Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Συνάντηση Mε Tον Έφηβο Εαυτό Tου

 
Εκείνο το πρωινό συνάντησε ξανά τον έφηβο εαυτό του.  Ένα νεαρό αγόρι περίμενε το τρένο φορώντας στα αυτιά του ακουστικά, το βλέμμα του σαν χαμένο έπεφτε πάνω στις ράγες και το σώμα του έγερνε σαν έτοιμο να πέσει. Ένιωσε μια μεγάλη ανάγκη να ρωτήσει το αγόρι αν ήταν καλά, μα στις μεγαλουπόλεις τέτοιο ενδιαφέρον μόνο προς παρεξήγηση είναι. Απλώς τον παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού του να μετρά με τα μάτια αν αξίζει να ζει κανείς, να βυθίζεται στην απελπισία της εφηβείας, που είναι ίσως η πιο σκληρή περίοδος της ανθρώπινης ζωής. Οι έφηβοι είναι πολύ άπειροι για να μπορέσουν να βγουν από τον μικρόκοσμό τους, για να σκεφτούν πως ό,τι ζουν εκείνη τη στιγμή κάποτε απλώς θα έχει περάσει. Θα ήθελε τόσο πολύ να πει σε εκείνο το αγόρι πως ό,τι κι αν τον βασάνιζε, το πιο πιθανό είναι να τελειώσει ή και να εξελιχθεί σε κάποιου είδους δύναμη ή σοφία. Πως αυτή η απελπισία που έκανε τις ράγες να φαντάζουν δελεαστικές και τον θάνατο ως τη μοναδική λύση μπορεί και να καθόριζε το ποιος θα γινόταν τελικά, το τι θα επέλεγε να κάνει στη ζωή του, την ηθική του και το αν και πόσο θα συμπονούσε τους γύρω του. Μπορεί και όχι, βέβαια. Οι πιθανότητες να συμβεί κάτι ή να μη συμβεί είναι συνήθως ισόποσες και το αποτέλεσμα επηρεάζεται αρκετά από την τύχη.
  Το τρένο ήρθε κι ένα πλήθος κόσμου μπήκε στο βαγόνι, που μπήκε κι εκείνος. Ο δυστυχισμένος έφηβος χάθηκε μέσα στους πολλούς. "Τουλάχιστον δεν έπεσε στις ράγες", σκέφτηκε μα δεν μπορούσε να νιώσει ανακούφιση. Οι αναμνήσεις του είχαν ήδη ξυπνήσει, το σώμα του είχε αρχίσει να σχηματίζει κόμπους στο στομάχι και στο κεφάλι και τα δόντια του πονούσαν σαν να τα κρατούσε σφιγμένα για πάρα πολύ καιρό. Στο βάθος του βαγονιού ήταν ένας άνθρωπος από κάποια άλλη χώρα, της Μέσης Ανατολής ή και πιο μακρινή, καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Πάνω από το κεφάλι του ήταν ο μόνος ελεύθερος χώρος που υπήρχε στο τρένο και οι κυρίες κρατούσαν τις τσάντες τους μπροστά τους και με εγρήγορση για να προλάβουν τους επιτήδειους.
  Κάποια στιγμή είδε πάλι τον έφηβο με τα ακουστικά. Χαμένος στη μουσική του, με ένα βλέμμα οργισμένο, που δεν είχε φωνή, κοιτούσε από το παράθυρο. Τίποτα γύρω του δεν τον απασχολούσε. Ο έφηβος κλεισμένος σε ένα αόρατο κουτί πάλευε με συναισθήματα και σκέψεις, η ζωή σίγουρα θα του φαινόταν σκληρή και άδικη κι εκείνος θα ένιωθε τόσο μικρός, τόσο ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε, τόσο καταδικασμένος. Ναι, έτσι ήταν κι εκείνος κάποτε. Οργισμένος χωρίς φωνή και επώδυνα μόνος.
  Είχε την ατυχία να γεννηθεί σε μια οικογένεια που έχασε το πρώτο της παιδί. Εκείνος μεγάλωσε στη σκιά αυτής της απώλειας, αθόρυβα γλιστρούσε στα δωμάτια του σπιτιού και στη ζωή των γονιών του με σεβασμό, μην τολμώντας να τους απασχολήσει με τα ασήμαντα δικά του θέματα. Εκείνοι πενθούσαν, το πένθος τους είχε καταλάβει όλο το σπίτι, το σπίτι ήταν σαν να μην είχε αέρα κι εκείνος τελικά σαν να μην είχε θέση στον κόσμο. Ήταν τόσο θυμωμένος με τον αδερφό του, που τους είχε εγκαταλείψει. Μπορούσε να συγχωρήσει τη λύπη των γονιών του, ήταν ανθρώπινο να μη θέλουν πια να ζουν, μα δεν μπορούσε να συγχωρήσει εκείνο το παιδί που απλώς αρρώστησε. Ίσως επειδή το είχε αγαπήσει πιο πολύ. Η οικογένεια μέσα στην κατάθλιψή της είχε απομονωθεί. Κανείς δεν μιλούσε για τον χαμένο αδελφό κι εκείνος ένιωθε πως ήταν αναγκασμένος να ζει στην πιο διαφορετική οικογένεια του κόσμου. Τα βράδια φοβόταν τη σιωπή, γιατί ήταν σχεδόν σίγουρο πως θα έσπαζε κάποια στιγμή ξαφνικά από τους λυγμούς της μητέρας του στο σαλόνι κι εκείνος τότε ευχόταν να μπορέσει να γίνει καπνός και να διαλυθεί από τις χαραμάδες. Με κάποιο μαγικό τρόπο να εξαφανιζόταν, να έφευγε. Ή έστω να κόβονταν τα αυτιά του για να μην ακούει άλλο το κλαμα.
  Τα χρόνια εκείνα δεν περνούσαν και ο έφηβος εαυτός του νόμιζε πως η ζωή ήταν κάτι σαν το μαρτύριο του Σίσυφου σε διάφορες παραλλαγές. Και πως εκείνος ήταν ο μοναδικός Σίσυφος που είχε υπάρξει ή θα υπήρχε ποτέ και το μαρτύριό του μοναδικό όσο τίποτα και γι' αυτό του ήταν ανήκουστο για αυτό να μιλήσει σε κάποιον. Στις παρέες του ήταν κι εκεί αθόρυβος. Με μια παρουσία χαμογελαστή, καλοσυνάτη, πολλές φορές κεφάτη μα μέσα ένα ηφαίστειο έβραζε και ο ουρανός του ήταν μαύρος. 
   Όσο αργά και βασανιστικά πέρασε η πρώτη του νιότη, τόσο γρήγορα πέρασαν τα επόμενα χρόνια και βρέθηκε τώρα σαράντα πέντε χρόνων, με έναν ευτυχισμένο γάμο, υγιή και χαρούμενα παιδιά, καλή δουλειά και ευτυχία. Η καλή του τύχη, η ασταμάτητη προσπάθειά του, η δημιουργικότητά του, οι άνθρωποι που ήταν κοντά του και τον αγαπούσαν μπορούσαν τώρα να του εξασφαλίσουν την ηρεμία, που τόσο του είχε λείψει, την αληθινή χαρά. Η ζωή, που απλωνόταν όλο και περισσότερο μπροστά του σαν ένας τεράστιος χάρτης, ήταν  λιγότερο δυσανάγνωστη, λιγότερο ασπρόμαυρη και είχε αμέτρητες ιστορίες, που έδειχναν τη μία και μοναδική αλήθεια που τώρα μπορούσε να σεβαστεί. Κάθε ανθρώπινη ιστορία, όσο δραματική κι αν είναι, δεν είναι παρά μια ακόμη ανθρώπινη ιστορία μέσα στις αμέτρητες και ασταμάτητες και μοναδικές ιστορίες του κόσμου. Οι άνθρωποι γύρω μας συνήθως υποφέρουν σιωπηλά και σηκώνουν βάρη που συχνά δεν μπορούμε ούτε να φανταστούμε. Κάθε πρωί φοράμε τα ωραία μας χαμόγελα για να δείχνουμε όσο το δυνατόν πιο ευτυχείς  μα τελικά όλοι μέσα τους είναι φτιαγμένοι για να νιώσουν τον πόνο και όλοι τον νιώθουν, έστω και με τρόπο διαφορετικό ο καθένας. Στριμωγμένοι σε βαγόνια με τις απώλειές μας, με τις ψυχικές και σωματικές μας αναπηρίες, με το κάθε δράμα, την κάθε μικρή ή μεγάλη λύπη που πέρασε ποτέ από την καρδιά μας, την κάθε οργή που ξέσπασε ή περιμένει να ξεσπάσει, απλώς ταξιδεύουμε.  Ασφυκτικά κοντά στους άλλους μα κατά βάθος τόσο μόνος του ο καθένας. Κι ίσως υπάρχει λόγος που οι άνθρωποι συνήθως υποφέρουν σιωπηλά. Είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι τυπικός από το να μοιραστείς ένα βάσανο και επίσης δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που αντέχουν να έχουν συνεχώς απέναντί τους την οδύνη.
  Με το βλέμμα του γύρεψε για ώρα τον έφηβο με τα ακουστικά. Τον εντόπισε με το ίδιο χαμένο βλέμμα. Για λίγο η μελαγχολία του νεαρού καθρέφτισε τη δική του αστείρευτη μελαγχολία, που τον συντρόφευε ακόμη και στην πιο υπέρτατα ευτυχισμένη στιγμή. Μα την είχε εδώ και καιρό αποδεχτεί. Είχε γίνει τόσο φίλη του, που μερικές φορές γελούσε μαζί της, όπως δυο φίλοι που γνωρίζονται αληθινά πολύ καλά. Ήταν μέσα του γιατί κάποτε την ανέπνευσε, ένα καλά κρυμμένο μυστικό μέσα στην τόσο όμορφη ζωή του. Μα δεν τον ενοχλούσε πια. Πώς μπορούν άλλωστε να ενοχλούν έναν ώριμο και λειτουργικό ενήλικα δυο παιδικά απορημένα μάτια;
  Ο άντρας που βρισκόταν στο αναπηρικό καρότσι κατέβηκε από το τρένο. Κάποιοι επιβάτες του άνοιξαν χώρο σαν πρόθυμοι να βοηθήσουν κι εκείνος τους χαμογέλασε σαν να μη χρειαζόταν πραγματικά καμία βοήθεια. Λίγο μετά θα κατέβαινε και ο έφηβος. Είχε γίνει τόσο ένα με τη μουσική που τα ακουστικά ήταν σαν μια προέκταση των αυτιών του. Σηκώθηκε κι εκείνος και βρέθηκε δίπλα του. Στο τζάμι της πόρτας είδε τις μορφές τους. Ήταν στο ίδιο ύψος, με παρόμοιο σωματότυπο. Ο νεαρός είχε πυκνά μαλλιά και αρυτίδιαστο πρόσωπο μα ούτε να διανοηθεί μπορούσε πως κάποια μέρα θα τα νοσταλγούσε.
   Όταν άνοιξε η πόρτα ο έφηβος τον έσπρωξε κατά λάθος για να περάσει.
"Συγγνώμη...", είπε με ενοχή που θα ταίριαζε στο μεγαλύτερο αμάρτημα του κόσμου.
"Δεν πειράζει, απάντησε εκείνος. Ό,τι κι αν είναι, στ'αλήθεια δεν πειράζει." Ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος ακούγοντας τα λόγια του.
Ο νεαρός τον κοίταξε απορημένος κι ύστερα με το ένα χέρι τοποθέτησε το ένα ακουστικό καλύτερα στο αυτί του μη σταματώντας,όμως να τον κοιτάζει. Εκείνος του χαμογέλασε με το πιο ζεστό, το πιο γλυκό χαμόγελο που βρέθηκε ποτέ στο στόμα του και με το χέρι του άγγιξε τον νεανικό ώμο. 
    Ύστερα περπάτησε ως τη λεωφόρο ανάλαφρα και η μελαγχολία του θα χανόταν κι αυτή σε λίγο μέσα στο πλήθος, μέσα στην ακατάπαυστη βοή της πόλης.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΠΥΘΩΝΑΣ



Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να μπαίνουν από τις κουρτίνες της κρεβατοκάμαράς του. Τις ένιωσε στα μάτια του και γύρισε από την άλλη μεριά του μεγάλου διπλού κρεβατιού. Με τα χέρια του ψηλάφισε το κενό δίπλα του. Η Λήδα δεν ήταν εκεί. Άνοιξε τα μάτια με τρόμο. Άρχισε να κοιτάζει το δωμάτιο προσπαθώντας να βρει κάτι δικό της, όμως μάταια. Κανένα πεταμένο ρούχο, κανένα βιβλίο πουθενά, ούτε η καφέ κοκάλινη χτένα της πάνω στο κομοδίνο. Ήταν, λοιπόν, αλήθεια. Η Λήδα τον είχε αφήσει. Χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια, χωρίς να του πει λέξη, γράφοντας του μόνο ένα άψυχο σημείωμα με λίγες εξηγήσεις.
            Αναρωτήθηκε γιατί δεν είχε υποψιαστεί τίποτε. Κι ύστερα  θυμήθηκε κάποια βράδια τον τελευταίο καιρό. Εκείνος ξυπνούσε μέσα στην νύχτα και την ένιωθε ανήσυχη. Στριφογύριζε στο κρεβάτι ή κάπνιζε σκεφτική. Όταν υποψιαζόταν πως την κοιτούσε, κουκουλωνόταν με το πάπλωμα ή έσβηνε το τσιγάρο με γρήγορες κινήσεις κι έκανε πως κοιμόταν.  Κι ύστερα σκέφτηκε τα πρωινά πριν καιρό που κοιμόταν ήσυχη δίπλα του, κουλουριασμένη σαν μωρό. Ήταν η ευτυχία του αυτή η αίσθηση ότι ήταν δικιά του, ότι τον αγαπούσε, ότι μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο, το ίδιο κρεβάτι, την ίδια ζωή. Αυτά τα δύο χρόνια που έζησαν μαζί, ναι, μπορούσε να πει πως ήταν η όλη η ευτυχία που μπορούσε να ζήσει και  που τώρα είχε χάσει οριστικά.
            Όλοι ήταν αρνητικοί σε αυτό το γάμο, τους είχαν πολεμήσει. Οι γονείς της, οι συγγενείς του, οι φίλοι τους. Τριάντα χρόνια τους χώριζαν, αλλά κανείς δεν έβλεπε το πόσα τους ένωναν. Όλοι έλεγαν πως αυτός ο γάμος δεν είχε μέλλον. «Πως είναι δυνατόν να παραβλέπει τα χρόνια, τη φύση, την ίδια τη ζωή; Θα πάρει ένα κοριτσάκι και θα το κλείσει σ’ ένα σπίτι για να γεράσει μαζί του; Για πόσο νομίζει πως θα αντέξει η μικρή, για πόσο καιρό θα αντιστέκεται στα νιάτα της;» θυμήθηκε τώρα με πίκρα τα λόγια ενός συναδέλφου του, που είχε ακούσει κατά λάθος και που τότε είχε αποδώσει με ευκολία στη ζήλια.  Εκείνη με το θράσος, που η ηλικία της επέτρεπε να έχει, δήλωνε πως ζούσε μόνο το παρόν. Και πως το παρόν της ήταν εκείνος. Πως τον είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή που τον είδε να μπαίνει στη μεγάλη αίθουσα του πανεπιστημίου με τη δερμάτινη τσάντα του και τις χειρόγραφες σημειώσεις του. Πως την πρώτη φορά που της μίλησε τα πόδια της έτρεμαν και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά σαν έτοιμη να εκραγεί. Πως τρία χρόνια προσπαθούσε να καταπολεμήσει τον έρωτα της για εκείνον βγαίνοντας με σαχλούς συνομήλικους και πως η ημέρα που αποφάσισε να του μιλήσει για τα συναισθήματα της ήταν η πιο σημαντική ημέρα της ζωής της. Για ένα χρόνο κρύβονταν μέχρι εκείνη να τελειώσει το Πανεπιστήμιο και ύστερα  παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο χωρίς καθόλου καλεσμένους με μάρτυρες τη μοναδική της φίλη που δεχόταν τη σχέση τους και τη Μάριον, τη δική του αγαπημένη φίλη από τα φοιτητικά χρόνια, που ήρθε από την Αμερική μόνο και μόνο για να τους παντρέψει ενθουσιασμένη από τη ρομαντική τους ιστορία.
            Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο, ήταν πολύ νωρίς. Ήταν Σάββατο, δεν είχε μάθημα, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Στο μυαλό του, όμως, γυρόφερνε το σημείωμα με τα πλαγιαστά γράμματα που είχε αφήσει το προηγούμενο πρωί η Λήδα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
«Προσπάθησα, αλλά δεν αντέχω άλλο. Έχω μπροστά μου να ζήσω μια ζωή, που εσύ έχεις ήδη ζήσει. Δεν είμαι πια ερωτευμένη μαζί σου. Θέλω να βρω τον εαυτό μου. Η απόφαση μου είναι οριστική, μην ψάξεις να με βρεις. Θα λείψω για λίγο στο εξωτερικό, όταν γυρίσω, θα επικοινωνήσω μαζί σου για το διαζύγιο.  Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα, φαίνεται πως όλοι είχαν δίκιο, ήμασταν τυφλοί. Να προσέχεις
Είχε νιώσει ένα φριχτό  πόνο στο στήθος. Είχε σκίσει το σημείωμα και είχε πετάξει μια καρέκλα κάτω. Κι ύστερα είχε καθίσει στο τραπέζι, είχε βάλει το κεφάλι του μέσα στα χέρια του κι είχε αρχίσει  να κλαιει με λυγμούς σαν μικρό παιδί, όπως ποτέ δεν είχε κλάψει στη ζωή του.
            Ναι, εκείνος δεν είχε καταλάβει το μέγεθος τους, αλλά  είχαν προβλήματα τον τελευταίο καιρό. Η Λήδα είχε αλλάξει. Ήταν συνεχώς κακοδιάθετη και μιλούσε πολλές ώρες στο τηλέφωνο με τις φίλες της, όταν εκείνος πλησίαζε σταματούσε απότομα και σαν να άλλαζε θέμα. Του ζητούσε συνέχεια να βγαίνουν και παραπονιόταν πως η ζωή της ήταν βαρετή. Τον παρακαλούσε να γυρίσουν την Ευρώπη με το τρένο το καλοκαίρι. Κι εκείνος ένιωθε κουρασμένος. Και γέρος. Κοιτούσε με πίκρα κάθε καινούρια άσπρη τρίχα που εντόπιζε στα  μαλλιά του. Μισούσε το πρόσωπο του και τις μικρές ρυτίδες γύρω από τα μάτια του. Μισούσε το σώμα του που είχε αρχίσει κι αυτό να τον προδίδει. Ξεφύλλιζε τα παλιά του άλμπουμ, τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με το ωραίο ανάστημα, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα  ρούχα, που εκείνης της φαίνονταν αστεία και παλιομοδίτικα. Γιατί να μη με γνωρίσει έτσι, αναρωτιόταν. Κι ύστερα έκλεινε πάλι τα άλμπουμ νιώθοντας κάτι σαν θλίψη, που τότε που ήταν νέος και όμορφος, πέρασε τη ζωή του χαμένος μέσα σε βιβλία χωρίς να επιτρέπει ούτε για λίγο στον εαυτό του την ανεμελιά και τον έρωτα.
            Η Λήδα τώρα βρισκόταν σε κάποιο τρένο στην Ευρώπη κι εκείνος ένιωθε γέρος όσο ποτέ. Του ήταν αδύνατο να κοιμηθεί πάλι. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Δεν ήθελε να σκέφτεται, δεν ήθελε να θυμάται. Κάθισε στο τραπέζι και άρχισε να κοιτάζει στο κενό. Πέρασε έτσι αρκετή ώρα, αν και απροσδιόριστο το  πόση ακριβώς,  μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο. Αναρωτήθηκε ποιος να ήταν. Δεν είχε όρεξη να μιλήσει σε κανέναν. Σκέφτηκε να μην απαντήσει. Κι ύστερα μια μικρή ελπίδα γεννήθηκε μέσα του. Η Λήδα. Είχε μετανιώσει  και τον έπαιρνε να του πει πως τον αγαπούσε. Γυρνούσε στο σπίτι.
«Hellooo there…» ένιωσε τη γνωστή φωνή της Μάριον σα γερή γροθιά στο στομάχι.
Δεν απάντησε.
«Συγνώμη για την ώρα. Μόλις έφτασα.»
«Που έφτασες;» τη ρώτησε απορημένος.
«Απέχω μόλις μια ώρα από το σπίτι σου. Ετοίμασε καφέ, παίρνω ταξί κι έρχομαι. Byeee…»
            Η Μάριον. Απρόβλεπτη όπως πάντα. Οι κοινοί τους φίλοι την έλεγαν τρελή. Η αλήθεια είναι πως πάντα ήταν αρκετά εκκεντρική, αλλά την αγαπούσε γι’ αυτό, γιατί έτσι συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Είχε κάνει τρεις γάμους, ο πρώτος της σύζυγος πέθανε πριν προλάβει να τον αγαπήσει, ο δεύτερος και ο τρίτος  την εγκατέλειψαν για μικρότερες, αφήνοντας της, όμως, τεράστια διατροφή, κάτι που της επέτρεψε να σταματήσει τη δουλειά της και να αρχίσει να γυρίζει τον κόσμο. Το πάθος της ήταν η Αφρική. Και τα άγρια ζώα. Στο σπίτι της είχε έναν μαύρο  πύθωνα με μεγάλες κίτρινες βούλες και μικρό τριγωνικό κεφάλι. Τον είχε δει σε φωτογραφίες, που του είχε στείλει η Μάριον. Ήταν ακόμη μικρός, αλλά του προκαλούσε ανατριχίλα. Τεό, τον έλεγε και μιλούσε γι’ αυτόν σαν να ήταν παιδί ή εραστής της. Τον είχε σε ένα τεράστιο γυάλινο κουτί, αλλά πολλές φορές τον έβγαζε έξω και  χάιδευε το σκληρό του δέρμα. Θα της περάσει κι αυτό, σκεφτόταν στην αρχή, καθώς από το σπίτι της Μάριον είχαν περάσει κατά καιρούς άπειρα κατοικίδια, με τα οποία αρχικά ενθουσιαζόταν, αλλά στο τέλος βαριόταν και κάπου χάριζε. Ωστόσο, όσο ο πύθωνας μεγάλωνε, τόσο η Μάριον τον αγαπούσε περισσότερο και μιλούσε με πάθος και αγάπη γι’ αυτόν.
