Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Το τελευταίο ραντεβού με τη Δεσποινίδα Φοβία

"Είμαι ηθοποιός. Και ολίγον φοβική. Φοβάμαι τα ύψη, τις αρρώστιες, τα ατυχήματα, τα σκυλιά, τους επικίνδυνους ανθρώπους και διάφορα άλλα. Καλλιτέχνης, καταλαβαίνετε... Όλοι εμείς οι καλλιτέχνες κάποιο πρόβλημα πρέπει να έχουμε! Αν δεν υποφέρεις από κάτι, δεν στρέφεσαι στην τέχνη. Δεν  προσπαθείς να εκφραστείς, να διαφύγεις ή έστω να διερευνήσεις, όταν έχεις αληθινή γαλήνη." Κάπως έτσι συστηνόταν πάντα, όταν γνώριζε κάποιον και συνήθως της χαμογελούσαν με συμπάθεια.
   Ολίγον φοβική. Ή και πολύ; Από μικρή; Δεν μπορούσε να θυμηθεί από πότε. Ίσως να ήταν και έφηβη. Μα πραγματικά, δεν μπορούσε να ξέρει. Μήπως αφότου ενηλικιώθηκε; Είναι παράξενο να ψάχνεις τον εαυτό σου στο παρελθόν και να μη θυμάσαι. Όπως και να' χει, κάποια στιγμή στη ζωή της άρχισε να έχει κοντά της αυτήν την παράξενη φίλη. Τη Δεσποινίδα Φοβία. Ναι, αν έπρεπε να την περιγράψει, θα ήταν δεσποινίδα μεσήλικη. Μοναχική, ψηλή, αδύνατη και στρυφνή. Με μαύρη, μακριά στενή φούστα, κουμπωμένο πουκάμισο μέχρι τον λαιμό, κότσο και γυαλιά. Κατά βάση αγέλαστη, μα καμιά φορά της ξέφευγε και κανένα γελάκι. Κάπως έτσι ήταν η Δεσποινίς Φοβία. Ερχόταν να την επισκεφθεί συχνά. Πριν τις πρεμιέρες, πριν τα ταξίδια, συνήθως πριν κάθε αλλαγή, πριν κάθε τι νέο. Πριν κάτι σχεδιάσει, πριν καν ονειρευτεί.
"Τι κάνεις;", τη ρωτούσε αυστηρά η Δεσποινίς Φοβία εκείνα τα βράδια.
"Να εδώ, ετοιμάζομαι...", της έλεγε εκείνη και της  άφηνε λίγο χώρο για να καθίσει δίπλα της.
"Σε βρίσκω πολύ χαλαρή και καθόλου σε επαγρύπνηση. Οι καιροί είναι επικίνδυνοι. Η πόλη είναι επικίνδυνη. Η ζωή είναι επικίνδυνη", έλεγε η δεσποινίς Φοβία με μια ψιλή, σχεδόν τσιριχτή φωνή.
"Εντάξει, συνήθως κάπως επιβιώνουμε", απαντούσε εκείνη.
"Όχι πάντα. Πρέπει να είσαι έτοιμη για όλα."
"Εντάξει, μουρμούριζε απρόθυμα εκείνη. Τι πρέπει να κάνω;"
"Να προετοιμάζεσαι. Σκέψου ένα σενάριο για την κάθε πιθανότητα. Πώς θα σε βρει το κακό και πώς μετά θα δράσεις. Τι πιθανές διέξοδοι υπάρχουν από την κρίση. Τι θα σε βοηθήσει και τι όχι. Τελικά αναλογίσου αν θα μπορέσεις να τα καταφέρεις μόνη σου ή αν θα χρειαστείς άλλα άτομα."
Η Δεσποινίς Φοβία κουνούσε το δάχτυλο και τα μάτια της ήταν σχεδόν κλειστά, όταν έδινε τις οδηγίες.
"Αν θα μπορέσω να τα καταφέρω μόνη μου; Δεν νομίζω...", εκεί άρχιζε να νιώθει πραγματικά άβολα.
"Τότε πρέπει να προετοιμαστείς ακόμη περισσότερο. Να σκεφτείς πώς θα τα καταφέρεις, αν θα εντελώς είσαι μόνη σου στην κάθε πιθανή κατάσταση. Γιατί πάντα υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο, ξέρεις."
"Μα είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να τα σκέφτομαι όλα αυτά."
"Το ξέρω. Μα οι καιροί είναι δύσκολοι. Η ζωή είναι δύσκολη. Οι κίνδυνοι καιροφυλακτούν."
"Ναι, το είπαμε αυτό, Δεσποινίς Φοβία!",επαναστατούσε εκείνη.
"Το είπαμε, ναι! Το υπενθυμίζω γιατί είναι μεγάλης σοβαρότητος!", ανέβαζε αυστηρά τον τόνο της φωνής της η Δεσποινίς Φοβία.
"Νομίζω πως θέλω να κοιμηθώ τώρα", της έλεγε εκείνη και τα μάτια της έκλειναν.
"Φυσικά. Κοιμήσου, γλυκιά μου. Θα σε επισκεφθώ ξανά σύντομα..."
Ύστερα η Δεσποινίς Φοβία την αγκάλιαζε. Δεν ήταν ζεστή η αγκαλιά της μα την είχε συνηθίσει. Την είχε συνηθίσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσε να ζει χωρίς εκείνη. Όλα τα συνηθίζει κανείς. Ακόμη και μια δυσάρεστη, θα έλεγε κανείς, τέτοια αγκαλιά. Κι ύστερα ξάπλωνε για να κοιμηθεί. Άλλοτε τα κατάφερνε, άλλοτε όχι. Την άλλη μέρα ξυπνούσε και κάποια στιγμή ως το μεσημέρι η Δεσποινίς Φοβία εμφανιζόταν πάλι. Μα τελικά, αν φίλος είναι αυτός που βλέπεις πιο συχνά από όλους, η Δεσποινίς Φοβία ήταν η καλύτερή της φίλης αναμφισβήτητα. Κι αυτό γινόταν για χρόνια.
