Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Ο Καλλιτέχνης

Εγώ τον είδα από μακριά μια μέρα
Ήταν σαν όλους
Με ένα σώμα ίδιο σαν όλα
Σκυφτό, θαμπό και λυπημένο




Με πρόσωπο χλωμό κι ωραίο
Πολλές φορές χαμογελούσε
Με καλοσύνη
Σαν να ενδιέφεραν αληθινά τόσο
Όσα ακούει κανείς συνήθως
Μες στις πολύβοες παρέες
Μες στις οθόνες
Μέσα στα ανιαρά σχολεία

Στο τρένο μόνος στριμωχνόταν
Ανάμεσα σε τόσους, τόσους στριμωγμένους
Μα να καμιά φορά παρατηρούσα
Το βλέμμα του από το παράθυρο να φεύγει
Να ταξιδεύει
Ναι, θα ορκιζόμουν πως ξαφνικά χανόταν
Το πέταγμα ενός πουλιού
Αρκούσε
Σε όνειρα για να πετάξει

Μες στο βαγόνι ο καλλιτέχνης στριμωγμένος
Ένας σαν όλους
Ένας με φόβο μέσα του, όπως όλοι
Γινόταν ένα αχόρταγο παιδί και πάλι
Τον κόσμο αχόρταγα που ανακαλύπτει
Που θέλει με τα χέρια του τα ίδια
Να δώσει χρώμα, ιδέες, τη φωνή του
Στο φευγαλέο, στο τίποτα και όμως
Στο πιο υπέροχο, πολύτιμο λεπτό του
Που όπως όλα τα λεπτά, όλες οι σκέψεις
Αόρατο σε λίγο θα πετάξει

Και έτσι τόσο στριμωγμένος, ένας σαν όλους
Ο καλλιτέχνης κάτι σκαρφιζόταν
Κάτι γινόταν άξαφνα, για λίγο
Το πιο υπέροχα σπουδαίο που μπορούσε
Να δώσει
Η ίδια του η ζωή και η ύπαρξή του

Κι ύστερα ερχόταν η ώρα να κατέβει
Μαζί με άλλους, ένας σαν όλους
Γλιστρούσε αθόρυβα στον δρόμο
Μα εγώ, ναι, από μακριά κοιτούσα
Και θα ορκιζόμουν
Πως έτσι όπως η συνηθισμένη η μορφή του περπατούσε
Σκυφτή, θαμπή και λυπημένη
Άφηνε πίσω μελωδία
Μια πινελιά ή ένα ποιήμα
Πιστέψτε με, σας λέω, το είχα ακούσει
Το είχα δει με τα δικά μου τα συνηθισμένα μάτια

Και από τότε, ναι, δεν έπαψα, σας λέω
Σε όποιο πλήθος συναντώ
Να τον γυρεύω


Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Ένα κουρνιασμένο, μικρό φθινόπωρο

Ήταν η προτελευταία Παρασκευή του Οκτωβρίου κι εγώ για κάποιον απροσδιόριστο λόγο δεν ήθελα να πάω στη δουλειά. Τηλεφώνησα και είπα πως ήμουν άρρωστος. Προσπάθησα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν πήγα στη δουλειά επειδή ήμουν άρρωστος και θυμήθηκα πως δεν υπήρξε ποτέ τέτοια στιγμή. Εργαζόμουν επί  δεκαέξι χρόνια σε αυτήν την οικογενειακή επιχείρηση. Ήμουν καλός υπάλληλος, με κατανόηση και χωρίς πολλές απαιτήσεις. Δεν έχω οικογένεια. Ποτέ δεν κούρασα τα αφεντικά μου με παράπονα, ούτε και ζήτησα ποτέ αύξηση. Όταν στις αρχές της οικονομικής κρίσης  μείωσαν τον μισθό μου, το δέχτηκα κατανοώντας πως ήμασταν ένα καράβι και πως για να μη βουλιάξουμε έπρεπε όλοι να κάνουμε θυσίες. Δεν έχει σημασία τι εμπορεύεται αυτή η οικογενειακή επιχείρηση. Ό,τι κι αν πουλάς, ό,τι κι αν αγοράζεις, πουλάς και αγοράζεις. Αυτό κάνεις. Πρέπει βέβαια να βρεις τρόπους να διαφημιστείς, να φροντίζεις ώστε να πληρώνεσαι από τους πελάτες σου και να είσαι κι εσύ τυπικός στις πληρωμές των προμηθευτών σου. Δεν θα σας κουράσω άλλο με αυτά. Τι σημασία έχουν; Έτσι ένιωσα εκείνη την Παρασκευή. Πως δεν είχα κανέναν απολύτως λόγο να πάω στη δουλειά μου. Πως δεν υπάρχει τίποτα το αληθινά σημαντικό στο να πουλάς και να αγοράζεις.
Έφτιαξα τον καφέ στο μπρίκι, όπως με έμαθε κάποτε να τον φτιάχνω ο παππούς μου, και βγήκα στο μπαλκόνι. Η διάθεσή μου ήταν απροσδιόριστη. Δεν ήθελα τίποτα. Μόνο να καθίσω στο μπαλκόνι και να πιω τον καφέ μου. Μα πόσο θα διαρκούσε αυτό; Συνήθως έπινα τον πρωινό καφέ μου όρθιος και όχι ολόκληρο. Βιαζόμουν, δεν αργούσα ποτέ στο γραφείο. Μα εκείνη την Παρασκεύη αυτός ο καφές έγινε κάτι σπουδαίο. Σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που θα έκανα ποτέ. Μα πραγματικά, ήταν όλα αυτά πολύ περίεργα.
Απέναντι από το μπαλκόνι μου βρίσκεται ένα δέντρο. Ήταν ο λόγος που επέλεξα αυτό το διαμέρισμα. Είχα βρει στην ίδια τιμή ένα πιο καινούριο και πιο μεγάλο. Όμως, δεν είχε απέναντί του ένα δέντρο. Ο παππούς μου έλεγε πως το μόνο που χρειαζόταν να βλέπει στη ζωή του ήταν ένα δέντρο. Όταν ήμουν μικρός, τον είχα ρωτήσει κάποτε αν είχε ταξιδέψει. Μου είπε πως για κάποια χρόνια ήταν ναυτικός. Είχε δει αρκετά μέρη. Πίστευε όμως με πάθος μετά τα τόσα που είχε δει πως το μόνο που χρειαζόταν να βλέπει ήταν ένα δέντρο. Με ένα δέντρο απέναντί του, θα ήταν πάντα ευτυχισμένος. Δεν έλεγε ψέματα. Τον βρήκαν πεθαμένο στη μικρή αυλή του κάτω από μια νερατζιά. Χαμογελούσε. Το σπίτι του ήταν σε μια φτωχική, προσφυγική συνοικία. Το τσιμέντο είχε πνίξει τα πάντα. Μα η μικρή νερατζιά είχε καταφέρει να επιζήσει. Μαζί της κράτησε το χαμόγελό του ως το τέλος. Αυτά θυμόμουν κοιτάζοντας το δέντρο απέναντι από το δικό μου σπίτι. Ναι, έχοντας πάντα στο μυαλό μου τα λόγια του παππού μου είχα επιλέξει να ζω απέναντι από ένα δέντρο. Μα πότε το είχα κοιτάξει; Ποτέ ως τότε.