            Μπήκε στο μπάνιο και έκανε ένα ντους. Ήθελε να τον βρει περιποιημένο η φίλη του. Παρά την κακή του διάθεση, χάρηκε πολύ που θα την έβλεπε. Ήταν ο μόνος αληθινός δικός του άνθρωπος και μπορούσε να τον καταλάβει καλύτερα από τον καθένα. Το νερό έπεφτε στο σώμα του και σαν να άρχιζε να καθαρίζει το μυαλό του. Ναι, με τη Μάριον,  όλα μπορούσε να τα αντιμετωπίσει. Τόσα χρόνια φίλοι  είχαν περάσει τόσα μαζί, ακόμη κι αν από ένα σημείο και μετά τους χώρισε η απόσταση. Η φιλία τους άντεξε αυτή τη δοκιμασία, άλλωστε περνούσαν σχεδόν μαζί τα καλοκαίρια τους. Από ένα σημείο και μετά με τη νέα τεχνολογία, μπορούσαν να συνομιλούν καθημερινά, να είναι ο ένας στη ζωή και τα συναισθήματα του άλλου. Κι αυτό ήταν κάτι που πολλές φορές ζήλευε η Λήδα.
«Μήπως είστε ερωτευμένοι εσείς οι δύο για χρόνια και δεν το έχετε καταλάβει;» τον ρωτούσε κοροϊδευτικά όποτε τον έβλεπε να της γράφει.
«Τι ανοησίες είναι αυτές που λες!» της απαντούσε απότομα και συνήθως έκλεινε τον υπολογιστή.
«Είναι ανάγκη τότε να σου γράφει κάθε μέρα αν τάισε το Τεό της με χαμστεράκια;» η ειρωνεία της σαν να έστριβε ένα μαχαίρι στην καρδιά του. Θύμωνε και τον έπιανε το παράπονο, η Μάριον ήταν τόσο καλή μαζί της και την είχε αποδεχτεί όσο κανένας κι εκείνη έκανε σαν κακομαθημένο κοριτσάκι. Ήταν οι μοναδικές φορές που θύμωνε μαζί της, αλλά ο έρωτας του συνήθως υπερίσχυε και σχεδόν αμέσως τη συγχωρούσε.
«Μακάρι να μπορούσες να τη γνωρίσεις καλύτερα, είναι σπάνιος άνθρωπος. Και μην κοιτάς που μοιάζει να είναι σε ένα δικό της κόσμο, είναι  πολύ ευαίσθητη και πολύ πληγωμένη κατά βάθος» της έλεγε, αλλά η Λήδα τον αγνοούσε και συνέχιζε με κάποιο σαρκαστικό σχόλιο, οπότε εκείνος άλλαζε κουβέντα, γιατί δεν ήθελε να νιώθει πως έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στις δύο γυναίκες που αγαπούσε πιο πολύ στη ζωή του.
            Φόρεσε απλά, αλλά όμορφα ρούχα, ωστόσο δεν έμεινε ικανοποιημένος με την εικόνα του  στον καθρέφτη, που ήταν τελευταία ο μεγάλος και απειλητικός  εχθρός του. Μπορούσε να στέκεται για ώρες κοιτάζοντας με αποδοκιμασία το είδωλο του, αλλά τον διέκοψε το κουδούνι που χτύπησε. Έτρεξε να ανοίξει στη φίλη του και ακούγοντας τα τακούνια της στο πάτωμα ένιωσε το γνώριμο καρδιοχτύπι που συνόδευε κάθε συνάντηση τους μετά από καιρό.
            Εκείνη μπήκε φορώντας κομψά και ακριβά ρούχα, όπως πάντα, αλλά κάτι στο βλέμμα της ήταν διαφορετικό. Τον αγκάλιασε σφιχτά και την ένιωσε σαν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Λίγο μετά τραβήχτηκε από πάνω του και βυθίστηκε σε μια πολυθρόνα.
«Είμαστε μόνοι μας; Η Λήδα ;» κοίταξε γύρω εξονυχιστικά.
«Ξέρεις, νομίζω πως ήρθες την κατάλληλη ώρα. Θα σε έπαιρνα τηλέφωνο να σου πω...»
«Τι συνέβη;» το πρόσωπο της αναστατώθηκε.
«Έφυγε. Θέλει να χωρίσουμε. Δεν μπορώ, λεει, να της  δώσω αυτά που χρειάζεται και δεν μπορεί να κάνει άλλη υπομονή. Αυτή η καταραμένη διαφορά ηλικίας. Είχαν δίκιο όλοι! Να ήμουν δέκα χρόνια νεότερος!»
«Θεέ μου, λυπάμαι τόσο! Πως είσαι εσύ; Πόσο σε καταλαβαίνω» τον αγκάλιασε κι ένιωσε τόσο όμορφα στην αγκαλιά της, που ευχήθηκε να μην τελείωνε ποτέ.
«Μην ανησυχείς, θα το αντιμετωπίσουμε μαζί.»
«Θα φύγεις κι εσύ και θα μείνω μόνος και τότε δεν ξέρω τι θα κάνω...»
«Δε θα φύγω. Αποφάσισα να γυρίσω στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει τίποτα που να με κρατάει εκεί. Το μόνο που γνώρισα ήταν προδοσία. Θέλω να γεράσω εδώ που μεγάλωσα.»
            Σήκωσε το βλέμμα της και την κοίταξε προσεκτικά. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Και ήταν τόσο όμορφα έτσι βουρκωμένα τα γαλάζια της μάτια, για μια στιγμή νόμισε πως γύρισαν πίσω, τότε που ήταν νέοι, τότε, πολύ παλιά, που ίσως και να ήταν λίγο ερωτευμένος μαζί της. Όμως αυτή η στιγμή πέρασε γρήγορα και η εικόνα της Μάριον άλλαξε, το δέρμα της ασφυκτιούσε κάτω από τα στρώματα πούδρας, που δεν κατάφερνε να κρύψει τις μικρές ρυτίδες στο μέτωπο και γύρω από τα  χείλη της, τα μαλλιά της είχαν κάπως χαλάσει από τις πολλές βαφές, αλλά δεν ήταν αυτά,  ήταν κάτι στα μάτια της που φώναζε «γέρασα, γέρασα  και είμαι μόνη!».
 «Συνέβη κάτι; Πως το αποφάσισες έτσι ξαφνικά;» της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά.
«Συνέβη, αλλά ντρέπομαι να στο πω. Ωστόσο, δεν αντέχω, μόνο εσένα έχω και μόνο εσύ ξέρω πως δε θα με κρίνεις και θα με καταλάβεις. Λυπάμαι που το λεω, αλλά χαίρομαι που δεν είναι εδώ η Λήδα, μπροστά της δε θα μπορούσα να μιλήσω.»
Στο άκουσμα του ονόματος της Λήδας κάτι ένιωσε, αλλά το έδιωξε και συγκεντρώθηκε στα λόγια της φίλης του.
«Ο Τεό κάποιες φορές  τα βράδια τον έβγαζα από το κουτί του και τον άφηνα να κοιμάται κουλουριασμένος στα πόδια μου. Ένιωθα όμορφα, ένιωθα πως δεν είμαι μόνη. Το έκανα συχνά αυτό μέχρι που ένα πρωί ξύπνησα και τον είδα απλωμένο δίπλα μου. Συνειδητοποίησα πόσο μεγάλωσε, αλλά πριν προλάβω να τον χαϊδέψω, εκείνος κουλουριάστηκε πάλι σαν να έκανε πως κοιμάται. Δεν έδωσα σημασία, αλλά αυτό συνέβη κι άλλες φορές. Ανησύχησα μήπως του συνέβαινε κάτι και πήγα στον κτηνίατρο, θυμάσαι, αυτόν τον κτηνίατρο, που είχα βρει, που ήξερε από φίδια...»
«Ήταν άρρωστος;»
«Ο κτηνίατρος με κοίταξε κάπως αποδοκιμαστικά και μου είπε πως ο Τεό πρέπει να θανατωθεί, πως με μετρούσε. Δεν κατάλαβα και  τον ρώτησα τι εννοούσε. Και αυτό που άκουσα, δεν μπορούσα να το πιστέψω.» Έκανε μια παύση και η φωνή της βγήκε αδύναμη.
«Μετρούσε να δει αν χωρούσα. Θα με έπνιγε και θα με κατάπινε...»
Ανατρίχιασε. Φαντάστηκε τη Μάριον κοιμισμένη και το μαυροκίτρινο ερπετό δίπλα της. Να την τυλίγει αργά στις σπείρες του και να την πνίγει. Κι ύστερα...
Ήταν φοβερό. Ήταν σοκαρισμένος και δεν μπορούσε να πει κουβέντα. Η Μάριον συνέχισε.
«Θα έβρισκαν τον Τεό  ποιος ξέρει πότε διογκωμένο με μένα μέσα του. Είδα ένα ντοκιμαντέρ μετά από αυτό. Έδειχνε ένα πύθωνα να κυνηγάει μια τίγρη. Έδειχνε την πάλη τους όταν προσπαθούσε να την πνίξει. Είχε απίστευτη μυϊκή δύναμη. Και μετά την κατάπινε ολόκληρη. Ήταν φοβερό. Θα πέθαινα και εγώ, η ίδια με την απερισκεψία μου  θα είχα προκαλέσει το θάνατο μου. Πως μπόρεσα να πάρω ένα άγριο ζώο και να το κλείσω σ’ ένα διαμέρισμα νομίζοντας πως θα ξεχάσει την ίδια του τη φύση;»
Η Μάριον σκούπιζε τα μάτια της κι εκείνος γύρισε και την κοίταξε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.  Θα την έχανε, αυτή η σκέψη τον διέλυε. Ένιωσε στο σώμα του ένα γλυκό τρέμουλο, σαν να ξυπνούσε από μέσα του ένα αίσθημα πολύ παλιό και καλά θαμμένο. Μια δύναμη τον έσπρωχνε να τη φιλήσει. Δεν τόλμησε, αλλά την έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Έλα, είμαστε μαζί τώρα. Μακριά από όλα αυτά που σε πρόδωσαν. Θα είμαστε όπως παλιά, θα δεις...».
            Εκείνη την ώρα άκουσε το κλειδί να γυρίζει. Η Μάριον τραβήχτηκε και σκούπισε τα τελευταία  της δάκρυα. Σαν να φόρεσε ξαφνικά μια μάσκα, το πρόσωπο της άλλαξε. Η Λήδα ακούμπησε κάτω τη βαλίτσα της και τους κοίταξε παραξενεμένη.
«Μάριον. Δεν ήξερα ότι είσαι εδώ.»
«Γεια σου, Λήδα. Ναι, γύρισα. Οριστικά πια.»
Οι τρεις τους παρέμειναν αμίλητοι. Η σιωπή τους σαν να κράτησε για ώρες. Εκείνος ένιωσε τα διάφορα συναισθήματα μέσα του να μετατρέπονται σε έναν οξύ πόνο που διαπέρασε το κεφάλι του. Η Μάριον σηκώθηκε κι έφτιαξε τη φούστα της. Χαμογελούσε στη Λήδα και τίποτα πάνω της δε θύμιζε το πόσο ευάλωτη και πληγωμένη έκλαιγε πριν λίγα λεπτά στην αγκαλιά του.
«Καλύτερα να σας αφήσω μόνους», είπε.
Η Λήδα έψαχνε κάτι να πει.
«Ο Τεό τι κάνει;» ήταν το μόνο που σκέφτηκε.
«Τον χάρισα σε ένα  ζωολογικό κήπο» απάντησε η Μάριον αδιάφορα. Κι ύστερα γύρισε και τον κοίταξε.
«Όποτε μπορείς, τηλεφώνησε μου. Θα χρειαστώ βοήθεια τώρα που ψάχνω για σπίτι στην πόλη.»
            Έκλεισε την πόρτα πίσω της. Η Λήδα τον πλησίασε δειλά.
«Συγνώμη, αγάπη μου, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, δεν μπορώ χωρίς εσένα» είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Ένιωθε τα χέρια της να τον τυλίγουν σαν  δυνατό σώμα φιδιού.  Τα μάτια του έμειναν καρφωμένα στην πόρτα. Μαζί με το γνώριμο ήχο των ψηλών τακουνιών της Μάριον ένιωσε να σβήνει μέσα του και ο παλιός ξεχασμένος του πόθος. Αφέθηκε στην αγκαλιά της Λήδας σαν να αφηνόταν στο θάνατο.