   Εκείνο το βράδυ, μετά από μια επιτυχημένη παράσταση ήρθε στο καμαρίνι της να τη συγχαρεί ένας γνωστός σκηνοθέτης. Κάπως ιδιόρρυθμος, είχε ακούσει, μα με πολύ καλό όνομα και μεγάλη φήμη. Εκείνη συστήθηκε όπως πάντα.  Ολίγον φοβική.
"Ολίγον φοβική. Φοβάμαι τα ύψη, τις αρρώστιες, τα ατυχήματα, τα σκυλιά, τους επικίνδυνους ανθρώπους και διάφορα άλλα. Καλλιτέχνης, καταλαβαίνετε... Όλοι εμείς οι καλλιτέχνες κάποιο πρόβλημα πρέπει να έχουμε. Αν δεν υποφέρεις από κάτι, δεν στρέφεσαι στην τέχνη. Δεν  προσπαθείς να εκφραστείς, να διαφύγεις ή έστω να διερευνήσεις, όταν έχεις αληθινή γαλήνη."
Περίμενε να της χαμογελάσει ο σκηνοθέτης. Συνήθως όλοι της χαμογελούσαν με συμπάθεια.
"Μμμμμ, ολίγον φοβική; Αληθινά δεν σας ταιριάζει καθόλου κάτι τέτοιο! Δεν θα έπαιρνα ποτέ στον θίασό μου ένα άτομο ολίγον φοβικό! Ποιος αληθινός καλλιτέχνης μπορεί να ενδώσει στον φόβο; Η τέχνη είναι τόλμη, είναι θάρρος, είναι δύναμη! Μα πραγματικά γιατί χρειάζεστε να είστε ολίγον φοβική; Αλήθεια, το έχετε σκεφτεί ποτέ;"
Εκείνη πραγματικά δεν ήξερε τι να πει. Δεν της είχε ξανασυμβεί να μην της χαμογελούν. Και τι ερώτηση ήταν αυτή; Γιατί χρειαζόταν να είναι ολίγον φοβική;
"Δεν θα σας έπαιρνα ποτέ σε παράστασή μου, αν και έχετε σίγουρα ταλέντο", συνέχισε ο σκηνοθέτης και την αποχαιρέτισε φιλώντας της το χέρι κάπως ψυχρά. Έφυγε με σηκωμένο το κεφάλι, σαν θιγμένος και με γρήγορα βήματα.
Εκείνη τώρα ένιωσε πραγματικά άσχημα. Περίεργα. Θύμωσε. Μα πιο πολύ απόρησε. Συνήθως γινόταν εύκολα συμπαθητική στους γύρω της, οι περισσότεροι δε προσπαθούσαν να την προστατέψουν και πολύ συχνά τη θαύμαζαν παρά τη δυσκολία της.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήρθε και κάθισε αθόρυβα δίπλα της η δεσποινίς Φοβία.
"Δεσποινίς Φοβία! Με τρομάξατε!", της φώναξε ταραγμένη, όταν την είδε ξαφνικά.
"Έτσι πρέπει!", είπε η δεσποινίς Φοβία και γέλασε κοφτά και η φωνή της βγήκε σαν σφύριγμα.
Ένιωσε περίεργα. Σαν να μην την ήθελε τώρα.
"Οι καιροί είναι δύσκολοι και επικίνδυνοι, η πόλη είναι επικίνδυνη αλλά και η επαρχία μερικές φορές. Οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει επικίνδυνοι, ω, αυτή είναι η πιο φρικτή αλήθεια..."
"Δεσποινίς Φοβία, να σας ρωτήσω κάτι;", τη ρώτησε με θάρρος. Είχε θάρρος. Στο κάτω-κάτω καλλιτέχνης ήταν!
"Ακούω", είπε η Δεσποινίς Φοβία και καθάρισε τα γυαλιά της.
"Γιατί έρχεστε συνεχώς;"
"Γιατί με χρειάζεσαι."
"Γιατί σας χρειάζομαι;"
"Για παρέα."
"Για παρέα;"
"Εσύ με καλείς."
"Εγώ σας καλώ;"
"Με τον τρόπο σου. Επειδή βαριέσαι εύκολα. Επειδή έχεις μεγάλη φαντασία. Επειδή σου αρέσει να σε προσέχουν, να σε προστατεύουν, να σε φροντίζουν."
Δεν ήξερε τι να πει. Μα πραγματικά δεν το είχε καταλάβει πως τα έκανε όλα αυτά.
"Δεσποινίς Φοβία..."
"Ακούω", είπε η Δεσποινίς Φοβία και ίσιωσε τη μαύρη της φούστα.
"Νομίζω...", είπε δειλά.
"Ναι;", είπε η Δεσποινίς Φοβία και έφτιαξε λίγο τον κότσο της.
"Νομίζω πως δεν θα σας ξαναχρειαστώ άμεσα. Ευχαριστώ για την παρέα σας. Ήταν αρκετά δυσάρεστη τόσα χρόνια, μα... Ήταν έστω κι έτσι κάποια παρέα."
"Όπως νομίζεις. Αντίο."
Η Δεσποινίς Φοβία τής έσφιξε το χέρι.
"Ξέρω ότι δεν σου άρεσαν οι αγκαλιές μου", είπε μόνο.
"Αντίο. Και πάλι, ευχαριστώ για όλα..."
"Ίσως τα ξαναπούμε."
"Ίσως. Ίσως κι όχι", η φωνή της ήταν τρομερά αποφασιστική αλλά όπως ενός παιδιού, που δεν ξέρει αν θα τα καταφέρει τελικά. Αυτό ήταν. Η Δεσποινίς Φοβία εξαφανίστηκε.
     Το καμαρίνι, σαν αν είχε καθαρίσει από ρυπαρό αέρα. Και εντελώς μόνη, συστηνόταν στον καθρέφτη της.
"Ηθοποιός. Και πρώην ολίγον φοβική..."
Και τώρα, μετά από αυτό το τελευταίο ραντεβού με τη Δεσποινίδα Φοβία, αυτός ο συνήθως αγέλαστος καθρέφτης, όπως συνήθως όλοι όσοι τη γνώριζαν,  της χαμογελούσε...




Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΕ ΦΟΡΑ

Τέλη Σεπτεμβρίου. Το καλοκαίρι φάνταζε ατέλειωτο μα τώρα ξαφνικά μαζεύτηκαν μερικά σύννεφα στον ουρανό και ένιωθε αυτή τη γλυκιά ψύχρα του φθινοπώρου. Δεν θα είναι για πολύ, η ζέστη θα ξανάρθει. Μα πού πήγαν οι εποχές; Δεν μπορούσε παρά να θυμάται ότι, όταν ήταν μικρή, υπήρχαν τέσσερις διαφορετικές εποχές. Ο πλανήτης αλλάζει και αναπροσαρμόζεται, στην άλλη του κόσμου τυφώνες πνίγουν και καταστρέφουν και καμιά φορά αναρωτιόταν αν η γη θα επιβιώσει τελικά. Μεγάλα ερωτήματα και είμαστε τόσο, μα τόσο μικροί...
    Διάφορα τέτοια σκεφτόταν και περπατούσε γρήγορα εκείνη την ημέρα. Πάντα περπατούσε γρήγορα. Σαν να την κυνηγούσαν; Επειδή η ζωή είναι μικρή και πρέπει να προλάβεις; Ποιος ξέρει. Κάποτε νόμιζε πως μπορούσε να αναλύσει τα πάντα στη ζωή της, πως κάθε μικρή λεπτομέρεια του χαρακτήρα της μπορούσε να αποδοθεί σε κάποιο χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος ανατροφής της. Πως με μαθηματική ακρίβεια φτιάχνεται ο άνθρωπος. Τώρα είχε αλλάξει γνώμη. Έβλεπε την προσωπικότητα του ανθρώπου ως κάτι μαγικό, που έρχεται κάπως, κάπως διαπλάθεται κι ύστερα συνεχώς αλληλεπιδρά και όλο αλληλεπιδρά, φτιάχνει και φτιάχνεται και εκεί δεν υπάρχουν πάντα εξηγήσεις ή τέλος ή αρχή. Η υπερανάλυση την έκανε να νιώθει πως μπορούσε να έχει κάποιο έλεγχο σε όσα της συνέβαιναν μα τελικά είχε αποδειχθεί πως ήταν κι ένα μικρό, καθημερινό μαρτύριο. Μερικές φορές πρέπει απλώς να ζούμε...
    Κοίταξε το ρολόι της. Δαγκώθηκε. Είχε αργήσει πολύ. Δεν της άρεσε να αργεί. Η τυπικότητα ήταν στα βασικά της προσόντα. Από μικρή, σαν να είχε μέσα της ένα εσωτερικό ρολόι πολύ καλά ρυθμισμένο, που ανταποκρινόταν άψογα στις εξωτερικές απαιτήσεις. Τα έκανε όλα εγκαίρως. Μα τώρα μεγάλωνε και μερικά πράγματα άλλαζαν. Μπορούσε λοιπόν και να αργεί λίγο; Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους ασυνεπείς, που αργούν ή δεν εμφανίζονται στα ραντεβού τους, που δεν απαντούν στο τηλέφωνο και δεν ολοκληρώνουν τα όσα έχουν αναλάβει ή που ανεύθυνα κάνουν τη δουλειά τους λάθος. Κι όμως ο κόσμος συνεχίζει παρόλα αυτά να προχωρά. Θα μπορούσε να της συγχωρέσει μια καθυστέρηση ακόμη και μιας ώρας; Μάλλον ναι. Μάλλον όσο μεγαλώνεις, πρέπει να συγχωρείς τις αδυναμίες σου. Κι αν δεν έχεις αδυναμίες, ίσως είναι καιρός να αποκτήσεις μερικές...
    Κι ύστερα ξαφνικά ξέχασε πού έπρεπε να πάει. Το μυαλό της κόλλησε, σταμάτησε, σαν να μην υπήρχε. Πού βρισκόταν; Ο δρόμος της φαινόταν γνωστός μα δεν τον αναγνώριζε. Το ρολόι της τής έλεγε πως έπρεπε πριν μια ώρα να βρίσκεται κάπου εκεί κοντά μα δεν ήξερε πού. Η καρδιά της σφίχηκε. Πάλι το έπαθε. Αυτό ήταν κάτι πολύ σοβαρό. Το μέλλον ερχόταν κατά πάνω της δυσοίωνο. Όπως οι τυφώνες που έβλεπε στην τηλεόραση, που στην άλλη άκρη του κόσμου κατέστρεφαν ζωές μα ήταν πολύ μακριά για να το πιστέψει. Ένιωσε τα χέρια της να ιδρώνουν. Πάλι; Πού βρισκόταν; Πού έπρεπε να πάει; Γιατί είχε αρχίσει να ξεχνάει; Βρισκόταν έξω από ένα μικρό παρκάκι, μια μικρή πράσινη όαση μέσα στο γκρίζο. Μπήκε στο πάρκο και κάθισε σε ένα παγκάκι . Όταν κάτι έρχεται κατά πάνω σου με τέτοια φόρα, πρέπει να βρίσκεις τρόπους να παίρνεις ανάσες..
    Στο παγκάκι καθόταν μια νεαρή μαμά με ένα κοριτσάκι περίπου τεσσάρων χρόνων. Προσπαθούσε να το ταϊσει μα το παιδί δεν ήθελε, γκρίνιαζε και όλο της έφευγε. Η νεαρή μαμά έδειχνε απελπισμένη. Την κοίταξε με συμπάθεια. Εκείνη θυμήθηκε τον εαυτό της, όταν ήταν η ίδια νεαρή μαμά. Χωρισμένη, με δύο παιδιά, χωρίς βοήθεια. Ήταν πάντα λαχανιασμένη και τα βράδια έκλαιγε αθόρυβα. Νόμιζε πως τα χρόνια δεν θα περνούσαν ποτέ. Ευχόταν να περάσει η ζωή της και να πεθάνει. Τώρα να, βρισκόταν σε ένα παγκάκι και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της είχε σχεδόν περάσει.  Ευχόταν να μπορούσε να έχει έστω και λίγη από την απελπισία της κοπέλας.
"Δεν πειράζει κι αν δεν φάει", είπε στη νεαρή μαμά.
Εκείνη την κοίταξε το ίδιο απελπισμένη, σαν να μην είχε ενέργεια να μιλήσει και της χαμογέλασε αμήχανα.
"Κοίτα τη δουλειά σου, είπε στον εαυτό της. Τι ανακατεύεσαι σε ξένες υποθέσεις; Ούτε εσένα σου άρεσε τότε να σου κάνουν παρατηρήσεις οι μεγαλύτερες γυναίκες. Πάρε μια ανάσα. Πρέπει να θυμηθείς πού έχεις να πας."
Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Τα μάτια της βούρκωσαν. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά της.
"Είστε καλά;", τη ρώτησε η νεαρή μαμά.
"Ναι. Δηλαδή όχι. Ξαφνικά δεν θυμάμαι πού πρέπει να πάω. Είναι η τρίτη φορά που το παθαίνω."
Η κοπέλα δεν ήξερε τι να πει. Το κοριτσάκι ήρθε μπροστά της και κοιτούσε επίμονα τα δάκρυα στα μάγουλά της.
"Μαμά, η κυρία είναι δυστυχισμένη;"
"Σςςς!, φώναξε η μαμά της. Έλα να φας το γιαούρτι σου!"
"Δεν θέλω!"
"Έλα!", φώναξε πάλι η νεαρή μαμά και τράβηξε το κοριτσάκι απότομα από το χέρι.
    Η μικρή έβαλε τα κλάματα. Η μαμά της μάλλον ένιωσε ενοχές που την πόνεσε, βούρκωσε κι εκείνη. Τα μάτια της ήταν μαυρισμένα από την κούραση.
Και οι τρεις τους άρχισαν να κλαίνε με αναφιλητά στο παγκάκι και ένας περαστικός κύριος τις κοίταξε με απορία.
"Στο γιατρό! Στο γιατρό πρέπει να πάω! Είναι στο επόμενο στενό!".
Ξαφνικά θυμήθηκε! Τι ευτυχία! Δεν θα έμενε για πάντα έτσι, χαμένη σε έναν δρόμο που κάτι αδιόρατα μόνο τής θύμιζε! Θυμήθηκε! Ευχαρίστησε από μέσα της τον Θεό, την Παναγία και όλους τους αγίους και σηκώθηκε σχεδόν χοροπηδώντας σκουπίζοντας τα μάτια της.
"Μαμά, η κυρία είναι άρρωστη; Γιατί θα πάει στο γιατρό;", ρώτησε το κοριτσάκι και ρούφηξε τη μύτη της.
"Σςςς, έλα να φας το γιαούρτι σου", είπε η μαμά της και ρούφηξε κι εκείνη τη μύτη της.
"Θυμήθηκα! Είμαι καλά τώρα, γεια σας", ένιωσε μια ανεξήγητη ανάγκη να ενημερώσει την κοπέλα και να τη χαιρετίσει.
"Γεια σας, περαστικά...", είπε αμήχανα εκείνη, ακόμη βουρκωμένη.
"Περαστικά!", φώναξε και η μικρή.
"Σςςςς...", της είπε η μαμά της.
     Τώρα απομακρυνόταν και δεν ήξερε πώς να νιώσει. Ήταν χαρούμενη γιατί είχε θυμηθεί μα και λυπημένη που το έπαθε πάλι. Ένιωθε ελπίδα μα ήταν και αγχωμένη. Τι θα της έλεγε ο γιατρός; Αν ήταν αυτό που φοβόταν; Τελείωσε λοιπόν η ζωή της; Μπορεί να ήταν και από το άγχος. Ναι, αγχωνόταν πολύ για όλα και αυτό έπρεπε να σταματήσει...
     Όταν κάτι έρχεται πάνω σου με δύναμη, πρέπει να βρίσκεις λίγο χώρο, λίγο χρόνο για μερικές ανάσες. Περπατώντας αργά άρχισε να επεξεργάζεται τον ουρανό. Μια γεύση από φθινόπωρο. Αυτή η όμορφη ψύχρα. Μερικά περιστέρια που πετούσαν στα κλαδιά των δέντρων. Η ροή της πόλης, αυτή η ζωντανή ροή με την τόση φασαρία. Κι αυτή εκεί, μέσα σε όλα αυτά μπορούσε ακόμη να παίρνει ανάσες. Για τώρα, ναι, ήταν αρκετό.
"Φάε το γιαούρτι σου", άκουσε τη νεαρή μαμά από μακριά.
    Το κορίτσι είχε απομακρυνθεί και κυνηγούσε ένα περιστέρι. Έτσι που έτρεξαν για μια στιγμή και οι δύο, σαν να είδε  τη δική της ζωή, που τώρα κατηφόριζε με φόρα....
 



Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Απροδιόριστα

Ήταν τέλη καλοκαιριού σε έναν παραθαλάσσιο οικισμό και σε ένα μπαλκόνι μια γυναίκα άκουγε τα βήματα του Αυγούστου, που είχε ήδη αρχίσει να ξεμακραίνει. Δεν έχει μεγάλη σημασία ποια ήταν αυτή η γυναίκα, πώς την έλεγαν ή τι ηλικία είχε. Θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε όνομα, να είναι νεαρή φοιτήτρια ή μεσήλικη ή να είναι τριαντα πέντε χρόνων. Ή και μεγάλη, πολύ μεγάλη. Το θέμα είναι όμως εκεί κάτω από τα άστρα ένιωθε πάλι μικρό κορίτσι, οπότε ας μείνουμε σε αυτό. Ούτε έχει νόημα να αναφέρουμε την οικογενειακή της κατάσταση. Μπορεί να ήταν πρόσφατα χωρισμένη ή έγκυος ή να είχε ήδη δύο παιδιά, που την κούραζαν πολύ ή να είχε ένα εγγόνι που λάτρευε. Ή να μην ήθελε ποτέ να κάνει παιδιά ή ακόμη και να το σκεφτόταν. Μπορεί να αγαπούσε τον άντρα της ή να μην ήθελε κανέναν άντρα στη ζωή της ή να ήταν πληγωμένη ή να ευχόταν να βρει τον έρωτα ξανά ή για πρώτη φορά. Τίποτε από όλα αυτά που συνήθως μας καθορίζουν δεν είχε τότε σημασία. Γιατί εκείνο το βράδυ σε αυτό το μπαλκόνι ένιωθε να αιωρείται μόνη, ολομόναχη στον κόσμο. Και αν και παράξενο, αυτό της άρεσε.
Όλα στο σκοτάδι έδειχναν αλλιώς. Το κόκκινο χρώμα της βοκαμβίλιας δεν φαινόταν. Το φυτό έμοιαζε με τεράστιο χέρι που είχε αρπάξει το μπαλκόνι. Τα γύρω σπίτια ήταν άδεια και σκοτεινά. Οι παραθεριστές είχαν φύγει. Ακόμη και τα τζιτζίκια, που τα ζεστά βράδια τραγουδούσαν, είχαν πάψει. Η θάλασσα πέρα μακριά, δεν φαινόταν. Και το φεγγάρι σαν να το είχε κόψει από κιτρινωπό χαρτόνι ένα μικρό παιδί για να παίξει.
Ήταν η ηρεμία γύρω της άραγε αυτό που γαλήνευε την ψυχή της; Ω, μην νομίσετε πως η γυναίκα αυτή δεν είχε έγνοιες και προβληματισμούς. Συχνά τη βασάνιζε μια αδιόρατη κακή ψυχική διάθεση. Είχε δυσκολίες όπως όλοι. Συναντούσε απογοητεύσεις, απρόοπτα, δυσκολίες και συχνά οι σχέσεις της με άλλους ήταν τεταμένες. Όχι, μη ρωτήσετε, σας παρακαλώ, τι συγκεκριμένα προβλήματα είχε. Ξέρω, όλοι έχουμε μια ροπή στην περιέργεια και στην ηδονοβλεψία, συχνά δε ανακουφιζόμαστε, όταν κάποιος υποφέρει περισσότερο από εμάς. Προσπαθήστε να συγκρατήσετε αυτές τις τάσεις σας. Γιατί πραγματικά εκείνο το βράδυ τίποτε από αυτά δεν είχε σημασία.
Ξέχασα να σας αναφέρω πως τα ακουστικά στα αυτιά της τής έφερναν τους ήχους ενός πιάνου. Ναι, ένα πιάνο μέσα στη νύχτα μπορεί να σε γαληνέψει, ειδικά όταν κοιτάζεις το μισοφέγγαρο και μερικά αστέρια και αρχίζεις να αποχαιρετάς το καλοκαίρι και όλοι γύρω σου λείπουν και νιώθεις τόσο σαν μικρό παιδί που για λίγα δευτερόλεπτα ξεχνάς κι εσύ ακόμη ο ίδιος ποιος ή πού είσαι.
Μέσα στην ομορφιά της ήσυχης νύχτας ήρθαν να προστεθούν μερικές πυγολαμπίδες. Μα ήταν τόσο χαριτωμένες, σχεδόν εξωπραγματικές. Στην πόλη δεν βλέπεις ποτέ πυγολαμπίδες. Μόνο ψεύτικα φώτα να κυλάνε στις λεωφόρους. Όμως δεν είχε σημασία ούτε η πόλη. Γιατί τώρα ήταν σε εκείνο το μπαλκόνι, μακριά από κάθε φασαρία. Μόνο το πιάνο υπήρχε και τίποτε άλλο, λίγο μελαγχολικό μα τόσο αληθινό που η μελαγχολία του γινόταν σχεδόν εθιστική.
Το ξέρω ότι σύντομα θα αρχίσετε να εκνευρίζεστε. Τι ιστορία είναι αυτή; Τι είναι όλα αυτά τα απροσδιόριστα; Χωρίς το μέρος, την ηλικία της ηρωίδας, την οικογενειακή της κατάσταση, τα προβλήματά της; Απλώς κάθεται σε ένα μπαλκόνι και κοιτάζει πυγολαμπίδες; Ω, αυτός ο ρομαντισμός δεν ταιριάζει πια στην εποχή μας! Γιατί τίποτα από όσα θεωρούμε σημαντικά να μην έχει σημασία; Μόνο ένα πιάνο! Μα ποιος μπορεί σήμερα να νοιαστεί αληθινά για τον ήχο ενός πιάνου;
Δεν σας κατηγορώ μα δεν θα μπορέσω να αποκαλύψω περισσότερα. Νομίζω πως έτσι θα ήθελε αυτή η γυναίκα εκείνο το βράδυ. Να μην καθορίζεται από κανέναν. Να μην σκέφτεται τίποτα, να μην  εύχεται τίποτα. Να μην υπάρχει με τον τρόπο που συνήθως υπάρχουμε. Μα είναι πολύ αγχωτικός αυτός ο τρόπος, δεν το ξέρετε; Ίσως να τη ζηλεύετε λίγο κι ας μην το παραδέχεστε...
Εντάξει, δεν θα επιμείνω. Δεν είναι η εποχή μας για τέτοιες ιστορίες. Το φεγγάρι δεν είναι πια συντροφιά για κανέναν.
Μα φυσικά θα τελειώσω την ιστορία. Η γυναίκα ένιωσε γαλήνη για αρκετή ώρα. Ένιωσε να είναι μια κουκκίδα μέσα στο σύμπαν χωρίς θυμό, προσδοκίες, φόβο, λύπη, χωρίς ούτε χαρά. Ένιωσε πως δεν έλεγχε τίποτα στον απέραντο κυκεώνα που λέγεται ζωή, σύμπαν, κόσμος. Και σαν για λίγο να πέταξε. Ή έτσι τέλος πάντων νόμισε, όπως νομίζουν τα παιδιά καμιά φορά όταν κουνάνε τα χέρια και τρέχουν φωνάζοντας.
Κι ύστερα από λίγο άρχισε να φυσάει.
Το πιάνο άρχισε να γίνεται ενοχλητικό τώρα στα αυτιά της.
Το φεγγάρι είχε κρυφτεί εδώ και ώρα.
Η γυναίκα μπήκε μέσα, επέστρεψε στο όνομά της, την ηλικία της, την οικογένειά της ή στη μοναξιά της. Στη ζωή της και στα προβλήματά της. Στις ευχές και στις προσδοκίες της.
Σύντομα θα επέστρεφε και στην πόλη.
Μέσα στο ψυχρό αεράκι έξω από τον οικισμό και πιο πέρα μακριά, ο Αύγουστος συναντούσε τον Σεπτέμβρη.
"Έρχομαι", ψιθύρισε μόνο ο μελαγχολικός, φθινοπωρινός μήνας κι ύστερα φύσηξε πιο πολύ.
Οι πυγολαμπίδες συνέχισαν να λάμπουν μέσα στο σκοτάδι.
 Όπως αυτό που συνεχίζεται, όταν κάτι τελειώνει.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