Έτσι για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό της Παρασκευής κοίταξα το δέντρο μου. Μου φάνηκε τόσο όμορφο. Πράσινο. Καμαρωτό. Με φύλλα που σχεδόν χόρευαν. Με φύλλα που είχαν κιτρινίσει λίγο. Μέσα σε αυτό το μπέρδεμα των εποχών βρήκα για λίγο το φθινόπωρο. Κουρνιασμένο σαν ένα μικρό αγοράκι, που το έχουν ξεχάσει. Σαν να φοβόταν να βγει. Σαν να είχε συνηθίσει στην κρυψώνα του. Είχε ζέστη, όπως πάντα έχει ζέστη τα τελευταία χρόνια αυτήν την εποχή. Όμως, αυτή η ζέστη, που θυμίζει επισκέπτη που έχει παρατείνει εκνευριστικά τη διαμονή του, δεν μπορούσε να φτάσει το μικρό φθινόπωρο. Το κουρνιασμένο εκεί, στα κίτρινα φύλλα του δέντρου μου. Χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, δάκρυσα. Μα, απόρησα πραγματικά πολύ. Τι μου συνέβαινε;
Θυμήθηκα ξαφνικά τον εαυτό μου παιδί. Να φοράω γαλότσες και να τσαλαβουτώ στις λιμνούλες και τις λάσπες του δρόμου. Να βλέπω από το παράθυρο τη βροχή ορμητική, απείθαρχη και παθιασμένη και εγώ να νιώθω ασφαλής ακουμπώντας τη μύτη μου στο τζάμι. Να κουμπώνω το μπουφάν μου τα ψυχρά εκείνα πρωινά του Οκτώβρη που πήγαινα στο σχολείο.  Και ύστερα τι; Τα φοιτητικά μου χρόνια, η ενήλικη ζωή που πέρασε σαν μια στιγμή. Σαν μια μόνο στιγμή. Δεν έκανα οικογένεια από επιλογή. Σαν να ένιωθα από μικρός πως αυτή η απάθειά μου για όλα, αυτή η άνευ λόγου μελαγχολία θα με καθιστούσε πραγματικά πολύ κακό πατέρα. Έτσι χώριζα κάθε φορά που ήταν η στιγμή να ζητήσω κάποια κοπέλα σε γάμο. Δεν μπορώ να πω πως το μετάνιωνα. Εώς τότε μου άρεσε η απάθειά μου, η μοναξιά, η ησυχία στο σπίτι, η ρουτίνα, οι σχεδόν ρομποτικές μου κινήσεις, ο χρόνος που περνούσε από πάνω μου χωρίς να αγγίζει την καρδιά μου, χωρίς να ξυπνά κανένα απολύτως συναίσθημα. Αθόρυβα πέρασαν τόσα χρόνια κι εγώ εκείνο το πρωί στο μπαλκόνι αναρωτήθηκα αν ήμουν τελικά ελαττωματικός, ανίκανος ή ανήμπορος ή πολύ, πολύ εγωιστής. Κι έκλαψα.
Έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει όταν πέθαναν οι γονείς μου ή όταν όλα αυτά τα χρόνια άφηνα γυναίκες που αγαπούσα αληθινά, επειδή δεν θα άντεχα να ακούω δίπλα μου το βράδυ ξένες ανάσες. Έκλαιγα χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο και αναρωτιόμουν πού βρίσκονταν όλα αυτά τα δάκρυα, πού είχαν τόσο καλά κρυφτεί, ποιος ήμουν εν τέλει και ποιος θα ήθελα να είμαι.  Το κουρνιασμένο, μικρό  φθινοπωράκι με κοιτούσε μέσα από τα φύλλα, δειλά, στοργικά, σαν να ήθελε να μου δώσει το χέρι, φοβισμένο, όμως, μήπως φανερωθεί και το μαλώσουν. Κοιταζόμασταν στα μάτια εγώ κι αυτό και μιλούσαμε σαν δυο ναυαγοί που βρέθηκαν ξαφνικά στο νησί όπου τριγύριζε μόνος του ο καθένας για χρόνια. Μήπως είχα αρχίσει να τρελαίνομαι; Ή μήπως ήμουν καλά όσο ποτέ;
Ήπια τον καφέ μου και σηκώθηκα. Τα βήματά μου ήταν λίγο ονειροπόλα, λίγο αποφασιστικά. Θα άλλαζα τη ζωή μου; Θα τολμούσα να ζήσω αληθινά; Θα έθετα ερωτήματα, θα αναζητούσα απαντήσεις; Ή ήταν μια κρίση ακατανόητη, που θα διαρκούσε λίγο; Θα συνέχιζα να ξυπνώ την ίδια ώρα κάθε πρωί και να κοιμάμαι ίδια ώρα κάθε βράδυ; Θα συνέχιζα να ασχολούμαι με λογιστικά φύλλα και να μιλώ κάθε μέρα με τόσα άτομα για τα οποία δεν γνώριζα ουσιαστικά τίποτα; Δεν ήξερα. Δεν ξέρω ακόμη. Είναι Σάββατο σήμερα. Δεν ξέρω τίποτα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν ξέρω απολύτως τίποτα.
Όμως θυμάμαι τον παππού μου, που χρειαζόταν να κοιτάζει μόνο ένα δέντρο για να είναι καλά. Κι έτσι κι εγώ κοιτάζω σήμερα συνεχώς το δέντρο μου. Είναι περήφανο μα και ταπεινό. Τα φύλλα του δεν μένουν σε ησυχία, ίσως και να τραγουδούν σε κάποια ακατανόητη γλώσσα. Δεν ξέρω καν τι δέντρο είναι. Φυλλοβόλο σίγουρα.
Με ένα κουρνιασμένο, μικρό φθινόπωρο μέσα του κρυμμένο στην κιτρινάδα.
Ένα μικρό, μαραζωμένο φθινόπωρο, όπως καθετί ξεχασμένο.
Μα με ελπίδα. Όπως κάθετί που θυμίζει παιδί.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Η μικρή μπαλαρίνα και το ποτάμι των δακρύων της