           

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Ο Καλλιτέχνης

Εγώ τον είδα από μακριά μια μέρα
Ήταν σαν όλους
Με ένα σώμα ίδιο σαν όλα
Σκυφτό, θαμπό και λυπημένο




Με πρόσωπο χλωμό κι ωραίο
Πολλές φορές χαμογελούσε
Με καλοσύνη
Σαν να ενδιέφεραν αληθινά τόσο
Όσα ακούει κανείς συνήθως
Μες στις πολύβοες παρέες
Μες στις οθόνες
Μέσα στα ανιαρά σχολεία

Στο τρένο μόνος στριμωχνόταν
Ανάμεσα σε τόσους, τόσους στριμωγμένους
Μα να καμιά φορά παρατηρούσα
Το βλέμμα του από το παράθυρο να φεύγει
Να ταξιδεύει
Ναι, θα ορκιζόμουν πως ξαφνικά χανόταν
Το πέταγμα ενός πουλιού
Αρκούσε
Σε όνειρα για να πετάξει

Μες στο βαγόνι ο καλλιτέχνης στριμωγμένος
Ένας σαν όλους
Ένας με φόβο μέσα του, όπως όλοι
Γινόταν ένα αχόρταγο παιδί και πάλι
Τον κόσμο αχόρταγα που ανακαλύπτει
Που θέλει με τα χέρια του τα ίδια
Να δώσει χρώμα, ιδέες, τη φωνή του
Στο φευγαλέο, στο τίποτα και όμως
Στο πιο υπέροχο, πολύτιμο λεπτό του
Που όπως όλα τα λεπτά, όλες οι σκέψεις
Αόρατο σε λίγο θα πετάξει

Και έτσι τόσο στριμωγμένος, ένας σαν όλους
Ο καλλιτέχνης κάτι σκαρφιζόταν
Κάτι γινόταν άξαφνα, για λίγο
Το πιο υπέροχα σπουδαίο που μπορούσε
Να δώσει
Η ίδια του η ζωή και η ύπαρξή του

Κι ύστερα ερχόταν η ώρα να κατέβει
Μαζί με άλλους, ένας σαν όλους
Γλιστρούσε αθόρυβα στον δρόμο
Μα εγώ, ναι, από μακριά κοιτούσα
Και θα ορκιζόμουν
Πως έτσι όπως η συνηθισμένη η μορφή του περπατούσε
Σκυφτή, θαμπή και λυπημένη
Άφηνε πίσω μελωδία
Μια πινελιά ή ένα ποιήμα
Πιστέψτε με, σας λέω, το είχα ακούσει
Το είχα δει με τα δικά μου τα συνηθισμένα μάτια