"Απόψε θα ευχηθώ, σκεφτόταν
Και στη βροχή αστεριών που θα'ρθει
Σίγουρα θα χωρέσουν κάποιες
Μοναχικές ευχές του Αυγούστου"







Έτσι ξεκίνησε για να βρεθεί κάπου
Να είναι μόνος χωρίς άλλους
Να βρει τον έναστρο ουρανό μονάχο
Στον ώμο του έναν σάκο είχε
Και μέσα είχε στριμώξει τις ευχές του

Περπάτησε πολύ για ώρες
'Υστερα κάτω από ένα δέντρο
Κάθισε αποφασισμένος
Στ' αστέρια που ήταν έτοιμα να πέσουν
Να στείλει τα μεγάλα όνειρά του

Μα ήταν τόσο κουρασμένος
Απ' το μεγάλο του ταξίδι
Για λίγο έκλεισε τα μάτια

Όλη τη νύχτα πεφταστέρια
Ταξίδευαν στον ουρανό

Οι ευχές του ξετρύπωσαν και φύγαν
Χάθηκαν γρήγορα μέσα στο δάσος

Όλη τη νύχτα πεφταστέρια
Ταξίδευαν στον ουρανό

Κι εκείνος ήσυχα σαν παιδί κοιμόταν


(Γιατί οι ευχές είναι προορισμένες
μονάχα για να ξεγλιστράνε.
Συνήθως όταν τ'άστρα πέφτουν
είμαστε αποκοιμισμένοι...)



Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Παραδίδονται Μαθήματα Ζωγραφικής Εντός του Καταστήματος