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσε μια όμορφη μπαλαρίνα, η Λουίζα, σε ένα όμορφο σπίτι σε μια όμορφη ροζ πολιτεία. Όλα στη ζωή της ήταν όμορφα και κάθε απόγευμα φορούσε τα ροζ της παπούτσια και χόρευε μπροστά στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμορφη μουσική ακουγόταν παντού. Ο χορός της ήταν τόσο μαγευτικός που έκανε ροζ τον ουρανό και η πόλη γινόταν όλη ροζ και όσοι ζούσαν σε αυτήν χαμογελούσαν. Ύστερα, όταν η μουσική τελείωνε, η μπαλαρίνα έβγαζε τα παπούτσια της και τα φύλαγε σε ένα ξύλινο κουτί κάτω από το κρεβάτι της. Ξάπλωνε και κοιμόταν ήσυχη κι ευτυχισμένη, αφού είχε για μια ακόμη μέρα κάνει αυτό που τόσο αγαπούσε. Είχε χορέψει.
   Μα μια μέρα συνέβη κάτι φρικτό. Κάποιος έκλεψε τα παπούτσια της Λουίζας. Δεν ήταν πουθενά. Έψαξε σε όλο το σπίτι. Μέσα στις ντουλάπες και στην αποθήκη. Στο μπαλκόνι και κάτω από τον νεροχύτη. Σε όλα της τα κουτιά, πίσω από τα όμορφα φορέματά της. Τα παπούτσια δεν ήταν πουθενά…
   Η Λουίζα ένιωθε τόσο μπερδεμένη. Σαστισμένη. Φοβισμένη. Και θυμωμένη! Δεν ήξερε τι να κάνει. Πήγε στην πόλη και άρχισε να ρωτά τους περαστικούς. Κανείς δεν είχε δει τα παπούτσια της, ούτε ήξεραν κάτι για αυτά. Τώρα που δεν μπορούσε να χορέψει, η πόλη άρχισε σιγά-σιγά να σκουραίνει. Να παίρνει ένα άσχημο γκρίζο χρώμα. Οι άνθρωποι κατσουφιασμένοι προσπερνούσαν ο ένας τον άλλον χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους. Και έβρεχε. Η μουσική που ακουγόταν ήταν τώρα ένας ψίθυρος σχεδόν ενοχλητικός.
   Η Λουίζα άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερε τώρα πια τι να περιμένει. Η ζωή της είχε τόσο αλλάξει. Και ένιωθε μόνη. Χωρίς τα παπούτσια της δεν θα μπορούσε να ξαναχορέψει ποτέ. Κι αυτή η πόλη, η συννεφιασμένη, η σκοτεινή δεν της άρεσε. Έκλαιγε για ώρα. Τα δάκρυά της σχημάτισαν ένα ροζ ποταμάκι. Κι ένα μικρό, πράσινο βατραχάκι ήρθε και άρχισε μέσα στο ποταμάκι να τσαλαβουτά.
«Γιάαααχ!», έκανε στην αρχή η Λουίζα. Δεν της άρεσαν τα βατράχια. Όμως, αυτό το βατραχάκι ήταν χαριτωμένο και φαινόταν άκακο. Απελπισμένη το ρώτησε αν είχε δει τα παπούτσια της.
«Κουάξ, έκανε το βατραχάκι. Ακολούθησέ το ποταμάκι. Θα σε οδηγήσει σε κάτι που θα σε βοηθήσει!»
   Το ροζ ποταμάκι των δακρύων της Λουίζας είχε τώρα μεγαλώσει κι άλλο. Το νερό έφτανε μέχρι τους αστραγάλους της Λουίζας. Κανονικά δεν θα έμπαινε μέσα γιατί τα παπούτσια της θα χαλούσαν, μα τώρα ήταν ξυπόλητη και δεν την ένοιαζε. Έτσι άρχισε να περπατάει στο ποτάμι. Και το περίεργο ήταν πως της άρεσε πολύ να τσαλαβουτά με γυμνά τα πόδια. Δεν το είχε ξανακάνει ποτέ! Το ποταμάκι μάκραινε, μάκραινε για ώρα και τελικά την οδήγησε στην άκρη της πόλης. Στην αρχή του δάσους. Εκεί η κουκουβάγια, που φυλούσε το δάσος, στεκόταν αυστηρή, μα πολύ, πολύ ήρεμη. Ήταν απόγευμα, σε λίγο θα νύχτωνε.
   «Καλή μου κουκουβάγια, μήπως έχεις δει τα παπούτσια μου; Δεν μπορώ να  χορέψω. Δεν ξέρω τι να κάνω. Κάθε απόγευμα τα φορούσα και χόρευα και ο ουρανός βαφόταν ροζ. Τώρα η πόλη μου έχει σκοτεινιάσει. Δεν χαμογελά κανείς. Κι εγώ, ξυπόλητη, δεν ξέρω πώς να ζω.»
«Ο ουρανός δεν βαφόταν ροζ από τον χορό σου, μικρή μου μπαλαρίνα, είπε η κουκουβάγια. Κοίτα γύρω σου. Και χωρίς να χορεύεις, ο ήλιος δύει. Τα κόκκινα χρώματά του αγκαλιάζουν τον κόσμο. Αυτό συνέβαινε και θα συμβαίνει πάντα όσο υπάρχει ο κόσμος ανεξάρτητα από το τι κάνουμε ή τι συμβαίνει σε εμάς.»
Η μπαλαρίνα κοίταξε γύρω της. Ήταν αλήθεια αυτό που είπε η κουκουβάγια. Ο ουρανός είχε πάρει τα πιο όμορφα χρώματα. Τα πουλιά πετούσαν ανέμελα, σαν να μην ήξεραν πόσο στενοχωρημένη ήταν εκείνη. Η υπέροχη μουσική του απογεύματος εδώ στο δάσος ακουγόταν όπως πάντα.
«Όμως στην πόλη μου όλα είναι γκρίζα. Κανείς δεν χαμογελά. Πρέπει να βρω το παπούτσι μου και να χορέψω ξανά. Πρέπει να με βοηθήσεις, καλή μου κουκουβάγια…»
«Θα σε βοηθήσω, μικρή μπαλαρίνα», είπε η σοφή κουκουβάγια και έφυγε πετώντας.
   Η Λουίζα άρχισε πάλι να κλαίει. Τα δάκρυά της σχημάτισαν κι άλλο ποταμάκι. Το βατραχάκι είχε από ώρα φύγει, μα τώρα η μικρή μπαλαρίνα ήξερε τι να κάνει. Ξυπόλητη μπήκε πάλι μέσα στα δάκρυά της, το ποτάμι όλο και μεγάλωνε κι εκείνη άρχισε να τρέχει αποφασισμένη να βρει τα παπούτσια της για να μπορέσει ξανά να χορέψει.
   Αυτή τη φορά οδηγήθηκε μέσα στο δάσος. Ήταν σκοτεινά. Κάποιες πυγολαμπίδες την πλησίασαν κι έριξαν το φως τους γύρω της. Έτσι μπορούσε να βλέπει. Δεν είχε ξαναπάει ποτέ στο δάσος. Όλη της τη ζωή ήταν στο όμορφο σπίτι της, στην όμορφη πόλη, μα τώρα έβλεπε πόσα πολλά υπήρχαν γύρω της που δεν ήξερε. Οι πυγολαμπίδες την έκαναν να νιώθει ασφαλής. Κάποια στιγμή το ροζ ποτάμι σταμάτησε και η Λουίζα κατάλαβε πως εκεί έπρεπε να σταματήσει.