Και από τότε, ναι, δεν έπαψα, σας λέω
Σε όποιο πλήθος συναντώ
Να τον γυρεύω


Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Ένα κουρνιασμένο, μικρό φθινόπωρο

Ήταν η προτελευταία Παρασκευή του Οκτωβρίου κι εγώ για κάποιον απροσδιόριστο λόγο δεν ήθελα να πάω στη δουλειά. Τηλεφώνησα και είπα πως ήμουν άρρωστος. Προσπάθησα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν πήγα στη δουλειά επειδή ήμουν άρρωστος και θυμήθηκα πως δεν υπήρξε ποτέ τέτοια στιγμή. Εργαζόμουν επί  δεκαέξι χρόνια σε αυτήν την οικογενειακή επιχείρηση. Ήμουν καλός υπάλληλος, με κατανόηση και χωρίς πολλές απαιτήσεις. Δεν έχω οικογένεια. Ποτέ δεν κούρασα τα αφεντικά μου με παράπονα, ούτε και ζήτησα ποτέ αύξηση. Όταν στις αρχές της οικονομικής κρίσης  μείωσαν τον μισθό μου, το δέχτηκα κατανοώντας πως ήμασταν ένα καράβι και πως για να μη βουλιάξουμε έπρεπε όλοι να κάνουμε θυσίες. Δεν έχει σημασία τι εμπορεύεται αυτή η οικογενειακή επιχείρηση. Ό,τι κι αν πουλάς, ό,τι κι αν αγοράζεις, πουλάς και αγοράζεις. Αυτό κάνεις. Πρέπει βέβαια να βρεις τρόπους να διαφημιστείς, να φροντίζεις ώστε να πληρώνεσαι από τους πελάτες σου και να είσαι κι εσύ τυπικός στις πληρωμές των προμηθευτών σου. Δεν θα σας κουράσω άλλο με αυτά. Τι σημασία έχουν; Έτσι ένιωσα εκείνη την Παρασκευή. Πως δεν είχα κανέναν απολύτως λόγο να πάω στη δουλειά μου. Πως δεν υπάρχει τίποτα το αληθινά σημαντικό στο να πουλάς και να αγοράζεις.
Έφτιαξα τον καφέ στο μπρίκι, όπως με έμαθε κάποτε να τον φτιάχνω ο παππούς μου, και βγήκα στο μπαλκόνι. Η διάθεσή μου ήταν απροσδιόριστη. Δεν ήθελα τίποτα. Μόνο να καθίσω στο μπαλκόνι και να πιω τον καφέ μου. Μα πόσο θα διαρκούσε αυτό; Συνήθως έπινα τον πρωινό καφέ μου όρθιος και όχι ολόκληρο. Βιαζόμουν, δεν αργούσα ποτέ στο γραφείο. Μα εκείνη την Παρασκεύη αυτός ο καφές έγινε κάτι σπουδαίο. Σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που θα έκανα ποτέ. Μα πραγματικά, ήταν όλα αυτά πολύ περίεργα.
Απέναντι από το μπαλκόνι μου βρίσκεται ένα δέντρο. Ήταν ο λόγος που επέλεξα αυτό το διαμέρισμα. Είχα βρει στην ίδια τιμή ένα πιο καινούριο και πιο μεγάλο. Όμως, δεν είχε απέναντί του ένα δέντρο. Ο παππούς μου έλεγε πως το μόνο που χρειαζόταν να βλέπει στη ζωή του ήταν ένα δέντρο. Όταν ήμουν μικρός, τον είχα ρωτήσει κάποτε αν είχε ταξιδέψει. Μου είπε πως για κάποια χρόνια ήταν ναυτικός. Είχε δει αρκετά μέρη. Πίστευε όμως με πάθος μετά τα τόσα που είχε δει πως το μόνο που χρειαζόταν να βλέπει ήταν ένα δέντρο. Με ένα δέντρο απέναντί του, θα ήταν πάντα ευτυχισμένος. Δεν έλεγε ψέματα. Τον βρήκαν πεθαμένο στη μικρή αυλή του κάτω από μια νερατζιά. Χαμογελούσε. Το σπίτι του ήταν σε μια φτωχική, προσφυγική συνοικία. Το τσιμέντο είχε πνίξει τα πάντα. Μα η μικρή νερατζιά είχε καταφέρει να επιζήσει. Μαζί της κράτησε το χαμόγελό του ως το τέλος. Αυτά θυμόμουν κοιτάζοντας το δέντρο απέναντι από το δικό μου σπίτι. Ναι, έχοντας πάντα στο μυαλό μου τα λόγια του παππού μου είχα επιλέξει να ζω απέναντι από ένα δέντρο. Μα πότε το είχα κοιτάξει; Ποτέ ως τότε.
Έτσι για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό της Παρασκευής κοίταξα το δέντρο μου. Μου φάνηκε τόσο όμορφο. Πράσινο. Καμαρωτό. Με φύλλα που σχεδόν χόρευαν. Με φύλλα που είχαν κιτρινίσει λίγο. Μέσα σε αυτό το μπέρδεμα των εποχών βρήκα για λίγο το φθινόπωρο. Κουρνιασμένο σαν ένα μικρό αγοράκι, που το έχουν ξεχάσει. Σαν να φοβόταν να βγει. Σαν να είχε συνηθίσει στην κρυψώνα του. Είχε ζέστη, όπως πάντα έχει ζέστη τα τελευταία χρόνια αυτήν την εποχή. Όμως, αυτή η ζέστη, που θυμίζει επισκέπτη που έχει παρατείνει εκνευριστικά τη διαμονή του, δεν μπορούσε να φτάσει το μικρό φθινόπωρο. Το κουρνιασμένο εκεί, στα κίτρινα φύλλα του δέντρου μου. Χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, δάκρυσα. Μα, απόρησα πραγματικά πολύ. Τι μου συνέβαινε;
Θυμήθηκα ξαφνικά τον εαυτό μου παιδί. Να φοράω γαλότσες και να τσαλαβουτώ στις λιμνούλες και τις λάσπες του δρόμου. Να βλέπω από το παράθυρο τη βροχή ορμητική, απείθαρχη και παθιασμένη και εγώ να νιώθω ασφαλής ακουμπώντας τη μύτη μου στο τζάμι. Να κουμπώνω το μπουφάν μου τα ψυχρά εκείνα πρωινά του Οκτώβρη που πήγαινα στο σχολείο.  Και ύστερα τι; Τα φοιτητικά μου χρόνια, η ενήλικη ζωή που πέρασε σαν μια στιγμή. Σαν μια μόνο στιγμή. Δεν έκανα οικογένεια από επιλογή. Σαν να ένιωθα από μικρός πως αυτή η απάθειά μου για όλα, αυτή η άνευ λόγου μελαγχολία θα με καθιστούσε πραγματικά πολύ κακό πατέρα. Έτσι χώριζα κάθε φορά που ήταν η στιγμή να ζητήσω κάποια κοπέλα σε γάμο. Δεν μπορώ να πω πως το μετάνιωνα. Εώς τότε μου άρεσε η απάθειά μου, η μοναξιά, η ησυχία στο σπίτι, η ρουτίνα, οι σχεδόν ρομποτικές μου κινήσεις, ο χρόνος που περνούσε από πάνω μου χωρίς να αγγίζει την καρδιά μου, χωρίς να ξυπνά κανένα απολύτως συναίσθημα. Αθόρυβα πέρασαν τόσα χρόνια κι εγώ εκείνο το πρωί στο μπαλκόνι αναρωτήθηκα αν ήμουν τελικά ελαττωματικός, ανίκανος ή ανήμπορος ή πολύ, πολύ εγωιστής. Κι έκλαψα.
Έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει όταν πέθαναν οι γονείς μου ή όταν όλα αυτά τα χρόνια άφηνα γυναίκες που αγαπούσα αληθινά, επειδή δεν θα άντεχα να ακούω δίπλα μου το βράδυ ξένες ανάσες. Έκλαιγα χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο και αναρωτιόμουν πού βρίσκονταν όλα αυτά τα δάκρυα, πού είχαν τόσο καλά κρυφτεί, ποιος ήμουν εν τέλει και ποιος θα ήθελα να είμαι.  Το κουρνιασμένο, μικρό  φθινοπωράκι με κοιτούσε μέσα από τα φύλλα, δειλά, στοργικά, σαν να ήθελε να μου δώσει το χέρι, φοβισμένο, όμως, μήπως φανερωθεί και το μαλώσουν. Κοιταζόμασταν στα μάτια εγώ κι αυτό και μιλούσαμε σαν δυο ναυαγοί που βρέθηκαν ξαφνικά στο νησί όπου τριγύριζε μόνος του ο καθένας για χρόνια. Μήπως είχα αρχίσει να τρελαίνομαι; Ή μήπως ήμουν καλά όσο ποτέ;
Ήπια τον καφέ μου και σηκώθηκα. Τα βήματά μου ήταν λίγο ονειροπόλα, λίγο αποφασιστικά. Θα άλλαζα τη ζωή μου; Θα τολμούσα να ζήσω αληθινά; Θα έθετα ερωτήματα, θα αναζητούσα απαντήσεις; Ή ήταν μια κρίση ακατανόητη, που θα διαρκούσε λίγο; Θα συνέχιζα να ξυπνώ την ίδια ώρα κάθε πρωί και να κοιμάμαι ίδια ώρα κάθε βράδυ; Θα συνέχιζα να ασχολούμαι με λογιστικά φύλλα και να μιλώ κάθε μέρα με τόσα άτομα για τα οποία δεν γνώριζα ουσιαστικά τίποτα; Δεν ήξερα. Δεν ξέρω ακόμη. Είναι Σάββατο σήμερα. Δεν ξέρω τίποτα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν ξέρω απολύτως τίποτα.
Όμως θυμάμαι τον παππού μου, που χρειαζόταν να κοιτάζει μόνο ένα δέντρο για να είναι καλά. Κι έτσι κι εγώ κοιτάζω σήμερα συνεχώς το δέντρο μου. Είναι περήφανο μα και ταπεινό. Τα φύλλα του δεν μένουν σε ησυχία, ίσως και να τραγουδούν σε κάποια ακατανόητη γλώσσα. Δεν ξέρω καν τι δέντρο είναι. Φυλλοβόλο σίγουρα.
Με ένα κουρνιασμένο, μικρό φθινόπωρο μέσα του κρυμμένο στην κιτρινάδα.
Ένα μικρό, μαραζωμένο φθινόπωρο, όπως καθετί ξεχασμένο.
Μα με ελπίδα. Όπως κάθετί που θυμίζει παιδί.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Η μικρή μπαλαρίνα και το ποτάμι των δακρύων της