   
Κάπου εκεί στον ύπνο του εκείνο το βράδυ ξετρύπωσε από σκέψεις τόσο μακρινές μια κοπέλα, που όταν ήταν φοιτητής είχε ερωτευτεί και δεν το είχε πει σε κανέναν. Εκείνος σύχναζε σε μια καφετέρια κοντά στο Πανεπιστήμιο, φορτωμένος κάθε φορά με βιβλία και σημειώσεις κι εκείνη δούλευε σε μια γκαλερί απέναντι και μερικές φορές ήταν καθισμένη στο μεγάλο σκαλί έξω και κάπνιζε με ένα βλέμμα που θύμιζε εύθραυστο κορίτσι από άλλη εποχή. Την κοιτούσε γεμάτος λαχτάρα ένα απόγευμα και κάποια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και ήταν σαν να είχαν μιλήσει, σαν να είπαν πολλά μέσα σε δύο δευτερόλεπτα, σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός ή σαν να ξαναγεννήθηκε. Έκτοτε καταλάβαινε πως η κοπέλα κάπνιζε πιο συχνά έξω για να τον κοιτάζει ή άλλες φορές καθόταν σε συγκεκριμένο σημείο μέσα στη γκαλερί από όπου τα βλέμματά τους κλεφτά μπορούσαν πάλι να συναντιούνται για λίγο κι ύστερα τάχα να απομακρύνονται για να βρεθούν πάλι λίγο μετά κι ήταν όλοι αυτοί οι διάλογοι των ματιών ένας χείμαρρος μέσα στην καρδιά του. 
    Εκείνα τα χρόνια ήταν ένας πολύ επιμελής νέος, γεμάτος υποχρεώσεις, αφοσιωμένος στις σπουδές του στη Νομική, η περηφάνια των γονιών του και όλων των συγγενών, όμως συχνά τα βράδια ξυπνούσε ξαφνικά με ταχυπαλμίες κι ένιωθε πως ήθελε να τρέξει για κάπου μακριά. Η γκαλερί, στην οποία δούλευε η κοπέλα που χωρίς να γνωρίζει είχε αγαπήσει, ήταν ένας κόσμος που τον γοήτευε. Οι πίνακες ήταν γεμάτοι χρώματα έντονα ή μελαγχολικά, γεμάτοι εικόνες κατακερματισμένες σύγχρονες ή τοπία ρομαντικά, και συνεχώς κάτι του φώναζαν. Δεν μπορούσε να το ακούσει, όμως. Το ειδύλλιο με το άγνωστο κορίτσι τελείωσε άδοξα λίγο πριν το τέλος του τελευταίου εξαμήνου. Τυχαία έξω είδε ένα χαρτάκι ένα πρωί, που η γκαλερί ήταν κλειστή. "ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ". Όταν γύρισε στο διαμέρισμά του του δεν μπορούσε να σταματήσει να το σκέφτεται. Κι αν η κοπέλα ήταν ζωγράφος; Αν εκείνη είχε χρωματίσει όλους αυτούς τους πίνακες; Αν εκείνη δίδασκε ζωγραφική; Πέρασε ένα σαββατοκύριακο σχεδόν αποφασισμένος να μη δώσει τα δύο τελευταία μαθήματα που χρωστούσε και να αλλάξει ζωή, να γίνει ζωγράφος δίπλα στην όμορφη άγνωστη, να ταξιδέψει μαζί της στον κόσμο και αποτυπώσει σε πίνακες την ομορφιά του, να τη ζωγραφίσει κι εκείνη γυμνή και ντυμένη και να κάνει μαζί της πολλά παιδιά, που θα ζωγράφιζαν κι αυτά και θα έγραφαν και θα τραγουδούσαν. Δεν ήθελε να γίνει δικηγόρος. Τελικά τελείωσε τις σπουδές του με άριστα, έγινε δικαστικός και παντρεύτηκε μια δικηγόρο και τα παιδιά τους σπούδασαν Νομική και Ιατρική, έγιναν κι εκείνα άνθρωποι επιμελείς και γεμάτοι υποχρεώσεις και μερικές φορές έβλεπε στα μάτια τους τα δικά του σύννεφα μα γρήγορα άλλαζε σκέψη για να μην στενοχωριέται, για να μην θυμάται, για να μην νιώθει. Την κοπέλα από τη γκαλερί φυσικά την είχε ξεχάσει εντελώς για δεκαετίες μέχρι που εκείνο το βράδυ την είδε στο όνειρό του.
    Ήταν νέος στο όνειρό του, νέος και αποφασισμένος να τη συναντήσει. Είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τις σπουδές του και θα πήγαινε στο κατάστημα για να τη γνωρίσει, για να του μάθει εκείνη να ζωγραφίζει, για να τη φιλήσει, για να φύγουν μετά μαζί και να πάνε στο φοιτητικό του διαμέρισμα και να μείνουν εκεί για μέρες κάτω από τα σκεπάσματα πίνοντας κρασί. Ήταν νέος και η καρδιά του τρεμόπαιζε, ένιωθε ανησυχία και ενθουσιασμό, άγχος και αγαλλίαση, ένιωθε έρωτα, ένιωθε πως επιτέλους ζούσε. Έφτασε στη γκαλερί και ανέβηκε το μεγάλο σκαλί, εκείνο το σκαλί στο οποίο τόσες φορές είχε καθίσει αυτό το πλάσμα που λάτρευε. Η πόρτα ήταν κλειστή και πήγε να την ανοίξει. Μα όταν άκουσε το τρίξιμό της, ένιωσε κάποιον να τον σκουντάει και ξαφνικά πετάχτηκε. Βρέθηκε σε μπλε πιτζάμες κι ένα σώμα μεσήλικα με μια κοιλιά που προεξείχε, σε ένα τεράστιο πολυτελές κρεβάτι με τη γυναίκα του δίπλα του, που φορούσε ακριβό νυχτικό μα είχε στρυφνό βλέμμα και τον σκουντούσε με τόση δύναμη που το όνειρο διαλύθηκε, διαλύθηκε η πόρτα και το σκαλί και η γκαλερί και εκείνος ο έρωτας και η ελπίδα πως επιτέλους κάτι θα ζούσε.
     "Σήκω, το δικαστήριο σου είναι σε δυο ώρες κι έχω κι εγώ δικαστήριο και έχω αργήσει. Σήκω, τι έπαθες;"
Ξαφνικά ένιωσε πως δεν ήταν εκείνος αυτός ο δικαστής, που σε δυο ώρες κάποιος αθώος ή ένοχος θα κοίταζε με τρόμο. Πως δεν ήταν ο άντρας ο ευυπόληπτος, ο επιτυχημένος, που οι περισσότεροι ζήλευαν για την οικονομική άνεσή που είχε. Πως δεν ήταν ο καλός πατέρας που στεκόταν πάντα δίπλα στα παιδιά του και τα ενθάρρυνε να γίνουν σωστοί άνθρωποι και τυπικοί και υπεύθυνοι, όπως εκείνος. Πως δεν ήταν ο καλός σύζυγος που δεν ξεχνούσε ποτέ γενέθλια ή επετείους και δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή του, ούτε κακομεταχειριζόταν τη γυναίκα του ποτέ, ούτε όταν τον εκνεύριζε ακόμη και για λόγο απλό της το έλεγε.
    Μα τώρα ξαφνικά ήταν ένας άλλος, ένας όμορφος νέος που λαχταρούσε να ζωγραφίσει και να κάνει έρωτα, και ξύπνησε σε ένα σώμα γερασμένο και μισούσε αυτή τη γυναίκα δίπλα του με την βραχνιασμένη από τον ύπνο φωνή που τον σκουντούσε, μισούσε το πολυτελές κρεβάτι και το όμορφα το διακοσμημένο υπνοδωμάτιο, τα βαριά έπιπλα στο σαλόνι, τη γεμάτη λουλούδια βεράντα και την όμορφη γειτονιά με τα ακριβά αυτοκίνητα. "Τι έχεις; Νιώθεις καλά;", του έλεγε η γυναίκα του και συνέχιζε να τον σκουντάει κι εκείνος έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε για λίγο πως πέθαινε. 
    "Ξύπνα, αγάπη μου, θα αργήσουμε, ξύπνα επιτέλους...", ακουγόταν η βραχνιασμένη φωνή και εκείνη ακριβώς τη στιγμή το Ανεκπλήρωτο πατώντας ελαφρά για να μην το ακούσουν έτρεξε  να κρυφτεί πίσω από την τεράστια βιβλιοθήκη, για να μην τον ταράζει άλλο, να μην του προκαλεί δυστυχία. Για να τον αφήσει απλώς να ζήσει τη ζωή που εκείνος ο ίδιος είχε μάλλον συνειδητά επιλέξει.