  Τώρα το φεγγάρι ολοστρόγγυλο βρισκόταν στον ουρανό. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της το φεγγάρι, γιατί πάντα όταν έδυε ο ήλιος κοιμόταν. Ήταν μαγευτικό. Λαμπερό όσο τίποτα, σαν ένα φωτεινό πρόσωπο την κοιτούσε στα μάτια. Κι έτσι ξαφνικά, το φεγγάρι της μίλησε.
«Τι ψάχνεις εδώ μέσα στο δάσος μέσα στη νύχτα, μικρή, όμορφη μπαλαρίνα;»
«Ψάχνω τα παπούτσια μου. Πρέπει να τα βρω για να χορέψω ξανά. Κι όταν χορέψω ξανά, η πόλη μου θα γίνει πάλι όμορφη. Και θα ακούγεται η πιο όμορφη μουσική. Και όλα θα είναι όπως πριν.»
«Μικρή μου μπαλαρίνα, να ξέρεις ότι η ζωή αλλάζει με τρόπους που συχνά δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Κι όταν αλλάζει κάτι, δεν είμαστε ποτέ όπως πριν. Μα αυτό δεν είναι απαραίτητα μόνο κακό.»
Η Λουίζα ήταν έτοιμη πάλι να βάλει τα κλάματα.
«Έχασες το παπούτσι σου και λυπήθηκες πολύ, το ξέρω. Μα δες πόσο θάρρος ξύπνησε μέσα σου η λύπη κι έφτασες ως εδώ. Βρήκες τη δύναμη να φύγεις από το σπίτι σου και την πόλη σου για πρώτη φορά και μπήκες μέσα στο άγνωστο δάσος και μάλιστα μέσα στη νύχτα. Αυτή τη δύναμη δεν θα την είχες βρει ποτέ, αν δεν είχε αλλάξει η ζωή σου.»
«Μα αν δεν χορεύω η όμορφη μουσική γίνεται ένας άσχημος θόρυβος και όλα είναι γκρίζα και οι άνθρωποι δεν χαμογελούν…»
«Θα βρεις τον τρόπο να χορέψεις ξανά. Κι οι άνθρωποι της πόλης σου θα χαμογελάσουν πάλι. Γιατί πότε η λύπη, πότε η χαρά έρχεται στη ζωή μας. Και πρέπει να τις δεχόμαστε όπως έρχονται και όπως φεύγουν. Και αν τις δεχόμαστε, ο ουρανός κάθε απόγευμα βάφεται όμορφα με τα χρώματα του ήλιου και η μουσική του ηλιοβασιλέματος κάθε απόγευμα είναι γλυκιά σαν νανούρισμα.»
   Αυτά είπε το φεγγάρι κι ύστερα ένα σύννεφο το έκρυψε και δεν ξαναφάνηκε. Οι πυγολαμπίδες, όμως, δεν άφησαν τη Λουίζα μόνη. Εκείνη άρχισε πάλι να κλαίει. Αυτή τη φορά, όμως, το ένιωθε. Όσο έκλαιγε γινόταν πιο δυνατή κι ένιωθε πως θα μπορούσε να τα καταφέρει ακόμη και αν η ζωή της δεν γινόταν ποτέ όπως πριν. Ακόμη κι αν δεν έβρισκε ποτέ ξανά τα παπούτσια της. Αποφασισμένη όσο ποτέ άρχισε πάλι να τσαλαβουτά στο ποτάμι των δακρύων της κι αυτή τη φορά προχωρούσε κι έλεγε «όπου με βγάλει!»
  Το ποταμάκι την οδήγησε πάλι στην άκρη του δάσους, στην αρχή του. Οι πυγολαμπίδες φώτιζαν τον δρόμο και την έκαναν να μη φοβάται. Η κουκουβάγια ήταν πάλι εκεί.
«Κοίτα τα αστέρια, μικρή μπαλαρίνα, της είπε. Τα έχεις ξαναδεί;»
«Όχι, ποτέ….», είπε η Λουίζα και κοίταξε τα αστέρια μαγεμένη. Ήταν ό,τι πιο υπέροχο είχε δει ποτέ της. Τώρα η λύπη της είχε γίνει γλυκιά, μπορούσε να την αντέξει. Και της μάθαινε τόσα…
«Τα αστέρια θα σου κάνουν ένα δώρο, γλυκό μου κορίτσι, είπε η κουκουβάγια.»
«Τι δώρο;», ρώτησε έκπληκτη η Λουίζα.
«Θα σου δώσουν πίσω τα χαμένα σου παπούτσια. Τα είχε αρπάξει μια καρακάξα, που της άρεσαν επειδή ήταν γυαλιστερά και ήθελε να παίξει μαζί τους για λίγο. Μα ύστερα έχασε τον δρόμο και δεν μπορούσε να σου τα επιστρέψει. Συμβαίνουν τέτοιες ατυχίες στη ζωή μας. Όμως, τα αστέρια είδαν πόσο αγαπάς αυτά τα παπούτσια και πόσο θέλεις να χορέψεις ξανά και να κάνεις πάλι την πόλη σου όμορφη. Έριξαν το φως τους παντού και βρήκαν την καρακάξα. Την οδήγησαν εδώ, να τη τώρα σου φέρνει τα παπούτσια σου…»
   Ένα μαύρο πουλί ήρθε πετώντας κρατώντας στο στόμα του τα παπούτσια της Λουίζας.
«Συγγνώμη, κοριτσάκι, είπε. Δεν ήθελα να σου τα κλέψω. Μόνο να τα δανειστώ για λίγο…»
«Δεν πειράζει, είπε η Λουίζα τρυφερά. Με οδήγησες σε μια περίεργη περιπέτεια και γνώρισα τόσα πράγματα, που δεν θα είχα γνωρίσει ποτέ, αν η ζωή μου δεν είχε αλλάξει.»
Ύστερα πήρε τα παπούτσια της με λαχτάρα και τα φόρεσε όλο χαρά!
«Χόρεψε, μπαλαρίνα μου!», της είπε η κουκουβάγια, που την κοιτούσε συγκινημένη.
  Η Λουίζα άρχισε να χορεύει μέσα στο δάσος και οι πυγολαμπίδες άρχισαν να χορεύουν κι αυτές. Τα αστέρια μπήκαν κι αυτά στον χορό και το φεγγάρι εμφανίστηκε και πάλι και της ψιθύρισε γλυκά:
«Να μην το βάζεις ποτέ κάτω, μικρή μου μπαλαρίνα! Και να θυμάσαι πως δεν ξέρουμε ποτέ πού μας οδηγεί το ποτάμι των δακρύων μας.»
   Η μικρή μπαλαρίνα χόρευε όλη τη νύχτα και σαν ξημέρωσε, όταν ο ήλιος έβαψε κόκκινο τον ουρανό, η πόλη της ζωντάνεψε. Από τα ξυπνητήρια όλων ακούστηκε ένα όμορφο τραγούδι. Οι κάτοικοί της πόλης χαμογελαστοί πήγαν στις δουλειές τους καλημερίζοντας ο ένας τον άλλον. 

Μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κανείς δεν πρόσεξε ένα μικρό βατραχάκι, που τσαλαβουτούσε σε ένα παράξενο, ροζ ποταμάκι…



Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Ο αποχαιρετισμός


   Ο συγγραφέας κοιμόταν βαθιά και κάποια στιγμή ξύπνησε απότομα σαν κάτι να τον ταρακούνησε μέσα στον ύπνο του. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν έξι το πρωί. Την πρωινή ησυχία διατάρασσε το απορριμματοφόρο, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν έξω από την πολυκατοικία στην οποία έμενε. Συνήθως ένιωθε μια περίεργη ευχαρίστηση, όταν ξυπνούσε εκείνη την ώρα και άκουγε τους ήχους του απορριμματοφόρου. Ύστερα άλλαζε πλευρό και ξανακοιμόταν σκεπτόμενος τους υπαλλήλους του Δήμου που ήδη ήταν ξύπνιοι κι έκαναν την άχαρη δουλειά τους. Μα εκείνη τη στιγμή δεν ένιωσε καμία ευχαρίστηση, ούτε σκέφτηκε τους υπαλλήλους του Δήμου. Ίσως αυτό συνέβη επειδή την προηγούμενη μέρα είχε κηδευτεί η γιαγιά του. Κι εκείνος λόγω ενός κατάγματος στο πόδι, που ήδη είχε αρχίσει να θεραπεύεται, δεν είχε καταφέρει να πάει στο χωριό για την κηδεία.
   Η γιαγιά του συγγραφέα ήταν 95 χρόνων, με προχωρημένη άνοια και κατάκοιτη. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια και ήταν μεγάλη ανακούφιση για εκείνον να σκέφτεται πως η ψυχή της επιτέλους θα αναπαυόταν. Πριν πεθάνει δεν αναγνώριζε κανέναν, δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, παρά μόνο βογκούσε όσες φορές τη γυρνούσαν και κοιτούσε με τα μάτια της βυθισμένα στις κόγχες τους με ένα βλέμμα παράξενο. Σαν να τα καταλάβαινε όλα ή τίποτα. Σαν να είχε από καιρό φύγει ή σαν να επέμενε πεισματικά να κρατιέται στη ζωή για κάποιο λόγο που ο ίδιος δεν μπορούσε να σκεφτεί. Στενοχωριόταν που την έβλεπε έτσι μα πιο πολύ ένιωθε μέσα του παγωμένος, αποστασιοποιημένος, είχε αρχίσει σχεδόν να ξεχνά πως αυτό το αδύναμο, πονεμένο πλάσμα ήταν η γιαγιά, που τον είχε μεγαλώσει. Είχε σχεδόν φτάσει να πιστεύει πως έβλεπε απλώς ένα μεγάλο, γερασμένο μωρό που δεν μιλούσε και φορούσε πάνες και πως αυτό το αδύναμο πλάσμα είχε έτσι κάποτε γεννηθεί. Το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνος ήταν να χαϊδεύει πού και πού τα μαλλιά της μα το γερασμένο μωρό πολλές φορές δεν αντιδρούσε ούτε σε αυτό το άγγιγμα και παρέμενε βυθισμένο σε αυτό το παράξενο, κενό τίποτα που ζούσε.
   Ο συγγραφέας δεν αποχαιρέτισε τη γιαγιά του. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, με το πόδι στον γύψο τού ήταν αδύνατο να ταξιδέψει. Όλοι του έλεγαν πως δεν είχε πια σημασία, το θέμα είναι τι κάνεις όταν κάποιος είναι ζωντανός κι εκείνος είχε βοηθήσει στη φροντίδα της. Όμως, η ενοχή τριβέλιζε το μυαλό του και όλο φανταζόταν τον εαυτό του στην κηδεία. Αναρωτιόταν τι θα ένιωθε, όταν έβλεπε τη νεκρή γιαγιά του, πώς θα αντιδρούσε η υπόλοιπη οικογένεια και οι συγγενείς και οι φίλοι της οικογένειας. Αναρωτιόταν αν λίγο θα άλλαζε ο αέρας στο χωριό, αν το θρόισμα των φύλλων θα ήταν διαφορετικό ή αν κάποιο πουλί κάπως διαφορετικά θα κελαηδούσε τώρα που ήταν σίγουρος πως η ψυχή της κάποιου εκεί στα πλακόστρωτα σοκάκια θα τριγυρνούσε για τελευταία μάλλον φορά.
   Από την άλλη ο συγγραφέας ήταν άνθρωπος με αρκετά λογική σκέψη, χωρίς ιδιαίτερες μεταφυσικές ανησυχίες, χωρίς καν να είναι σίγουρος για την ύπαρξη του Παραδείσου ή αυτού του μέρους όπου ίσως όλοι αναπόφευκτα καταλήγουμε. Οπότε πραγματικά απορούσε με τις σκέψεις του και με αυτή τη συγκίνηση που τον βάραινε μιας και δεδομένης της κατάστασης της υγείας της γιαγιάς του πριν πεθάνει δεν την περίμενε. Μα κανείς ποτέ δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει σε έναν θάνατο, ο θάνατος, όπως κι αν έρθει τελικά, ακόμη και πατώντας στις άκρες των δαχτύλων του, θα αγγίξει κάποια χορδή μέσα σου, θα ξυπνήσει κάτι που κοιμάται, κάτι που δεν ήξερες ότι το είχες, κάτι που μπορεί απλώς να φοβόσουν να δεις.
     Ο συγγραφέας σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ήταν μάταιο να προσπαθήσει να ξανακοιμηθεί. Το απορριμματοφόρο είχε φύγει από ώρα και η ησυχία του κυριακάτικου, καλοκαιρινού πρωινού τώρα απέπνεε κάποια αδιόρατη μοναξιά. Με τις πατερίτσες του πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε έναν σκέτο καφέ, αν και συνήθως τον έπινε γλυκό. Βγήκε στο μπαλκόνι, στο τραπεζάκι είχε αφήσει δυο μέρες πριν ένα πακέτο τσιγάρα. Είχε κόψει εδώ και καιρό το κάπνισμα, μα είχε αγοράσει πάλι τσιγάρα, όταν έμαθε ότι πέθανε η γιαγιά του. Δεν είχε καπνίσει κανένα, μα τώρα άφοβα πήρε ένα από το κουτί και το άναψε. Σκέφτηκε πως η γιαγιά του δεν θα χαιρόταν καθόλου με αυτό, την είχε πιάσει μεγάλη ταραχή την πρώτη φορά που τον είδε έφηβο να καπνίζει. Μα δεν θα με δει, σκέφτηκε αμέσως μετά και ρούφηξε τον καπνό νιώθοντας απλώς παράξενα.
     Θα μπορούσες να γράψεις αντί να καπνίσεις, είπε στον εαυτό του, μα πραγματικά δεν ήθελε να γράψει. Τι να έγραφε; Ένα ποίημα για τα χαμένα παιδικά χρόνια; Ένα δοκίμιο για το πόσο εξοστρακίζονται τα γηρατειά σήμερα; Ή απλώς μια ιστορία; Οι ιστορίες συνήθως έρρεαν στο μυαλό του σαν ποταμάκια μα τώρα ήταν τόσο μουδιασμένος. Μερικές φορές απλώς δεν υπάρχει μια ιστορία για αυτό που νιώθεις, σκέφτηκε, και αφέθηκε στο κάπνισμα σαν να ήταν μια πολύτιμη, στιγμιαία παρηγοριά, που θα τον έσωζε.
    Κοιτάζοντας ένα δέντρο απέναντι από το μπαλκόνι του θυμήθηκε τα δέντρα της αυλής στο σπίτι στο χωριό. Εκεί που χτύπησε πολλές φορές τα γόνατά του, που αμέτρητες φορές έκλαψε και γέλασε και έπαιξε και παρατήρησε με περιέργεια τα μικροσκοπικά μυρμήγκια που κουβαλούσαν τα ψίχουλα που τους έριχνε. Ναι, μπορούσε να θυμηθεί την αυλή και τα γδαρμένα του γόνατα, μα όχι τη μορφή της γιαγιάς του, που τον τάιζε, που τον φρόντιζε και έπαιζε μαζί του και του τραγουδούσε. Αυτή η μορφή είχε χαθεί σε κάποιο κυκεώνα του χρόνου εδώ και καιρό και το τρομερό ήταν πως δεν το κατάλαβε. Η φθορά έρχεται ύπουλα όχι μόνο στο σώμα μας μα και στις αναμνήσεις μας. Κάποια στιγμή μεγαλώνεις και συνειδητοποιείς πως έχεις ξεχάσει. Κι αυτό είναι ίσως πιο τρομακτικό από τον ίδιο τον θάνατο.
    Όμως, μπορούσε, ναι, μπορούσε να τη θυμηθεί να κάθεται απέναντί του και να του αφηγείται ιστορίες. Στα γνωστά παραμύθια δεν έβρισκε ενδιαφέρον. Η γιαγιά του, όμως, του έλεγε από τότε που θυμάται τον εαυτό του ιστορίες από την οικογένεια, από το χωριό, από τα παιδικά της χρόνια, από εποχές που ο ίδιος δεν μπορούσε να αγγίξει παρά μόνο μέσα από εκείνη. Ιστορίες για τιμωρητικούς, σχεδόν σαδιστικούς πατέρες, για ξένους κατακτητές, για αγνά κορίτσια, για αγροτικές δουλειές και οικογενειακές κατάρες. Κι εκείνος την άκουγε με το στόμα σχεδόν ανοιχτό και ήθελε όλο και περισσότερες ιστορίες να μαθαίνει κι έμαθε έτσι στη ζωή του να ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους, να κυνηγά τις ιστορίες τους και τελικά να τις σκαρφίζεται και να τις γράφει. Η γιαγιά του δεν είχε διαβάσει κανένα βιβλίο του μα τι σημασία είχε αφού η ίδια είχε γίνει για εκείνον ένα βιβλίο ζωντανό, που μπορούσε να το ξεφυλλίζει όποτε ήθελε και να ζωγραφίζει ο ίδιος με το παιδικό του μυαλό τις εικόνες του. Κι αν τελικά τα γηρατειά κατέλαβαν το σώμα της και το μυαλό της και θα νόμιζε κανείς πως δεν είχαν αφήσει τίποτα στο τέλος, εκείνος σβήνοντας το τσιγάρο του συνειδητοποίησε πως τα γηρατειά δεν άγγιξαν την αγάπη του για τις ιστορίες κι αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό δώρο που του χάρισε ποτέ κανείς.
   Δεν είχε λοιπόν και τόση σημασία που οι μνήμες του ήταν θολές, που το παιδί μέσα του είχε μικρύνει τελικά πολύ, είχε στριμωχθεί, ναι, είχε αρκετά ξεχαστεί. Οι ιστορίες θα ήταν πάντα ένα φως από τότε, ένα φως που ήλπιζε να μη σβήσει ποτέ, ένα φως από την αγάπη αυτής της γυναίκας που τον φρόντισε τόσο και τον αγάπησε. Η γιαγιά του δεν ήξερε γράμματα και δεν είχε γράψει ποτέ τίποτα, μα ναι, τώρα ξαφνικά θυμήθηκε πως έφτιαξε ένα βράδυ ένα παραμύθι  με πρωταγωνιστή εκείνον. Ένα παραμύθι στο οποίο ο μικρός συγγραφέας σήκωνε το λευκό του μαντίλι για να σώσει τον εαυτό τους και τους φίλους του, που είχαν σχεδόν θαφτεί ζωντανοί από το χιόνι σε κάποιο περιβόλι.
   Ο συγγραφέας μόλις θυμήθηκε το παραμύθι με το μαντίλι άρχισε να κλαίει  μέσα στην πρωινή, κυριακάτικη ησυχία και τα δάκρυα ήταν λυτρωτικά σαν λέξεις, που γράφει μια ταραγμένη ψυχή.  Δεν κάπνισε άλλο, ούτε έγραψε τίποτα, μόνο εκεί στο μπαλκόνι του από μακριά αποχαιρετούσε για ώρα τη γιαγιά του.
     Και τώρα πια έβλεπε καθαρά πως όταν φροντίζεις, όταν δίνεις τον εαυτό σου, όταν μαθαίνεις κάτι σε ένα μικρό παιδί ένα κομμάτι σου είναι σαν να μην πεθαίνει ποτέ.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