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσε μια όμορφη μπαλαρίνα, η Λουίζα, σε ένα όμορφο σπίτι σε μια όμορφη ροζ πολιτεία. Όλα στη ζωή της ήταν όμορφα και κάθε απόγευμα φορούσε τα ροζ της παπούτσια και χόρευε μπροστά στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμορφη μουσική ακουγόταν παντού. Ο χορός της ήταν τόσο μαγευτικός που έκανε ροζ τον ουρανό και η πόλη γινόταν όλη ροζ και όσοι ζούσαν σε αυτήν χαμογελούσαν. Ύστερα, όταν η μουσική τελείωνε, η μπαλαρίνα έβγαζε τα παπούτσια της και τα φύλαγε σε ένα ξύλινο κουτί κάτω από το κρεβάτι της. Ξάπλωνε και κοιμόταν ήσυχη κι ευτυχισμένη, αφού είχε για μια ακόμη μέρα κάνει αυτό που τόσο αγαπούσε. Είχε χορέψει.
   Μα μια μέρα συνέβη κάτι φρικτό. Κάποιος έκλεψε τα παπούτσια της Λουίζας. Δεν ήταν πουθενά. Έψαξε σε όλο το σπίτι. Μέσα στις ντουλάπες και στην αποθήκη. Στο μπαλκόνι και κάτω από τον νεροχύτη. Σε όλα της τα κουτιά, πίσω από τα όμορφα φορέματά της. Τα παπούτσια δεν ήταν πουθενά…
   Η Λουίζα ένιωθε τόσο μπερδεμένη. Σαστισμένη. Φοβισμένη. Και θυμωμένη! Δεν ήξερε τι να κάνει. Πήγε στην πόλη και άρχισε να ρωτά τους περαστικούς. Κανείς δεν είχε δει τα παπούτσια της, ούτε ήξεραν κάτι για αυτά. Τώρα που δεν μπορούσε να χορέψει, η πόλη άρχισε σιγά-σιγά να σκουραίνει. Να παίρνει ένα άσχημο γκρίζο χρώμα. Οι άνθρωποι κατσουφιασμένοι προσπερνούσαν ο ένας τον άλλον χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους. Και έβρεχε. Η μουσική που ακουγόταν ήταν τώρα ένας ψίθυρος σχεδόν ενοχλητικός.
   Η Λουίζα άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερε τώρα πια τι να περιμένει. Η ζωή της είχε τόσο αλλάξει. Και ένιωθε μόνη. Χωρίς τα παπούτσια της δεν θα μπορούσε να ξαναχορέψει ποτέ. Κι αυτή η πόλη, η συννεφιασμένη, η σκοτεινή δεν της άρεσε. Έκλαιγε για ώρα. Τα δάκρυά της σχημάτισαν ένα ροζ ποταμάκι. Κι ένα μικρό, πράσινο βατραχάκι ήρθε και άρχισε μέσα στο ποταμάκι να τσαλαβουτά.
«Γιάαααχ!», έκανε στην αρχή η Λουίζα. Δεν της άρεσαν τα βατράχια. Όμως, αυτό το βατραχάκι ήταν χαριτωμένο και φαινόταν άκακο. Απελπισμένη το ρώτησε αν είχε δει τα παπούτσια της.
«Κουάξ, έκανε το βατραχάκι. Ακολούθησέ το ποταμάκι. Θα σε οδηγήσει σε κάτι που θα σε βοηθήσει!»
   Το ροζ ποταμάκι των δακρύων της Λουίζας είχε τώρα μεγαλώσει κι άλλο. Το νερό έφτανε μέχρι τους αστραγάλους της Λουίζας. Κανονικά δεν θα έμπαινε μέσα γιατί τα παπούτσια της θα χαλούσαν, μα τώρα ήταν ξυπόλητη και δεν την ένοιαζε. Έτσι άρχισε να περπατάει στο ποτάμι. Και το περίεργο ήταν πως της άρεσε πολύ να τσαλαβουτά με γυμνά τα πόδια. Δεν το είχε ξανακάνει ποτέ! Το ποταμάκι μάκραινε, μάκραινε για ώρα και τελικά την οδήγησε στην άκρη της πόλης. Στην αρχή του δάσους. Εκεί η κουκουβάγια, που φυλούσε το δάσος, στεκόταν αυστηρή, μα πολύ, πολύ ήρεμη. Ήταν απόγευμα, σε λίγο θα νύχτωνε.
   «Καλή μου κουκουβάγια, μήπως έχεις δει τα παπούτσια μου; Δεν μπορώ να  χορέψω. Δεν ξέρω τι να κάνω. Κάθε απόγευμα τα φορούσα και χόρευα και ο ουρανός βαφόταν ροζ. Τώρα η πόλη μου έχει σκοτεινιάσει. Δεν χαμογελά κανείς. Κι εγώ, ξυπόλητη, δεν ξέρω πώς να ζω.»
«Ο ουρανός δεν βαφόταν ροζ από τον χορό σου, μικρή μου μπαλαρίνα, είπε η κουκουβάγια. Κοίτα γύρω σου. Και χωρίς να χορεύεις, ο ήλιος δύει. Τα κόκκινα χρώματά του αγκαλιάζουν τον κόσμο. Αυτό συνέβαινε και θα συμβαίνει πάντα όσο υπάρχει ο κόσμος ανεξάρτητα από το τι κάνουμε ή τι συμβαίνει σε εμάς.»
Η μπαλαρίνα κοίταξε γύρω της. Ήταν αλήθεια αυτό που είπε η κουκουβάγια. Ο ουρανός είχε πάρει τα πιο όμορφα χρώματα. Τα πουλιά πετούσαν ανέμελα, σαν να μην ήξεραν πόσο στενοχωρημένη ήταν εκείνη. Η υπέροχη μουσική του απογεύματος εδώ στο δάσος ακουγόταν όπως πάντα.
«Όμως στην πόλη μου όλα είναι γκρίζα. Κανείς δεν χαμογελά. Πρέπει να βρω το παπούτσι μου και να χορέψω ξανά. Πρέπει να με βοηθήσεις, καλή μου κουκουβάγια…»
«Θα σε βοηθήσω, μικρή μπαλαρίνα», είπε η σοφή κουκουβάγια και έφυγε πετώντας.
   Η Λουίζα άρχισε πάλι να κλαίει. Τα δάκρυά της σχημάτισαν κι άλλο ποταμάκι. Το βατραχάκι είχε από ώρα φύγει, μα τώρα η μικρή μπαλαρίνα ήξερε τι να κάνει. Ξυπόλητη μπήκε πάλι μέσα στα δάκρυά της, το ποτάμι όλο και μεγάλωνε κι εκείνη άρχισε να τρέχει αποφασισμένη να βρει τα παπούτσια της για να μπορέσει ξανά να χορέψει.
   Αυτή τη φορά οδηγήθηκε μέσα στο δάσος. Ήταν σκοτεινά. Κάποιες πυγολαμπίδες την πλησίασαν κι έριξαν το φως τους γύρω της. Έτσι μπορούσε να βλέπει. Δεν είχε ξαναπάει ποτέ στο δάσος. Όλη της τη ζωή ήταν στο όμορφο σπίτι της, στην όμορφη πόλη, μα τώρα έβλεπε πόσα πολλά υπήρχαν γύρω της που δεν ήξερε. Οι πυγολαμπίδες την έκαναν να νιώθει ασφαλής. Κάποια στιγμή το ροζ ποτάμι σταμάτησε και η Λουίζα κατάλαβε πως εκεί έπρεπε να σταματήσει.