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

"Αγκάλιασε το χάος..."

    
Ήταν Κυριακή μεσημέρι και προσπαθούσε λίγο να κοιμηθεί. Ο Μάιος γινόταν σιγά-σιγά καλοκαίρι και οι ανοιχτές μπαλκονόπορτες έφερναν ήχους από τα απέναντι διαμερίσματα. Το κελάηδισμα ενός καναρινιού τής έφερε μια γλυκιά αίσθηση, δευτερόλεπτα μετά όμως θυμήθηκε το καναρίνι που είχε μικρή που κελαηδούσε όμορφα μα πετάριζε μέσα στο κλουβί φυλακισμένο κι ύστερα πέθανε ξαφνικά κι εκείνη νόμιζε πως ήταν δικό της λάθος. Τα παιδιά είναι τόσο εύκολο να πάρουν όλα τα κρίματα του κόσμου πάνω τους κι ύστερα να τα κουβαλούν στις πλάτες τους και να γίνουν ενήλικες με μια απροσδιόριστη ενοχή, να νιώθουν πως σε κάθε κατάσταση κάποιο λάθος έκαναν, κάπου έχουν φταίξει. "Αγκάλιασε το χάος", άκουσε μια φωνή από το όνειρό της κι ωστόσο θα έπαιρνε όρκο πως ήταν ξύπνια. Το καναρίνι συνέχιζε το τραγούδι του και μια γειτόνισσα μιλούσε ακατάπαυστα στο τηλέφωνο και γελούσε και η φωνή από το εσωτερικό υπερπέραν συνέχιζε, "Αγκάλιασε επιτέλους το χάος!". Κι εκείνη σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου άρχισε να αφήνεται στους συνειρμούς της και να σκέφτεται και να προσπαθεί να απαντήσει σε αυτή τη φωνή, που κάπου μέσα στα βάθη του εαυτού της υψώθηκε και ίσως της έλεγε κάτι πολύ σημαντικό, ίσως ήταν απλώς παραμιλητό του ύπνου.
     Το χάος είναι παντού. Στο διαμέρισμά της η ντουλάπα της έχει ανακατεμένα καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα ρούχα, όλο λέει πως θα κάνει την πρέπουσα τακτοποίηση κι όλο το αναβάλει χωρίς να ξέρει το γιατί. Τα πιάτα είναι άπλυτα στο νεροχύτη και η βρύση στάζει, η κάθε σταγόνα πέφτει σε μια λιμνούλα κι ύστερα χάνεται. Εκείνη αγωνίζεται να είναι όλα τακτοποιημένα, αν κάτι βρεθεί σε λάθος θέση την κατακλύζει άγχος και τρέχει να το αποκαταστήσει κι όμως αυτά τα αντικείμενα είναι πολύ άτακτα, όλο και αλλάζουν θέση, όλο και παραστρατούν. 
     Το χάος είναι γύρω της. Το διαδίκτυο, η τηλεόραση είναι ένα χάος που σαν μαύρη τρύπα σε ρουφάει λίγο-λίγο κάθε μέρα, που χαιρέκακα σου δείχνει πόσο βίαιος είναι ο κόσμος, πόσο βίαιος είναι ο άνθρωπος. Η κοινωνία θυμίζει μερικές φορές τα ντοκιμαντέρ από τη ζούγκλα, το σαρκοφάγο θα στήσει ενέδρα και θα παλέψει ανελέητα για να ξεσκίσει ένα δύστυχο, αδύναμο ζώο κι ωστόσο αν το ίδιο το σαρκοφάγο μείνει μέρες πεινασμένο, περιφέρεται εξίσου αδύναμο και το λυπάσαι. Ο άνθρωπος είναι χάος, παλεύει καθημερινά για πράγματα που κατά βάθος δεν επιθυμεί, ονειρεύεται και συχνά δεν κυνηγάει τα όνειρά του, κι αν σταθεί τυχερός και τα πραγματοποιήσει, τα κοιτάζει μετά αφ'υψηλού και τα πετάει έξω από την πόρτα του λαχταρώντας αυτή τη φορά κάτι πιο δύσκολο, πιο λαμπερό ή απλώς κάτι πιο μάταιο. 
       Το χάος είναι μέσα της. Οι συγκινήσεις εναλλάσσονται πολλές φορές με απόσταση λεπτών, μία με κάτι θα χαρεί, μία θα λυπηθεί, θα ελπίσει κι ύστερα θα απογοητευτεί ατελείωτα κι ύστερα πάλι θα ενθουσιαστεί με κάτι καινούριο κι όλο αυτό μπορεί να προκαλεί φθορά ή είναι απλώς ο κύκλος της ζωής της που είναι καταδικασμένη ή ευλογημένη και κινείται αδιάκοπα και δεν μπορεί να παγιωθεί σε ένα συναίσθημα, σε μια ψυχική κατάσταση ή σε έναν στόχο και κυρίως σε μια στιγμή.
      "Αγκάλιασε το χάος", έλεγε η φωνή του ονείρου και το καναρίνι έξω τραγουδούσε μόνο, λυπημένο ή και χαρούμενο, ποιος μπορεί να καταλάβει αληθινά ένα κελάηδισμα. Το όνειρο τώρα είχε εικόνες, ένας δρόμος πλημμυρισμένος κι εκείνη ακινητοποιημένη παρασυρόταν από το νερό κι απομακρυνόταν από την πόλη, ύστερα λουλούδια τεράστια και από κάτω ένα σπίτι γεμάτο παιδιά που γελούσαν χαρούμενα, ύστερα εκείνη η ίδια παιδί να κρατάει το καναρίνι της κι αυτό να της χαμογελά και να πετάει ελεύθερο προς έναν ροζ ορίζοντα. Κι ύστερα το γέλιο της γειτόνισσας τόσο δυνατό, εκνευριστικό μα και ίσως και λίγο χαριτωμένο κι ύστερα μια κόρνα επίμονη από τον δρόμο που μπήκε στο όνειρό της και άρχισε να ταράζει τις εικόνες, να τις διαλύει, να τις σπάει, όπως σπάει η μπάλα ενός παιδιού ένα τζάμι και το κάνει κομμάτια. 
      Κι ύστερα σηκώθηκε σαν τίποτε όλα αυτά να μην είχαν γίνει. Έστρωσε το κρεβάτι της και χτένισε τα μαλλιά της. Βγήκε στο μπαλκόνι αναζωογονημένη από τον μεσημεριανό ύπνο. Η ζέστη ήταν λίγο ενοχλητική, η κυριακάτικη ησυχία, όμως, πολύτιμη. Είχε αυτή τη συνηθισμένη παρόρμηση να κάνει κάτι, ένιωσε το σώμα της να εκνευρίζεται στην απραγία κι ωστόσο για λίγο σταμάτησε, κοίταξε τα λουλούδια στο απέναντι μπαλκόνι και δεν σκέφτηκε τίποτα. Κι ύστερα προσπάθησε να σκεφτεί τι όνειρο είχε δει, μα ήταν αδύνατο, είχε μόνο μια αίσθηση εκκρεμότητας μέσα της και προσπαθούσε, προσπαθούσε να θυμηθεί μα δεν μπορούσε. Η φωνή του ονείρου είχε αποσυρθεί βαθιά βαθιά στην ψυχή της, μέσα σε αυτόν τον ωκεανό που ρέει μέσα μας και σπάνια τον βλέπουμε. Εκείνη ασυναίσθητα τοποθέτησε τα χέρια της πάνω της έτσι ώστε το ένα να αγκαλιάσει το άλλο. Κι ύστερα μπήκε μέσα και άρχισε να τακτοποιεί το σπίτι κι έπλυνε τα πιάτα αποφασισμένη επιτέλους να φυλάξει όσα χειμωνιάτικα ρούχα είχαν απομείνει στην ντουλάπα της.
     Και η φωνή του ονείρου μέσα στον ατέλειωτο, άγνωστο ωκεανό της ψυχής της χαμογελούσε σίγουρη πως την επόμενη φορά θα ήταν πιο δυνατή, πιο πειστική, πιο φανερωμένη.