ΤΟ ΡΟΜΠΟΤ ΚΑΙ Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν μια γριά, σοφή κουκουβάγια, που ζούσε πάνω σε ένα δέντρο στην άκρη του δάσους. Είχε ζήσει πάρα πολλά χρόνια και ήταν πραγματικά πολύ σοφή, αλλά τον τελευταίο καιρό ήταν μόνη. Στενοχωρημένη πάνω σε ένα κλαδί του δέντρου της αναρωτιόταν τι νόημα έχει να ξέρεις τόσα πράγματα, αν δεν μπορείς σε κάποιον να τα πεις.
Ένα απόγευμα άκουσε παιδικές φωνές. Μια οικογένεια περπατούσε στο δάσος. Η κουκουβάγια φοβόταν τους ανθρώπους και κρύφτηκε μα χαμογελούσε καθώς κοιτούσε από μακριά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι να χοροπηδούν. Λίγη ώρα μετά η οικογένεια έφυγε και η κουκουβάγια έμεινε μόνη πάλι στην ησυχία. Σκοτείνιασε. Ξαφνικά, είδε ένα πράσινο φως να βγαίνει από το έδαφος. Λίγα πράγματα της προκαλούσαν έκπληξη. Έτσι φτερούγισε και πήγε να δει από πού ερχόταν αυτό το παράξενο φως.
Και τι να δει...
Τα παιδιά είχαν ξεχάσει το παιχνίδι τους, ένα μικρό ρομπότ, κάτω από το δέντρο.
Η κουκουβάγια βέβαια δεν ήξερε τι σημαίνει ρομπότ, οπότε πλησίασε διστακτικά το παράξενο αυτό πλάσμα.
"Τι είσαι εσύ;", το ρώτησε κουνώντας τα φτερά της.
"Είμαι ρομπότ."
"Δηλαδή;"
"Ένα παιχνίδι ρομπότ. Περπατώ, το φωτάκι μου ανάβει και λέω ένα τραγούδι."
"Ένα παιχνίδι; Τα παιδιά θα στενοχωρηθούν που σε ξέχασαν εδώ..."
"Δεν με ξέχασαν. Με παράτησαν."
Η κουκουβάγια για λίγο δεν ήξερε τι να πει. Το ρομπότ συνέχισε με τη μηχανική φωνή του.
"Είμαι λίγο χαλασμένο. Δεν μπορώ πια να πω καλά το τραγούδι. Και το ένα χέρι μου δεν κουνιέται."
"Κι εγώ είμαι μια γριά κουκουβάγια. Δεν μπορώ πια να πετάω όσο ψηλά πετούσα άλλοτε."
Το ρομπότ δεν έδειξε να συγκινείται.
"Με άφησαν εδώ και είπαν πως οι γονείς τους θα τους αγοράσουν καινούριο παιχνίδι."
"Αυτό θα πρέπει να σε στενοχώρησε, καημένο ρομπότ", είπε η κουκουβάγια.
"Εγώ δεν στενοχωριέμαι. Είμαι ρομπότ. Δεν έχω συναισθήματα.", είπε το ρομπότ. 
"Ίσως και να είσαι τυχερός. Ίσως όχι...", είπε η κουκουβάγια.
"Δεν καταλαβαίνω...", είπε το ρομπότ.
"Δεν πειράζει. Θέλεις να γίνουμε φίλοι;", ρώτησε η κουκουβάγια που είχε αρχίσει να χαίρεται με την παρέα, που είχε βρει.
"Εγώ είμαι ρομπότ. Δεν γίνομαι φίλος. Δεν είμαι προγραμματισμένος για αυτό", είπε το ρομπότ και τότε το πράσινο φως του άρχισε να γίνεται πιο αχνό.
Η κουκουβάγια δεν το έβαλε κάτω.
"Εντάξει, αφού δεν είσαι προγραμματισμένος να γίνεσαι φίλος, δεν πειράζει. Όμως, τι θα κάνεις εδώ; Δεν θα βαρεθείς;"
"Δεν ξέρω τι θα κάνω. Δεν είμαι προγραμματισμένος για να ζω στο δάσος."
"Έχω μια ιδέα!", είπε η κουκουβάγια. "Θα σου λέω ιστορίες..."
"Τι ιστορίες;"
"Ξέρω πάρα πολλές ιστορίες. Μου τις έχουν πει τα άλλα πουλιά ή τις έχω κρυφακούσει από τους ανθρώπους όλον αυτόν τον πολύ καιρό που έχω ζήσει. Άφησέ με να σου τις πω. Έτσι εσύ κι εγώ δεν θα βαρεθούμε ξανά. Δεν θα είμαστε μόνοι."
Το ρομπότ δεν ήταν προγραμματισμένο για να ακούει ιστορίες. Μα η επιμονή της κουκουβάγιας το έκανε να δεχτεί.
Κι έτσι η κουκουβάγια άρχισε να του λέει τις ιστορίες της.
Ιστορίες από παλιότερα χρόνια μα και τωρινές, ιστορίες του δάσους και της πόλης, ιστορίες γενναίων και φοβισμένων ανθρώπων, ιστορίες από τα σύννεφα και το χώμα, ιστορίες των αετών και των μυρμηγκιών, ιστορίες των φύλλων και της βροχής, ιστορίες μέχρι κι από κάποια αεροπλάνα που πετούσαν στον ουρανό, που πετούσε κάποτε κι εκείνη.
Το ρομπότ άκουγε, άκουγε, άκουγε...
Δεν μιλούσε.
Ο καιρός περνούσε...
Το πράσινο φωτάκι του γινόταν όλο πιο αχνό και πια δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε το πόδι.
Όμως, μέσα του είχε αρχίσει να νιώθει...
Να νιώθει αγάπη για την κουκουβάγια και για τις ιστορίες της.
Να νιώθει λύπη, που το είχαν παρατήσει εκεί και ευγνωμοσύνη για την καλή παρέα που βρήκε.
Να νιώθει χαρά κοιτάζοντας τον μπλε ουρανό και το πρασινοκίτρινο δάσος μα και λίγο φόβο, όταν σκοτείνιαζε και τα δέντρα έδειχναν κάπως απειλητικά ή όταν ακούγονταν από μακριά οι λύκοι.
Πέρασαν με τις ιστορίες της κουκουβάγιας μέρες, μήνες, χρόνια.
Και ήρθε η ώρα της να πεθάνει. Ήταν πια πολύ μεγάλη. 
Όμως, πέθανε πολύ ευτυχισμένη γιατί όλα όσα είχε μάθει τα τόσα πολλά χρόνια που έζησε τα είχε πει σε κάποιον. 
Έτσι μια μέρα οι ιστορίες τελείωσαν.
Το ρομπότ μπορούσε τώρα να νιώσει αγάπη και βαθιά λύπη.
Μα και ευγνωμοσύνη που είχε γνωρίσει αυτήν τη σοφή και καλή κουκουβάγια.
Η λύπη το έκανε να κλάψει.
Δεν ήταν προγραμματισμένο να κλαίει, μα οι ιστορίες της κουκουβάγιας το είχαν καταφέρει κι αυτό!
Και ξαφνικά άκουσε μια παιδική φωνή.
Μια μητέρα είχε βγάλει βόλτα το αγοράκι της.
"Μαμά, τι είναι αυτό;", είπε το αγόρι κι έτρεξε προς το μέρος του. "Ένα ρομπότ!", το αγόρι άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενο.
"Τι να κάνει άραγε αυτό το ρομπότ;", αναρωτήθηκε η μαμά και το πήρε στα χέρια της.
"Ας πατήσω αυτό το κουμπί..."
Και τότε...

"Ιστορίες! Ένα ρομπότ που λέει ιστορίες!" ξεφώνισε ο μικρός.
Το ρομπότ του είχε πει την πρώτη ιστορία, που είχε ακούσει από τη γριά κουκουβάγια...
Κι είχε μέσα του και τη δεύτερη και την τρίτη, και όλες, όλες αυτές τις όμορφες διηγήσεις, που είχε ακούσει από το σοφό πουλί.
Το αγοράκι αγκάλιασε το ρομπότ.
"Δεν θα σε αφήσω ποτέ!', του είπε και τότε μαγικά άναψε το πράσινο φωτάκι στο κεφάλι του ρομπότ.
Το αγόρι πήρε το ρομπότ στο σπίτι του και άκουσε όλες τις ιστορίες της κουκουβάγιας.
Του άρεσαν τόσο πολύ, που αποφάσισε να τις γράψει σε ένα τετράδιο.
Κι όταν μεγάλωσε, πήρε το τετράδιο κι αντέγραψε τις ιστορίες στον υπολογιστή του.
Ύστερα τις έστειλε σε έναν εκδότη και οι ιστορίες της κουκουβάγιας έγιναν βιβλίο.
Και το βιβλίο το διάβασαν πολλά παιδιά κι ύστερα, όταν μεγάλωσαν είπαν τις ιστορίες στα παιδιά τους. Κι αυτά θα τις πουν στα δικά τους παιδιά, κι αυτά με τη σειρά τους στα δικά τους κι αυτά...

Και όσο θα λέγονται οι ιστορίες της κουκουβάγιας το πράσινο φωτάκι στο κεφάλι του ρομπότ
θα είναι αναμμένο... 




Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Μεγάλη Παρασκευή

Μεγάλη Παρασκευή. Η καμπάνα από το πρωί χτυπούσε στον ίδιο αργόσυρτο ρυθμό. Η πόλη είχε αδειάσει και στον ουρανό τα μαύρα σύννεφα σαν να σου υπενθύμιζαν ότι έπρεπε να πενθήσεις. Δίπλα στη μικρότερη εκκλησία της πόλης βρισκόταν μια παιδική χαρά χωρίς κόσμο, μόνο μια νεαρή μητέρα με ένα κοριτσάκι δυόμιση χρόνων είχαν πάει εκείνο το πρωί. Η μικρή γελούσε και χοροπηδούσε, αφού φυσικά δεν ήξερε ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή και αν το βράδυ θα πήγαινε στη λειτουργία του Επιταφίου σίγουρα θα εντυπωσιαζόταν από τα πολλά γαρίφαλα και θα γελούσε ξανά. Η μητέρα της ήταν πολύ κουρασμένη και δεν είχε δώσει καθόλου σημασία στην ιερότητα της ημέρας. Ανυπομονούσε να γυρίσουν για να κοιμηθεί η κόρη της και να κοιμηθεί λίγο κι εκείνη επειδή το προηγούμενο βράδυ η μικρή έβλεπε εφιάλτες και εκείνη έμεινε άυπνη. Τα δέντρα του πάρκου επίσης αγνοούσαν ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν καταπράσινα και ανθισμένα και πάνω τους κελαηδούσαν αμέριμνα πουλιά, ενώ κάτω στη γη τα μικροσκοπικά χαμομήλια έστελναν τις ανοιξιάτικες μυρωδιές τους.
     Το κοριτσάκι έτρεχε πίσω από ένα περιστέρι, όταν μια μεσήλικη κυρία μπήκε στην παιδική χαρά ντυμένη στα μαύρα ψιθυρίζοντας κάτι. Η νεαρή μητέρα είδε πως η κυρία δεν συνόδευε κάποιο εγγονάκι αλλά μιλούσε σε έναν παχουλό, γκρίζο γάτο, γνωστό θαμώνα του πάρκου. Το κοριτσάκι έτρεξε στον γάτο μα αυτός φοβήθηκε κι έφυγε τρέχοντας και η κυρία με τα μαύρα ξαφνικά σαν να μην είχε σε ποιον να μιλήσει. Κάθισε σε ένα παγκάκι και κοιτούσε το κενό, ενώ η καμπάνα συνέχιζε να χτυπά αδιάκοπα, πένθιμα σαν τραγούδι που δεν θέλει να τελειώσει. Η νεαρή μητέρα ένιωσε αμηχανία. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να μιλήσει στην κυρία ή όχι. Ζούμε σε μια εποχή, που αν μιλήσεις ξαφνικά σε κάποιον άγνωστο κινδυνεύεις να παρεξηγηθείς, να θεωρηθείς αλλόκοτος στην καλύτερη περίπτωση και στη χειρότερη τρελός. Όμως το κοριτσάκι της, αμόλυντο ακόμη από την αποξενωμένη και αντικοινωνική εποχή του,  άρχισε να χοροπηδάει γύρω από την κυρία κι εκείνη του χαμογέλασε και έκανε μετά τη γνωστή ερώτηση στη μαμά του. "Πόσων χρόνων είναι;". Η νεαρή μητέρα απάντησε ανακουφισμένη, γιατί πραγματικά ήθελε σε κάποιον να μιλήσει. Δεν δούλευε από τότε που γέννησε και της είχε πραγματικά λείψει η επαφή με τους ενήλικες.
    Η κυρία με τα μαύρα χαμογέλασε πάλι στη μικρή κι ύστερα άρχισε να θυμάται τα δικά της παιδιά. Δεν ήταν σαφές αν μιλούσε στη γυναίκα δίπλα της. Πάντως αυτός ο χειμαρρώδης μονόλογος έσπασε αυτή τη σιωπή, αυτή την ησυχία, που διέκοπταν μόνο η λυπητερή καμπάνα και η γλυκιά φωνούλα του μικρού κοριτσιού.
    "Ήμουν πολύ νέα, όταν γέννησα τον πρώτο μου γιο. Είκοσι χρόνων. Δεν ήξερα πώς να μεγαλώσω ένα παιδί. Δούλευα πολλές ώρες και γύριζα κάθε βράδυ κατάκοπη. Ο μικρός, που του είχα λείψει τόσο μέσα στη μέρα, έτρεχε και με αγκάλιαζε και δεν μπορούσες να τον ξεκολλήσεις από πάνω μου. Θυμάμαι ένα βράδυ που πεινούσα πολύ. Τον άφησα δίπλα μου κι έτρωγα με λαιμαργία τα ψάρια που είχα τηγανίσει το πρωί. Ξαφνικά τον άκουσα να πνίγεται. Είχε κοκκινίσει ολόκληρος και δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Με τρόμο κατάλαβα ότι όσο εγώ πεινασμένη έτρωγα τα ψάρια, εκείνος έβαζε στο στόμα του τα ψαροκόκαλα. Τον χτύπησα δυνατά στην πλάτη κι ευτυχώς πετάχτηκε το κόκαλο που είχε στο στόμα του. Μα τα πόδια μου είχαν κοπεί από τον φόβο. Αν είχε καταπιεί άλλα; Αν πάθαινε τίποτα; Τηλεφώνησα στον γιατρό και μου είπε ότι αν όντως είχε καταπιεί ψαροκόκαλα θα το καταλάβαινα από τη συμπεριφορά του, θα ένιωθε δυσφορία και θα έκλαιγε. Το παιδί φαινόταν καλά, μα εγώ ένιωθα τόσες τύψεις, τόσο φόβο, που ήθελα να πεθάνω."
   Η νεαρή μητέρα άκουγε με προσοχή την ιστορία, ενώ η μικρούλα ανέβαινε και κατέβαινε στην τραμπάλα βγάζοντας ακατανόητες λεξούλες. Η γυναίκα με τα μαύρα συνέχισε.
"Ήμουν τόσο νέα. Σαν χθες ήταν. Σε βλέπω τώρα με το παιδάκι σου και με θυμάμαι. Σαν χθες ήταν. Τώρα και οι δυο μου γιοι είναι στο εξωτερικό. Τα εγγόνια μου τα βλέπω δυο φορές τον χρόνο. Σαν χθες ήταν. Κι όμως, αν με ρωτούσες, εκείνη η μέρα που ο γιος μου έφαγε τα ψαροκόκαλα, μου είχε φανεί σαν αιώνας."
      Η νεαρή μητέρα ήθελε να της πει πως κι εκείνης η χθεσινή νύχτα της είχε φανεί σαν αιώνας, αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε πως η γυναίκα με τα μαύρα ήταν κάποτε στη θέση της και πως κι εκείνη κάποτε θα ερχόταν στη δική της θέση. Θα μιλούσε σε κάποια νεαρή μητέρα τριάντα χρόνια μετά για την εποχή που η κόρη της ήταν μικρούλα. Πώς θα ήταν άραγε εκείνη η εποχή; Το ίδιο αποξενωμένη; Ή μήπως οι άνθρωποι, κουρασμένοι από την αβάσταχτη τωρινή μοναξιά τους θα είχαν αρχίσει να βλέπουν ο ένας τον άλλον; Να ακούνε ο ένας τον άλλον αληθινά; Μια εποχή που δεν θα θεωρείται παραξενιά το να καλημερίζεις έναν άγνωστο στον δρόμο σε μια μεγαλούπολη; Πιο πιθανό της φαινόταν στο μέλλον να πετάνε τα αυτοκίνητα και οι άνθρωποι να έχουν αποικίσει τη Σελήνη. Μα από την άλλη ποτέ δεν ξέρεις. Το μέλλον υπάρχει μόνο για να μας εκπλήσσει.
    Το κοριτσάκι άρχισε να γκρινιάζει γιατί μάλλον είχε νυστάξει. Εκείνη κοίταξε το ρολόι της και είδε πως είχε περάσει η ώρα.
"Να πάω κι εγώ στην εκκλησία. Η μικρούλα σου μου έκανε την καλύτερη παρέα. Μου θύμισε τα παιδιά μου μικρά. Σου το ορκίζομαι. Σαν χθες ήταν", είπε η κυρία με τα μαύρα.
"Καλή Ανάσταση...", ψέλλισε η νεαρή μητέρα και έβαλε το χεράκι της κόρης της μέσα στο δικό της.  Της φάνηκε τόσο μικρό. Δεν θα ήταν λοιπόν για πάντα έτσι.
     Οι δυο γυναίκες χωρίστηκαν και για μια στιγμή ξεπήδησε από τα μαύρα σύννεφα για λίγο ο ήλιος. Ύστερα ξανακρύφτηκε και ο ουρανός ταίριαζε πάλι απόλυτα με τον ήχο της καμπάνας. Αυτόν τον ακούραστο, βαρύ ήχο, που αντηχούσε στην άδεια γειτονιά, στην άδεια πόλη, στη μοναξιά αυτών των λίγων που έμειναν και στο κενό, αυτό το μικρό κενό του καθένα μας, που προχωρά και προχωρά και συνεχίζει χωρίς μερικές φορές να συνειδητοποιεί πως κάθε μέρα έστω και λίγο από κάπου φεύγει.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Η μουσική που σε κάνει πάλι παιδί


