είναι δύναμη! Μα πραγματικά γιατί χρειάζεστε να είστε ολίγον φοβική; Αλήθεια, το έχετε σκεφτεί ποτέ;"
Εκείνη πραγματικά δεν ήξερε τι να πει. Δεν της είχε ξανασυμβεί να μην της χαμογελούν. Και τι ερώτηση ήταν αυτή; Γιατί χρειαζόταν να είναι ολίγον φοβική;
"Δεν θα σας έπαιρνα ποτέ σε παράστασή μου, αν και έχετε σίγουρα ταλέντο", συνέχισε ο σκηνοθέτης και την αποχαιρέτισε φιλώντας της το χέρι κάπως ψυχρά. Έφυγε με σηκωμένο το κεφάλι, σαν θιγμένος και με γρήγορα βήματα.
Εκείνη τώρα ένιωσε πραγματικά άσχημα. Περίεργα. Θύμωσε. Μα πιο πολύ απόρησε. Συνήθως γινόταν εύκολα συμπαθητική στους γύρω της, οι περισσότεροι δε προσπαθούσαν να την προστατέψουν και πολύ συχνά τη θαύμαζαν παρά τη δυσκολία της.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήρθε και κάθισε αθόρυβα δίπλα της η δεσποινίς Φοβία.
"Δεσποινίς Φοβία! Με τρομάξατε!", της φώναξε ταραγμένη, όταν την είδε ξαφνικά.
"Έτσι πρέπει!", είπε η δεσποινίς Φοβία και γέλασε κοφτά και η φωνή της βγήκε σαν σφύριγμα.
Ένιωσε περίεργα. Σαν να μην την ήθελε τώρα.
"Οι καιροί είναι δύσκολοι και επικίνδυνοι, η πόλη είναι επικίνδυνη αλλά και η επαρχία μερικές φορές. Οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει επικίνδυνοι, ω, αυτή είναι η πιο φρικτή αλήθεια..."
"Δεσποινίς Φοβία, να σας ρωτήσω κάτι;", τη ρώτησε με θάρρος. Είχε θάρρος. Στο κάτω-κάτω καλλιτέχνης ήταν!
"Ακούω", είπε η Δεσποινίς Φοβία και καθάρισε τα γυαλιά της.
"Γιατί έρχεστε συνεχώς;"
"Γιατί με χρειάζεσαι."
"Γιατί σας χρειάζομαι;"
"Για παρέα."
"Για παρέα;"
"Εσύ με καλείς."
"Εγώ σας καλώ;"
"Με τον τρόπο σου. Επειδή βαριέσαι εύκολα. Επειδή έχεις μεγάλη φαντασία. Επειδή σου αρέσει να σε προσέχουν, να σε προστατεύουν, να σε φροντίζουν."
Δεν ήξερε τι να πει. Μα πραγματικά δεν το είχε καταλάβει πως τα έκανε όλα αυτά.
"Δεσποινίς Φοβία..."
"Ακούω", είπε η Δεσποινίς Φοβία και ίσιωσε τη μαύρη της φούστα.
"Νομίζω...", είπε δειλά.
"Ναι;", είπε η Δεσποινίς Φοβία και έφτιαξε λίγο τον κότσο της.
"Νομίζω πως δεν θα σας ξαναχρειαστώ άμεσα. Ευχαριστώ για την παρέα σας. Ήταν αρκετά δυσάρεστη τόσα χρόνια, μα... Ήταν έστω κι έτσι κάποια παρέα."
"Όπως νομίζεις. Αντίο."
Η Δεσποινίς Φοβία τής έσφιξε το χέρι.
"Ξέρω ότι δεν σου άρεσαν οι αγκαλιές μου", είπε μόνο.
"Αντίο. Και πάλι, ευχαριστώ για όλα..."
"Ίσως τα ξαναπούμε."
"Ίσως. Ίσως κι όχι", η φωνή της ήταν τρομερά αποφασιστική αλλά όπως ενός παιδιού, που δεν ξέρει αν θα τα καταφέρει τελικά. Αυτό ήταν. Η Δεσποινίς Φοβία εξαφανίστηκε.
     Το καμαρίνι, σαν αν είχε καθαρίσει από ρυπαρό αέρα. Και εντελώς μόνη, συστηνόταν στον καθρέφτη της.
"Ηθοποιός. Και πρώην ολίγον φοβική..."
Και τώρα, μετά από αυτό το τελευταίο ραντεβού με τη Δεσποινίδα Φοβία, αυτός ο συνήθως αγέλαστος καθρέφτης, όπως συνήθως όλοι όσοι τη γνώριζαν,  της χαμογελούσε...