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Το κορίτσι με τη μοβ τούφα

(μια ιστορία που φτιάξαμε με τους 11χρόνους Παναγιώτη και Άννα, στα πλαίσια παρέμβασης της οργάνωσης HomeStart Πειραιά)

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, η Λίλα. Ήταν ένα κοριτσάκι σαν όλα τα άλλα μα είχε και κάτι που δεν είχε ξαναδεί κανείς σε ένα μωρό. Μια μοβ τούφα στα μαλλιά της. Η μητέρα της στην αρχή τρόμαξε και απόρησε. 
"Γιατρέ! Γιατί το κοριτσάκι μου έχει αυτή τη μοβ τούφα στο κεφάλι της;", είπε.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή", απάντησε ο σοφός γιατρός, που είχαν δει πολλά τα μάτια του και δεν τρόμαζε πια, ούτε απορούσε.
Η μητέρα της Λίλας ικανοποιήθηκε από την απάντηση και όταν μεγάλωσε η Λίλα, κάθε φορά που τη ρωτούσε γιατί είχε αυτή τη μοβ τούφα και ξεχώριζε, της απαντούσε:
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή".
    Κι έτσι, αφού το άκουσε αυτό πολλές φορές, άρχισε και η Λίλα να ικανοποιείται από αυτήν την απάντηση και σταμάτησε να αναρωτιέται, να ντρέπεται ή να λυπάται για τη μοβ τούφα που είχε στα μαλλιά της. Άρχισε σιγά σιγά να αγαπάει τη μοβ τούφα της και να μην μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς αυτήν.
     Μα μετά η Λίλα πήγε στο σχολείο. Τα άλλα παιδιά, όταν την είδαν άρχισαν να γελάνε και να την κοροϊδεύουν. Η Λίλα έδειξε να μην δείχνει σημασία. Ήξερε πως η μοβ τούφα την έκανε μοναδική. Πληγώθηκε πολλές φορές μα δεν λύγισε. Και όταν κάποιο παιδί τη ρωτούσε στα σοβαρά γιατί είχε αυτή τη μοβ τούφα στα μαλλιά της απαντούσε με θάρρος:
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή."
Το είπε πολλές φορές και κάποια στιγμή τα παιδιά βαρέθηκαν να γελάνε μαζί της. Οι κοροϊδίες τους ήταν άστοχες γιατί η περήφανη Λίλα έδειχνε να μην επηρεάζεται. Στα κρυφά άρχισαν να τη θαυμάζουν. Κι ύστερα να την αποδέχονται και να την αγαπούν. Η Λίλα πέρασε δύσκολα στην αρχή μα τελικά κατάφερε να βρει φίλους, που όταν μιλούσαν για τη μοβ τούφα τους στους γονείς τους, έλεγαν με δέος.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή."
      Κι ήταν όλα καλά μέχρι που ήρθε καινούρια διευθύντρια στο σχολείο. Η κυρία Ξινισμένη. Όταν είδε τη Λίλα, σοκαρίστηκε. Τι ήταν αυτό το παράξενο κορίτσι; Τι μαλλιά ήταν αυτά; Πώς τολμούσε να εμφανίζεται έτσι στον ιερό χώρο της μάθησης; Πώς τολμούσε τόσο απροκάλυπτα να διαφέρει;
Κάλεσε τη Λίλα και της είπε πως έπρεπε να βάψει τη μοβ τούφα της καστανή, όπως και τα υπόλοιπα τα μαλλιά της.
"Μα έτσι γεννήθηκα, κυρία!", διαμαρτυρήθηκε η Λίλα.
"Δεν με ενδιαφέρει καθόλου, νεαρή μου. Πρέπει να υπάρχει τάξη στην τάξη. Πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι. Τακτοποιημένοι και φρόνιμοι."
Η Λίλα στενοχωρήθηκε πραγματικά πολύ. Κάθισε σε ένα παγκάκι στο προαύλιο και άρχισε να κλαίει. Όλοι οι συμμαθητές της μαζεύτηκαν γύρω της. Όταν τους εξήγησε τι της ζήτησε η κυρία Ξινισμένη, θύμωσαν πραγματικά πολύ! Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο της Λίλας, ήταν και δικό τους. Ποιος ξέρει τι άλλο θα ζητούσε μετά η κυρία Ξινισμένη από εκείνους. Συζήτησαν για ώρα και πήραν όλοι μαζί μια απόφαση.
      Την επόμενη μέρα η κυρία Ξινισμένη είδε έκπληκτη όλους τους συμμαθητές της Λίλας με μια μοβ τούφα στα μαλλιά τους.
"Μα...", πήγε να διαμαρτυρηθεί.
¨Είπατε πως πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι, κα Ξινισμένη! Ορίστε, είμαστε ίδιοι!"
     Η κα Ξινισμένη δεν ήξερε τι να απαντήσει. Έξυνε το κεφάλι της αγχωμένη, ήταν σε πολύ δύσκολη θέση.
"Αλήθεια, Λίλα, παιδί μου, γιατί γεννήθηκες με μια μοβ τούφα στα μαλλιά σου;", σκέφτηκε μόνο να πει.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή!", φώναξαν όλα τα παιδιά.
Η κυρία Ξινισμένη ικανοποιήθηκε από την απάντηση. Δεν ξαναμίλησε για τη μοβ τούφα της Λίλας. Πήρε ένα καλό μάθημα από αυτήν την ιστορία και ποτέ πια δεν έκρινε ξανά άσχημα κάτι που δεν καταλάβαινε. Η Λίλα χάρηκε τόσο πολύ που την υπερασπίστηκαν οι συμμαθητές της και που μπορούσε να κρατήσει τη μοβ τούφα της. Και οι συμμαθητές της Λίλας κατάλαβαν πόση δύναμη είχαν αν ήταν ενωμένοι και καλοί.