Υπάρχει μια μουσική για τον καθένα που τον κάνει πάλι παιδί. Μπορεί να την ακούσουμε ξαφνικά στο ραδιόφωνο ή να την επιλέξουμε ανάμεσα σε τόσες τόσες μουσικές που προσπαθούν να μας παρασύρουν ή κάποιος πλανόδιος με μουσικό όργανο να την παίζει στον δρόμο, όταν περπατάμε ή περνώντας κάτω από το μπαλκόνι μας. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε εκείνη. Πως υπάρχει αυτή η μουσική για τον καθένα, όπως υπήρχε για την ίδια μια μελωδία, που όταν την άκουγε μίκραινε, γινόταν μια σταλιά, το βλέμμα της επέστρεφε στην αθωότητα και μπορούσε πάλι να ονειρευτεί. Την είχε ακούσει αυτή τη μουσική πολύ παλιά, στο αυτοκίνητο του πατέρα της, σε ένα νυχτερινό ταξίδι. Ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευαν νύχτα και όλα της φαίνονταν μαγικά. Το σκοτάδι, τα φώτα των αυτοκινήτων κι αυτές οι γρήγορες εναλλαγές, οι εικόνες που περνούν και χάνονται, τα σημεία που εναλλάσσονται και το τζάμι που γεμίζει μικρές, μικρές σταγόνες βροχής. Οι σταγόνες κυλάνε σαν δάκρυα, όμως, κανείς δεν κλαίει  κι αυτό είναι πραγματικά πολύ παράξενο. Έτσι παράξενα είχε νιώσει εκείνο το βράδυ, που ταξίδευαν στο παλιό τους οικογενειακό αυτοκίνητο και κάποια στιγμή είχε νυστάξει και είχε ξαπλώσει στο πίσω κάθισμα μα δεν ήθελε να κοιμηθεί για να μην χάσει καμία εναλλαγή στον δρόμο, καμία σταγόνα της βροχής και αν ήταν τυχερή ίσως έβλεπε και κανένα αστέρι, στο οποίο θα μπορούσε να ευχηθεί κάτι. Ήταν σε μια ηλικία που πίστευε ότι οι ευχές μας ταξιδεύουν, μπορούν να φτάσουν μέχρι τα αστέρια παρακλητικά και τρυφερά και να τα συγκινήσουν. Ναι, πίστευε σε αυτήν την ηλικία πως τα αστέρια έχουν δύναμη, πως μπορούσαν να κινήσουν τα νήματα της ζωής και να της επιστρέψουν την τρυφερότητα που τους έστελνε κάνοντάς της τη χάρη που ζήτησε.
     Αυτά βέβαια συνέβησαν παλιά, πολύ παλιά. Τώρα ήταν ενήλικη με τα όσα αυτό συνεπάγεται. Είχε ξεχάσει τα περισσότερα πράγματα που πίστευε όταν ήταν παιδί, για παράδειγμα τώρα ήξερε πως τα αστέρια είναι ουράνια σώματα που αδιαφορούν πλήρως για το αν είμαστε ευτυχισμένοι ή όχι και πως η πλειονότητα των ευχών είναι καταδικασμένη να αποτύχει, οπότε για να γλιτώνουμε την απογοήτευση καλό είναι να μην ευχόμαστε και πολλά. Ας είμαστε ευχαριστημένοι με τα όσα έχουμε, δεν είναι ποτέ λίγα, ας ζούμε όμορφα με όσους αγαπάμε, ας δουλεύουμε για να μπορούμε να βιοποριζόμαστε και να νιώθουμε ευχαριστημένοι από την παραγωγικότητά μας και ας ακούμε μουσική, όταν μαγειρεύουμε, έτσι για να έχουμε λίγη παρέα. Η βροχή δεν θύμιζε πια δάκρυα, ήταν απλώς ενοχλητική γιατί χαλούσε τα μαλλιά της και τα νυχτερινά ταξίδια την τρόμαζαν, γιατί κάποιος φίλος της είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό ατύχημα στις δύο τη νύχτα. Αυτό το κοριτσάκι που κάποτε ξάπλωσε στο οικογενειακό αυτοκίνητο μαγεμένο βρισκόταν κάπου μακριά, χαμένο μέσα της και πολλές φορές πάλευε να βγει, μα εκείνη δεν της το επέτρεπε πολύ. Τα παιδιά είναι μερικές φορές αχόρταγα, απαιτητικά, θέλουν να ζήσουν τα πάντα, να πάρουν τα πάντα, να χορέψουν μέχρι να λιποθυμήσουν από την εξάντληση και αγαπάνε εξίσου αχόρταγα και απαιτητικά.  Μα όταν είσαι ενήλικας πρέπει να ξέρεις να αγαπάς με όρια και σεβασμό και μέτρο γιατί στ' αλήθεια βλέπεις γύρω σου ανθρώπους να δυστυχούν, όταν αγαπάνε σαν παιδιά.
        Μόνο με αυτή τη μουσική ξανάβγαινε το κοριτσάκι μέσα της. Ήταν το μυστικό τους. Οι πρώτες νότες ξεκινούσαν και η μικρή πεταγόταν χαρούμενη ή και λυπημένη, δεν έχει μεγάλη σημασία αυτό. Για τα παιδιά η χαρά είναι τόσο κοντά στη λύπη, τη μια στιγμή γελάνε, την άλλη κλαίνε γοερά κι ύστερα γελάνε πάλι μα τα συναισθήματά τους είναι αληθινά γιατί είναι απόλυτα εναρμονισμένα με τη στιγμή. Η ενήλικη έκανε πίσω, της άφηνε χώρο, ξεχνούσε για λίγο τα πάντα, όλες αυτές τις έγνοιες της καθημερινότητας και το ανούσιο άγχος, το πρόγραμμα, τη ρουτίνα, τους στόχους, τον φόβο για τη γνώμη των άλλων και τις απορρίψεις αλλά και τις επιτυχίες της, τα όσα είχε καταφέρει, τα όσα απαιτούσε από τον εαυτό της για το μέλλον. Το τραγούδι συνέχιζε και η μικρή έβγαινε με θάρρος, χόρευε, κυλιόταν στο πάτωμα και έστελνε ηχηρά φιλιά στα αστέρια. Ύστερα ευχόταν με όλη της την ψυχή ευχές αλλόκοτες και εξωπραγματικές και κάποιες φορές την έπιανε απελπισία γιατί η βροχή σταματούσε ή επειδή ένα σύννεφο έκρυβε για λίγο τους φίλους της. Μετά από λίγο γινόταν αποφασιστική. "Θα ακούσουν τις ευχές μου! Τις είπα τόσο δυνατά!", φώναζε και κουνούσε τα χέρια της και η ενήλικη καταλάβαινε πως πλησίαζε το τέλος του τραγουδιού και της έπιανε τα χέρια. "Έλα, μπες μέσα πάλι...", της έλεγε τρυφερά μα ήταν στ' αλήθεια λυπημένη γιατί της είχε λείψει αυτό το θράσος, αυτή η ξεγνοιασιά, αυτή η πίστη στην τρυφερότητα των αστεριών και θα ήθελε να τα έχει κοντά της πιο συχνά. Ύστερα το τραγούδι τελείωνε και η μικρή έφευγε, της κουνούσε το χέρι και της φώναζε να μην την ξεχάσει μα εκείνη είχε ήδη αρχίσει να κοιτάζει στο κινητό της τα ηλεκτρονικά της μηνύματα και να σκέφτεται την αυριανή μέρα και τη μεθαυριανή και την επόμενη εβδομάδα ολόκληρη.
        Υπάρχει μια μουσική για τον καθένα, που τον κάνει πάλι παιδί; Έτσι νόμιζε, μα τώρα δεν ήταν και πολύ σίγουρη. Μα υπάρχουν κι άλλοι που νιώθουν έτσι; Αυτό το ερώτημα είχε κολλήσει στο μυαλό της για ώρα. Καθώς σημείωνε στο ημερολόγιό της ένα πολύ σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού χτύπησε με το χέρι της ελαφριά το μέτωπό της για να επαναφέρει τον εαυτό της. Αυτές οι σκέψεις ήταν πολύ, πολύ περίεργες και δεν χωρούσαν στη ζωή ενός ώριμου ανθρώπου. Η ζωή της έτρεχε και της ζητούσε να τρέξει για να την προλάβει και αυτή η μικρούλα μέσα της έπρεπε να επιστρέψει στο παρελθόν, να κάτσει φρόνιμη και ήσυχη και να την αφήσει να ζει την ενήλικη ζωή που είχε επιλέξει.
-Άκουσες, μικρούλα;
-Το άκουσα...
-Εντάξει, όχι για πάντα, θα ήταν η ζωή ίσως αφόρητη έτσι...
Τουλάχιστον μέχρι την επόμενη φορά που θα συναντήσω το τραγούδι μας...