  Τώρα το φεγγάρι ολοστρόγγυλο βρισκόταν στον ουρανό. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της το φεγγάρι, γιατί πάντα όταν έδυε ο ήλιος κοιμόταν. Ήταν μαγευτικό. Λαμπερό όσο τίποτα, σαν ένα φωτεινό πρόσωπο την κοιτούσε στα μάτια. Κι έτσι ξαφνικά, το φεγγάρι της μίλησε.
«Τι ψάχνεις εδώ μέσα στο δάσος μέσα στη νύχτα, μικρή, όμορφη μπαλαρίνα;»
«Ψάχνω τα παπούτσια μου. Πρέπει να τα βρω για να χορέψω ξανά. Κι όταν χορέψω ξανά, η πόλη μου θα γίνει πάλι όμορφη. Και θα ακούγεται η πιο όμορφη μουσική. Και όλα θα είναι όπως πριν.»
«Μικρή μου μπαλαρίνα, να ξέρεις ότι η ζωή αλλάζει με τρόπους που συχνά δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Κι όταν αλλάζει κάτι, δεν είμαστε ποτέ όπως πριν. Μα αυτό δεν είναι απαραίτητα μόνο κακό.»
Η Λουίζα ήταν έτοιμη πάλι να βάλει τα κλάματα.
«Έχασες το παπούτσι σου και λυπήθηκες πολύ, το ξέρω. Μα δες πόσο θάρρος ξύπνησε μέσα σου η λύπη κι έφτασες ως εδώ. Βρήκες τη δύναμη να φύγεις από το σπίτι σου και την πόλη σου για πρώτη φορά και μπήκες μέσα στο άγνωστο δάσος και μάλιστα μέσα στη νύχτα. Αυτή τη δύναμη δεν θα την είχες βρει ποτέ, αν δεν είχε αλλάξει η ζωή σου.»
«Μα αν δεν χορεύω η όμορφη μουσική γίνεται ένας άσχημος θόρυβος και όλα είναι γκρίζα και οι άνθρωποι δεν χαμογελούν…»
«Θα βρεις τον τρόπο να χορέψεις ξανά. Κι οι άνθρωποι της πόλης σου θα χαμογελάσουν πάλι. Γιατί πότε η λύπη, πότε η χαρά έρχεται στη ζωή μας. Και πρέπει να τις δεχόμαστε όπως έρχονται και όπως φεύγουν. Και αν τις δεχόμαστε, ο ουρανός κάθε απόγευμα βάφεται όμορφα με τα χρώματα του ήλιου και η μουσική του ηλιοβασιλέματος κάθε απόγευμα είναι γλυκιά σαν νανούρισμα.»
   Αυτά είπε το φεγγάρι κι ύστερα ένα σύννεφο το έκρυψε και δεν ξαναφάνηκε. Οι πυγολαμπίδες, όμως, δεν άφησαν τη Λουίζα μόνη. Εκείνη άρχισε πάλι να κλαίει. Αυτή τη φορά, όμως, το ένιωθε. Όσο έκλαιγε γινόταν πιο δυνατή κι ένιωθε πως θα μπορούσε να τα καταφέρει ακόμη και αν η ζωή της δεν γινόταν ποτέ όπως πριν. Ακόμη κι αν δεν έβρισκε ποτέ ξανά τα παπούτσια της. Αποφασισμένη όσο ποτέ άρχισε πάλι να τσαλαβουτά στο ποτάμι των δακρύων της κι αυτή τη φορά προχωρούσε κι έλεγε «όπου με βγάλει!»
  Το ποταμάκι την οδήγησε πάλι στην άκρη του δάσους, στην αρχή του. Οι πυγολαμπίδες φώτιζαν τον δρόμο και την έκαναν να μη φοβάται. Η κουκουβάγια ήταν πάλι εκεί.
«Κοίτα τα αστέρια, μικρή μπαλαρίνα, της είπε. Τα έχεις ξαναδεί;»
«Όχι, ποτέ….», είπε η Λουίζα και κοίταξε τα αστέρια μαγεμένη. Ήταν ό,τι πιο υπέροχο είχε δει ποτέ της. Τώρα η λύπη της είχε γίνει γλυκιά, μπορούσε να την αντέξει. Και της μάθαινε τόσα…
«Τα αστέρια θα σου κάνουν ένα δώρο, γλυκό μου κορίτσι, είπε η κουκουβάγια.»
«Τι δώρο;», ρώτησε έκπληκτη η Λουίζα.
«Θα σου δώσουν πίσω τα χαμένα σου παπούτσια. Τα είχε αρπάξει μια καρακάξα, που της άρεσαν επειδή ήταν γυαλιστερά και ήθελε να παίξει μαζί τους για λίγο. Μα ύστερα έχασε τον δρόμο και δεν μπορούσε να σου τα επιστρέψει. Συμβαίνουν τέτοιες ατυχίες στη ζωή μας. Όμως, τα αστέρια είδαν πόσο αγαπάς αυτά τα παπούτσια και πόσο θέλεις να χορέψεις ξανά και να κάνεις πάλι την πόλη σου όμορφη. Έριξαν το φως τους παντού και βρήκαν την καρακάξα. Την οδήγησαν εδώ, να τη τώρα σου φέρνει τα παπούτσια σου…»
   Ένα μαύρο πουλί ήρθε πετώντας κρατώντας στο στόμα του τα παπούτσια της Λουίζας.
«Συγγνώμη, κοριτσάκι, είπε. Δεν ήθελα να σου τα κλέψω. Μόνο να τα δανειστώ για λίγο…»
«Δεν πειράζει, είπε η Λουίζα τρυφερά. Με οδήγησες σε μια περίεργη περιπέτεια και γνώρισα τόσα πράγματα, που δεν θα είχα γνωρίσει ποτέ, αν η ζωή μου δεν είχε αλλάξει.»
Ύστερα πήρε τα παπούτσια της με λαχτάρα και τα φόρεσε όλο χαρά!
«Χόρεψε, μπαλαρίνα μου!», της είπε η κουκουβάγια, που την κοιτούσε συγκινημένη.
  Η Λουίζα άρχισε να χορεύει μέσα στο δάσος και οι πυγολαμπίδες άρχισαν να χορεύουν κι αυτές. Τα αστέρια μπήκαν κι αυτά στον χορό και το φεγγάρι εμφανίστηκε και πάλι και της ψιθύρισε γλυκά:
«Να μην το βάζεις ποτέ κάτω, μικρή μου μπαλαρίνα! Και να θυμάσαι πως δεν ξέρουμε ποτέ πού μας οδηγεί το ποτάμι των δακρύων μας.»
   Η μικρή μπαλαρίνα χόρευε όλη τη νύχτα και σαν ξημέρωσε, όταν ο ήλιος έβαψε κόκκινο τον ουρανό, η πόλη της ζωντάνεψε. Από τα ξυπνητήρια όλων ακούστηκε ένα όμορφο τραγούδι. Οι κάτοικοί της πόλης χαμογελαστοί πήγαν στις δουλειές τους καλημερίζοντας ο ένας τον άλλον. 

Μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κανείς δεν πρόσεξε ένα μικρό βατραχάκι, που τσαλαβουτούσε σε ένα παράξενο, ροζ ποταμάκι…



Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Ο αποχαιρετισμός


   Ο συγγραφέας κοιμόταν βαθιά και κάποια στιγμή ξύπνησε απότομα σαν κάτι να τον ταρακούνησε μέσα στον ύπνο του. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν έξι το πρωί. Την πρωινή ησυχία διατάρασσε το απορριμματοφόρο, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν έξω από την πολυκατοικία στην οποία έμενε. Συνήθως ένιωθε μια περίεργη ευχαρίστηση, όταν ξυπνούσε εκείνη την ώρα και άκουγε τους ήχους του απορριμματοφόρου. Ύστερα άλλαζε πλευρό και ξανακοιμόταν σκεπτόμενος τους υπαλλήλους του Δήμου που ήδη ήταν ξύπνιοι κι έκαναν την άχαρη δουλειά τους. Μα εκείνη τη στιγμή δεν ένιωσε καμία ευχαρίστηση, ούτε σκέφτηκε τους υπαλλήλους του Δήμου. Ίσως αυτό συνέβη επειδή την προηγούμενη μέρα είχε κηδευτεί η γιαγιά του. Κι εκείνος λόγω ενός κατάγματος στο πόδι, που ήδη είχε αρχίσει να θεραπεύεται, δεν είχε καταφέρει να πάει στο χωριό για την κηδεία.
   Η γιαγιά του συγγραφέα ήταν 95 χρόνων, με προχωρημένη άνοια και κατάκοιτη. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια και ήταν μεγάλη ανακούφιση για εκείνον να σκέφτεται πως η ψυχή της επιτέλους θα αναπαυόταν. Πριν πεθάνει δεν αναγνώριζε κανέναν, δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, παρά μόνο βογκούσε όσες φορές τη γυρνούσαν και κοιτούσε με τα μάτια της βυθισμένα στις κόγχες τους με ένα βλέμμα παράξενο. Σαν να τα καταλάβαινε όλα ή τίποτα. Σαν να είχε από καιρό φύγει ή σαν να επέμενε πεισματικά να κρατιέται στη ζωή για κάποιο λόγο που ο ίδιος δεν μπορούσε να σκεφτεί. Στενοχωριόταν που την έβλεπε έτσι μα πιο πολύ ένιωθε μέσα του παγωμένος, αποστασιοποιημένος, είχε αρχίσει σχεδόν να ξεχνά πως αυτό το αδύναμο, πονεμένο πλάσμα ήταν η γιαγιά, που τον είχε μεγαλώσει. Είχε σχεδόν φτάσει να πιστεύει πως έβλεπε απλώς ένα μεγάλο, γερασμένο μωρό που δεν μιλούσε και φορούσε πάνες και πως αυτό το αδύναμο πλάσμα είχε έτσι κάποτε γεννηθεί. Το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνος ήταν να χαϊδεύει πού και πού τα μαλλιά της μα το γερασμένο μωρό πολλές φορές δεν αντιδρούσε ούτε σε αυτό το άγγιγμα και παρέμενε βυθισμένο σε αυτό το παράξενο, κενό τίποτα που ζούσε.
   Ο συγγραφέας δεν αποχαιρέτισε τη γιαγιά του. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, με το πόδι στον γύψο τού ήταν αδύνατο να ταξιδέψει. Όλοι του έλεγαν πως δεν είχε πια σημασία, το θέμα είναι τι κάνεις όταν κάποιος είναι ζωντανός κι εκείνος είχε βοηθήσει στη φροντίδα της. Όμως, η ενοχή τριβέλιζε το μυαλό του και όλο φανταζόταν τον εαυτό του στην κηδεία. Αναρωτιόταν τι θα ένιωθε, όταν έβλεπε τη νεκρή γιαγιά του, πώς θα αντιδρούσε η υπόλοιπη οικογένεια και οι συγγενείς και οι φίλοι της οικογένειας. Αναρωτιόταν αν λίγο θα άλλαζε ο αέρας στο χωριό, αν το θρόισμα των φύλλων θα ήταν διαφορετικό ή αν κάποιο πουλί κάπως διαφορετικά θα κελαηδούσε τώρα που ήταν σίγουρος πως η ψυχή της κάποιου εκεί στα πλακόστρωτα σοκάκια θα τριγυρνούσε για τελευταία μάλλον φορά.
   Από την άλλη ο συγγραφέας ήταν άνθρωπος με αρκετά λογική σκέψη, χωρίς ιδιαίτερες μεταφυσικές ανησυχίες, χωρίς καν να είναι σίγουρος για την ύπαρξη του Παραδείσου ή αυτού του μέρους όπου ίσως όλοι αναπόφευκτα καταλήγουμε. Οπότε πραγματικά απορούσε με τις σκέψεις του και με αυτή τη συγκίνηση που τον βάραινε μιας και δεδομένης της κατάστασης της υγείας της γιαγιάς του πριν πεθάνει δεν την περίμενε. Μα κανείς ποτέ δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει σε έναν θάνατο, ο θάνατος, όπως κι αν έρθει τελικά, ακόμη και πατώντας στις άκρες των δαχτύλων του, θα αγγίξει κάποια χορδή μέσα σου, θα ξυπνήσει κάτι που κοιμάται, κάτι που δεν ήξερες ότι το είχες, κάτι που μπορεί απλώς να φοβόσουν να δεις.
     Ο συγγραφέας σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ήταν μάταιο να προσπαθήσει να ξανακοιμηθεί. Το απορριμματοφόρο είχε φύγει από ώρα και η ησυχία του κυριακάτικου, καλοκαιρινού πρωινού τώρα απέπνεε κάποια αδιόρατη μοναξιά. Με τις πατερίτσες του πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε έναν σκέτο καφέ, αν και συνήθως τον έπινε γλυκό. Βγήκε στο μπαλκόνι, στο τραπεζάκι είχε αφήσει δυο μέρες πριν ένα πακέτο τσιγάρα. Είχε κόψει εδώ και καιρό το κάπνισμα, μα είχε αγοράσει πάλι τσιγάρα, όταν έμαθε ότι πέθανε η γιαγιά του. Δεν είχε καπνίσει κανένα, μα τώρα άφοβα πήρε ένα από το κουτί και το άναψε. Σκέφτηκε πως η γιαγιά του δεν θα χαιρόταν καθόλου με αυτό, την είχε πιάσει μεγάλη ταραχή την πρώτη φορά που τον είδε έφηβο να καπνίζει. Μα δεν θα με δει, σκέφτηκε αμέσως μετά και ρούφηξε τον καπνό νιώθοντας απλώς παράξενα.
     Θα μπορούσες να γράψεις αντί να καπνίσεις, είπε στον εαυτό του, μα πραγματικά δεν ήθελε να γράψει. Τι να έγραφε; Ένα ποίημα για τα χαμένα παιδικά χρόνια; Ένα δοκίμιο για το πόσο εξοστρακίζονται τα γηρατειά σήμερα; Ή απλώς μια ιστορία; Οι ιστορίες συνήθως έρρεαν στο μυαλό του σαν ποταμάκια μα τώρα ήταν τόσο μουδιασμένος. Μερικές φορές απλώς δεν υπάρχει μια ιστορία για αυτό που νιώθεις, σκέφτηκε, και αφέθηκε στο κάπνισμα σαν να ήταν μια πολύτιμη, στιγμιαία παρηγοριά, που θα τον έσωζε.
    Κοιτάζοντας ένα δέντρο απέναντι από το μπαλκόνι του θυμήθηκε τα δέντρα της αυλής στο σπίτι στο χωριό. Εκεί που χτύπησε πολλές φορές τα γόνατά του, που αμέτρητες φορές έκλαψε και γέλασε και έπαιξε και παρατήρησε με περιέργεια τα μικροσκοπικά μυρμήγκια που κουβαλούσαν τα ψίχουλα που τους έριχνε. Ναι, μπορούσε να θυμηθεί την αυλή και τα γδαρμένα του γόνατα, μα όχι τη μορφή της γιαγιάς του, που τον τάιζε, που τον φρόντιζε και έπαιζε μαζί του και του τραγουδούσε. Αυτή η μορφή είχε χαθεί σε κάποιο κυκεώνα του χρόνου εδώ και καιρό και το τρομερό ήταν πως δεν το κατάλαβε. Η φθορά έρχεται ύπουλα όχι μόνο στο σώμα μας μα και στις αναμνήσεις μας. Κάποια στιγμή μεγαλώνεις και συνειδητοποιείς πως έχεις ξεχάσει. Κι αυτό είναι ίσως πιο τρομακτικό από τον ίδιο τον θάνατο.
    Όμως, μπορούσε, ναι, μπορούσε να τη θυμηθεί να κάθεται απέναντί του και να του αφηγείται ιστορίες. Στα γνωστά παραμύθια δεν έβρισκε ενδιαφέρον. Η γιαγιά του, όμως, του έλεγε από τότε που θυμάται τον εαυτό του ιστορίες από την οικογένεια, από το χωριό, από τα παιδικά της χρόνια, από εποχές που ο ίδιος δεν μπορούσε να αγγίξει παρά μόνο μέσα από εκείνη. Ιστορίες για τιμωρητικούς, σχεδόν σαδιστικούς πατέρες, για ξένους κατακτητές, για αγνά κορίτσια, για αγροτικές δουλειές και οικογενειακές κατάρες. Κι εκείνος την άκουγε με το στόμα σχεδόν ανοιχτό και ήθελε όλο και περισσότερες ιστορίες να μαθαίνει κι έμαθε έτσι στη ζωή του να ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους, να κυνηγά τις ιστορίες τους και τελικά να τις σκαρφίζεται και να τις γράφει. Η γιαγιά του δεν είχε διαβάσει κανένα βιβλίο του μα τι σημασία είχε αφού η ίδια είχε γίνει για εκείνον ένα βιβλίο ζωντανό, που μπορούσε να το ξεφυλλίζει όποτε ήθελε και να ζωγραφίζει ο ίδιος με το παιδικό του μυαλό τις εικόνες του. Κι αν τελικά τα γηρατειά κατέλαβαν το σώμα της και το μυαλό της και θα νόμιζε κανείς πως δεν είχαν αφήσει τίποτα στο τέλος, εκείνος σβήνοντας το τσιγάρο του συνειδητοποίησε πως τα γηρατειά δεν άγγιξαν την αγάπη του για τις ιστορίες κι αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό δώρο που του χάρισε ποτέ κανείς.
   Δεν είχε λοιπόν και τόση σημασία που οι μνήμες του ήταν θολές, που το παιδί μέσα του είχε μικρύνει τελικά πολύ, είχε στριμωχθεί, ναι, είχε αρκετά ξεχαστεί. Οι ιστορίες θα ήταν πάντα ένα φως από τότε, ένα φως που ήλπιζε να μη σβήσει ποτέ, ένα φως από την αγάπη αυτής της γυναίκας που τον φρόντισε τόσο και τον αγάπησε. Η γιαγιά του δεν ήξερε γράμματα και δεν είχε γράψει ποτέ τίποτα, μα ναι, τώρα ξαφνικά θυμήθηκε πως έφτιαξε ένα βράδυ ένα παραμύθι  με πρωταγωνιστή εκείνον. Ένα παραμύθι στο οποίο ο μικρός συγγραφέας σήκωνε το λευκό του μαντίλι για να σώσει τον εαυτό τους και τους φίλους του, που είχαν σχεδόν θαφτεί ζωντανοί από το χιόνι σε κάποιο περιβόλι.
   Ο συγγραφέας μόλις θυμήθηκε το παραμύθι με το μαντίλι άρχισε να κλαίει  μέσα στην πρωινή, κυριακάτικη ησυχία και τα δάκρυα ήταν λυτρωτικά σαν λέξεις, που γράφει μια ταραγμένη ψυχή.  Δεν κάπνισε άλλο, ούτε έγραψε τίποτα, μόνο εκεί στο μπαλκόνι του από μακριά αποχαιρετούσε για ώρα τη γιαγιά του.
     Και τώρα πια έβλεπε καθαρά πως όταν φροντίζεις, όταν δίνεις τον εαυτό σου, όταν μαθαίνεις κάτι σε ένα μικρό παιδί ένα κομμάτι σου είναι σαν να μην πεθαίνει ποτέ.